Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Car je est un autre: Luis Carcía Montero 3

Luis Carcía Montero
[Γρανάδα, Ισπανία, 1958]


HOMBRE DE LUNES CON SECRETO


ESTE lunes de abril templado y diligente,
muy de mañana, sin haber dormido.
Por la cafetería cruza el buitre
de los horarios laborales,
entre tazas, tostadas y periódicos
se discuten las últimas noticias,
y el hombre del secreto
se submerge en el túnel de una nueva semana.
Deshoja el bienestar de su café,
sonríe a quien le mira, se consuela,
porque tiene un secreto.

Los cuerpos juveniles son presente,
pero nos llega impuesta del pasado
la inocencia arbitraria de sus conversaciones.
El hombre del secreto lo comprende
camino del trabajo,
cuando los estudiantes llenan el autobús
y un tumulto de cuerpos con la cara lavada
se apodera del lunes.
Los ve crecer, observa
como un brillo de incógnita en sus ojos,
una inquietud después desvanecida
por usura del tiempo.
Vivir es ir doblando las banderas.

El hombre de los ojos encendidos
se hiere con las rosas académicas,
consigue entre saludos, puñales y cipreses
cruzar el campus universitario,
recorre los pasillos en busca de su aula,
da su clase,
pero tiene un secreto
y el tema diecinueve se convierte
en materia de asombro,
poemas que se escapan de la página,
versos que llegan a la cima
de una mirada en vilo,
alguien que deja los apuntes
y los libros de texto,
para cerrar las manos hasta herirse
con otra rosa viva
mucho más inclemente,
la rosa de un secreto en el alma de un lunes.

Abre la puerta del despacho
y los libros sonríen  como cómplices viejos.
En ellos ha leído lo que siente,
sólo literatura descentrada.
Pero esta vez no,
porque esta noche no,
esta mañana no,
y el hombre del secreto al levantarse
se miró en el espejo,
y descubrió el enigma
de sus extraños ojos encendidos,
y se dijo que no,
esta vez no.

¿Y la ciudad? Abierta
de luz, cuerpo tendido,
ha cambiado de piel en la ventana.
Ya no será paciencia, ni callejón nocturne,
ni día laborable de tráfico duboso.
Así que va al teléfono,
busca la tinta azul del número apuntado
en el carné de conducir,
la condición de un lunes
que ya no tiene voluntad de fecha
sino de fruta, de sabor en los labios.

El hombre del secreto marca y dice:
«Buenos días, soy yo, he terminado».


Luis Carcía Montero, «Completamente viernes» (1998), [I/Los días], «Poesía Completa» (1980-2015), Tusquets Editores, segunda edición, Barcelona, julio de 2016, páginas 373-375.



ΑΝΔΡΑΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΜΕ ΜΥΣΤΙΚΟ


ΑΥΤΗ τη Δευτέρα του ήπιου και σύντομου Απρίλη
χαράματα, άυπνος.
Από την καφετερία περνά ο γύπας
των εργασιακών ωραρίων,
ανάμεσα σε φλιτζάνια, φρυγανιές και εφημερίδες
σχολιάζονται τα τελευταία νέα,
και ο άνδρας με το μυστικό
καταδύεται στο τούνελ μιας νέας εβδομάδας.
Ξεφυλλίζει την ευημερία του καφέ του,
χαμογελά σε όποιον τον κοιτά, παρηγοριέται
γιατί κατέχει ένα μυστικό.

Τα νεανικά κορμιά είναι το παρόν,
αλλά μας έρχεται επιβεβλημένη από το παρελθόν
η αυθαίρετη αθωότητα των συνομιλιών τους.
Ο άνθρωπος με το μυστικό το καταλαβαίνει
μονοπάτι της δουλειάς,
όταν οι φοιτητές γεμίζουν το λεωφορείο
κι ένας σαματάς σωμάτων με πλυμένο πρόσωπο
σφετερίζεται τη Δευτέρα.
Τους βλέπει να μεγαλώνουν, παρατηρεί
σαν μια λάμψη άγνωστης ποσότητας στα μάτια τους,
μια ανησυχία που αργότερα έχει εξαφανιστεί
λόγω τοκογλυφίας του χρόνου.
Να ζεις σημαίνει να πηγαίνεις διπλώνοντας τις σημαίες.

Ο άνδρας με τα πυρπολημένα μάτια
πληγώνεται με ρόδα ακαδημαϊκά,
κατορθώνει ανάμεσα σε χαιρετισμούς, στιλέτα και κυπαρίσσια,
να διασχίσει την πανεπιστημιούπολη,
διασχίζει τους διαδρόμους αναζητώντας την αίθουσά του,
κάνει το μάθημά του,
έχει όμως ένα μυστικό
και το θέμα δεκαεννιά μετατρέπεται
σε ύλη έκπληξης
ποιήματα που δραπετεύουν από τη σελίδα
στίχοι που φτάνουν στην κορυφή
ενός βλέμματος σε αγωνία
κάποιος που αφήνει τις σημειώσεις
και τα εγχειρίδια,
για να κλείσει τα χέρια ώσπου να πληγωθεί
με άλλο ζωντανό ρόδο
πολύ πιο δριμύ,
το ρόδο ενός μυστικού στην ψυχή μιας Δευτέρας.

Ανοίγει την πόρτα του γραφείου
και τα βιβλία χαμογελούν σαν παλιοί συνένοχοι.
Σ’ αυτά έχει διαβάσει αυτό που νιώθει,
μόνο λογοτεχνία απροσάρμοστη.
Αυτή τη φορά όμως όχι,
γιατί απόψε όχι,
σήμερα το πρωί όχι,
και ο άνδρας με το μυστικό με το που σηκώθηκε,
κοιτάχτηκε στον καθρέφτη,
και ανακάλυψε το αίνιγμα
των παράξενων πυρπολημένων ματιών του,
και είπε όχι
αυτή τη φορά όχι.

Και η πόλη; Ανοιχτή
από φως, κορμί τεντωμένο,
άλλαξε δέρμα στο παράθυρο.
Δεν θα υπάρχει πια υπομονή, ούτε νυχτερινό δρομάκι,
ούτε εργάσιμη μέρα από αμφίβολη κίνηση.
Έτσι λοιπόν πηγαίνει στο τηλέφωνο,
αναζητά το γαλανό μελάνι του αριθμού που είναι σημειωμένος
στην άδεια οδήγησης,
η κατάσταση μιας Δευτέρας
που δεν έχει πια επιθυμία υπογραφής
αλλά φρούτου, γεύσης στα χείλη.

Ο άνδρας του μυστικού σημειώνει και λέει:
«Καλημέρα, είμαι εγώ, τελείωσα».


Luis García Montero, «Αποκλειστικά Παρασκευή» (1998), [Ι/Οι ημέρες], μτφρ. Αγγελική Πορτοκάλογλου, εκδόσεις Λαγουδέρα, Αθήνα, 2006, σσ. 19-21.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου