Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Αυγούστου 2020

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 26

 

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης κάπου στους δρόμους της Λευκωσίας, 27 Απριλίου 2019, 14:38 ακριβώς & ακριβός

 

 

ΟΡΚΟΣ

μνήμη José Martí

 

Ό,τι έκανα μέχρι τώρα στη ζωή μου, και θα κάνω ακόμα όσο έχει νερό το μάτι μου, είναι για το Σκοπό. Σιωπηλά γίνεται και μ’ έναν τρόπο έμμεσα, μια και υπάρχουν ενέργειες που για να τις θέσεις σε λειτουργία πρέπει να πράξεις μυστικά, διότι εάν δηλωθούν ως είναι προκαλούν την προδοσία και αναιρούν το Στόχο.

 

Κώστας Ρεούσης

Λευκωσία, Σάββατο 15 Αυγούστου 2020

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 25

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης αυτοφωτογραφίζεται κάπου στη Λευκωσία με το ομοίωμα ενός Έλληνα αξιωματικού (Στρατού Ξηράς) του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τον οποίο η Ελλάς υπερασπίστηκε τα εδάφη της, 21 Απριλίου 2019, 12:10 ακριβώς & ακριβός

 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

 

μνήμη Μελή Παπαθανασίου [+14 Αυγούστου 1974]

 

Όμως απ’ την ψυχή μου, νεκρή ή ζωντανή, δεν πρόκειται ν’ αγγίξουν ούτε τρίχα.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, «Υπό ξένην σημαία», 1967

 

 

Πλησίαζε η κοίμηση της Παναγίας κι η φρίκη φλυαρούσε, καθώς οσμές καμένης σάρκας κι αίματος θέριζαν τον κάμπο της Μεσαορίας. Έκτοτε το καλοκαίρι – ανάγωγο, αναιδέστατο και αγενές – με πυρπολεί. Σκαρφάλωνα στο εξωκλήσι του Σταυρού κι είχα τη δροσιά του Σιφνέικου γιαλού να με ορίζει στην Αντίπαρο. Ανάβοντας κερί, σχηματίζοντας την πίστη κι αρπάζοντας το παγκάρι προσκάλεσα το βιτριόλι να με πολιορκήσει έως χαλασμού.  Όταν ο εφιάλτης μπλέκει με τ’ όνειρο, η Τύμβου αποκαλύπτεται διάδρομος ψιλικατζίδικου, απέναντι από το σφαιριστήριο του καφενέ, όπου παιδί τριγυρνούσα· γόνος – γένους γενναίας γενεάς – ορκισμένος στα μάκτρα.

  

 

Κώστας Ρεούσης

Λευκωσία, καλοκαίρι 2020

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 24


! * ! ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΣ ΤΗ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ! * !

 

Ένα ελάχιστο σχόλιο για την ποιητική συλλογή του Παύλου Μπαλλίνη, «Η Πέτρα» [ποιήματα 2016-2018], εκδόσεις Στάμου, Αθήνα, Μάιος 2019

 

Ημερολογιακές καταγραφές μιας πτώσης. Στίχοι ξεριζωμένοι απ’ τους χορταριασμένους δρόμους μιας αδυσώπητης κι άσπλαχνης πόλης, που δεν υπάρχει πουθενά. Κι όμως, μία βαλίτσα και οι βιτρίνες ενός διαμπερούς καφενέ παρατηρούν τον θάνατο μίας ζωής που επενδύθηκε με νοικοκυροσύνη. Στροφές ενός σύγχρονου λυρισμού, μ’ αναγωγές σ’ εκείνους τους «επαναστάτες» ποιητές του 7ου π. Χ. αιώνα που τόλμησαν να μιλήσουν αλογόκριτα για την προσωπική τους ζωή, παραμερίζοντας την παραχάραξη της παντοκρατορίας του έπους. Ποιήματα μιας συντριβής, βαθιά ανθρώπινα, που τραγουδούν ως σήμαντρα την πληγή, το μαχαίρι και την πέτρα.

 

Κώστας Ρεούσης

Λευκωσία, Αύγουστος 2020

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 23

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης σε ηλικία περίπου 3 ή 4 χρονών (1973 ή 1974), φωτογραφία διαβατηρίου

 

ΚΩΣΤΑΣ ΡΕΟΥΣΗΣ

 

ΠΕΝΗΝΤΑ

 

μνήμη Οδυσσέα Ελύτη

 

Η ποίηση είναι κτήση δεν είναι κατάκτηση. Έτσι, παράλληλα, κτίζεις εντός κι ό,τι έχει προηγηθεί. Καθώς με το πέρασμα των δεκαετιών γκρεμίζεις ή συντηρείς τα δομικά υλικά που συνταίριαξαν τους αρμούς, δεν εξοβελίζεις τον εφιάλτη και δεν δεξιώνεσαι το όνειρο. Το σώμα απορροφά και τους πιο ανεπαίσθητους κραδασμούς, πόσω μάλλον το σεισμό που αν λειτουργήσει η πίστη και συμβεί χαράσσεις την ψυχή μες στις ωδίνες ενός αρχέγονου τοκετού. Ενώ ο κρατήρας εξακολουθεί να εκτοξεύει μύδρους και το μάγμα να ρέει πυριγενές, αναδύεται η δεύτερη και η τρίτη υπόσταση του κόσμου όπου η εξήγηση ή η μετάφρασή του είναι, αλίμονο, η συνήθεια που οδηγεί στη μίζερη εγκαθίδρυση της απομάκρυνσης από το ανθρώπινο ή από το θεϊκό στοιχείο της ύπαρξης και της συνέχειας του είδους σε εξελιγμένη μορφή. Να ανταμώσεις θάνατο έρχεσαι, οπόταν αφήστε με να καγχάσω. Αντίκρισα, βίωσα, αγκάλιασα, τραπέζωσα κι απώθησα το εξόδιο όταν σκάλισα το … «αν δε σου βγει η ψυχή ποιήματα μην περιμένεις». Συνελόντι ειπείν: αρχέτυπος Έλλην ιχνηλάτης ποιητής κι ακάθιστος ορθοδόξων μυστικός ασυρματιστής, σε γράμμα ρίζας ιαπετικής με σκοτεινού ετύμου έλευση κι αραξοβόλι Κύπρος.

 

Λευκωσία, καλοκαίρι 2020

 

Πρώτη δημοσίευση: Διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό «Εξιτήριον», Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020.

Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίασιν 22


ΔΗΛΩΣΗ

ΓΙΑ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΩ ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΔΕΚΑΤΑ» ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ (sic) ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ


Καλέστηκα να συμμετέχω, ζήτησα να πληρωθώ για να τους εμπιστευτώ ανέκδοτη εργασία μου, ευγενέστατα ο κύριος Κώστας Χατζηαντωνίου έκρινε εύλογη την απαίτησή μου αλλά τα οικονομικά του περιοδικού και η πάγια πρακτική των εν Ελλάδι λογοτεχνικών εντύπων που με την πρόφαση της προώθησης-δημοσιοποίησης του όποιου πνευματικού κάματου, αρνούνται την αμοιβή στους εργάτες της γραφής, ενώ στις Η.Π.Α. (όπου υπηρέτησε ο κύριος Ντίνος Σιώτης στο διπλωματικό σώμα δεκαετίες, στη Βοστόνη εάν δεν κάνω λάθος) και αλλού εξυπακούεται η απόδοση «αποζημίωσης», με οδήγησαν στην άρνηση.

Όπως και να έχει, πέραν των παραπάνω, αν και ζω ανάμεσα στους συμπατριώτες μου μόνιμα κι αμετακίνητα στο νησί εδώ και δύο δεκαετίες κι έχω συναναστραφεί τα πλείστα ονόματα που συμμετέχουν στο αφιέρωμα και παρακολουθήσει από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα πολλούς (αν όχι όλους) που δε γνωριζόμαστε προσωπικά, δηλώνω πως δεν έχω πλέον ανάγκη το διάλογο μαζί τους. Ποιον διάλογο, δηλαδή: Τίποτα δε μου πρόσφεραν χρόνια τώρα που τους συνδιαλέγομαι, ενώ αντίθετα εγώ κόμισα –αφθόνιος ερχόμενος– το κέρας της Αμάλθειας. Αλλά… «στου κουφού την πόρτα», παραλλάσω τη λαϊκή σοφία, «πάρτη την πόρτα και φύγε».  

Ο μόνος ποιητής (και καταργώ εντός μου την άλλη, ναι σπουδαία, ιδιότητά του ως καθηγητή πανεπιστημίου και κορυφαίου μελετητή του Κ. Π. Καβάφη) που επικοινώνησα ουσιαστικά σε αμφίδρομη σχέση-επαφή, ήταν ο Μιχάλης Πιερής. Και γράφω «ήταν» διότι με τον ποιητή αυτόν ήρθα σε ρήξη που προκάλεσα εγώ, για λόγους που, αν μη τι άλλο, είμαι σίγουρος αναγνωρίζει-αντιλαμβάνεται κι ο ίδιος. Και παραμένει ο μοναδικός που δεν του επέστρεψα τα βιβλία τα οποία είχε την καλοσύνη να μου χαρίσει και κάποια να αγοράσω, και διατηρώ σ’ ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου. Σε αντίθεση με κάποιους-κάποιες που τους τα έδωσα πίσω ή τα χάρισα αλλού. Είναι απ’ τον Θεό και την Τριαδικότητά του η Ποίηση, τα άλλα των ανθρώπων τ’ αφήνω στη μικρότητα έως μηδαμινότητα των υπάρξεών τους. Συνεχίζω να ζω, προς το παρόν, αναμεταξύ σας … εργαζόμενος για και με την ποίηση, όπως τάχτηκα – ορίστηκα – ορκίστηκα  εκ γενετής.

Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία, Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 21

© φωτογραφίας, κληρονόμος Οδυσσέα Ελύτη-Αλεπουδέλη, Ιουλίτα Ηλιοπούλου: Στο σπίτι του Διονυσίου Σολωμού, Ακρωτήρι, Ζάκυνθος, 1979

Οδυσσέας Ελύτης-Κώστας Ρεούσης
18.03.2019
«Πρόζακ»
Λευκωσία-Κύπρος

Καλησπέρα σας, και σας ευχαριστώ που με τιμάται με την παρουσία σας. Φυσικά, παράλειψη θα ήταν να μην ευχαριστήσω από καρδιάς τον κύριο Ορέστη Κάλβαρη, ιδιοκτήτη του «Πρόζακ», για την παραχώρηση του χώρου.

23 χρόνια, το λοιπόν, από τον θάνατο ή την κοίμηση ή το κατευόδιο (όπως προτιμάτε ονοματίστε το), του Οδυσσέα Ελύτη, και 20, συνάμα, έτη από τον επαναπατρισμό μου στο νησί, τόπο καταγωγής των προγόνων μου, και δεν είναι η πρώτη φορά που τον απαγγέλω, μεταβιβάζοντάς σας τα μηνύματα που έχω αντιληφθεί πως εξακολουθεί να μας στέλνει ο Ποιητής.

Δε θα σας κουράσω με περιττές εισαγωγές, που συνήθως αφορούν πανεπιστημιακούς ή και ποιητές-συγγραφείς, οι οποίοι φροντίζουν να εκτίθενται μοναχά για την κοινωνική προβολή τους, για την πληρωμένη συμμετοχή τους και την ανεγκέφαλη συμβολή τους στο οτιδήποτε μπορεί να συμπεριληφθεί στο γελοίο έως γελοιωδέστατο που αποτελεί και είναι η «πνευματική» Κύπρος.

Το τριμερές δοκίμιο που θα σας απαγγείλω περιλαμβάνεται στον τόμο «Ο κήπος με τις αυταπάτες» και κυκλοφόρησε στην Αθήνα, τον Νοέμβριο του 1995, από τις εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, όπου βρίσκεται μόνον εκεί. Εννοώ πως μάλλον δεν έχει συμπεριληφθεί, εξ όσων δύναμαι να γνωρίζω, στις επόμενες εκδόσεις του δεύτερου τόμου με τα δοκίμιά του, «Εν Λευκώ», μια που διατηρώ στη βιβλιοθήκη μου την πρώτη έκδοση της εκδοτικής εταιρίας «Ίκαρος», του 1992.

Ο Ελύτης στο δοκίμιό του, «Επιστροφή από την παρ’ ολίγον Ελλάδα» συνοψίζει την πλεύση τού πνεύματός του στον αιώνα που έζησε, δηλαδή στον 20ό, αφήνοντας στους όποιους επιγόνους του -στον ελληνικό και παγκόσμιο ποιητικό χώρο-, διαθήκη το σκοτάδι και τη λάμψη της χάραξής του ως Έλλην που κατοίκησε τον πλανήτη Γης.

Με τη βοήθεια του Θεού, το λοιπόν, ας ευχηθώ καλή απαγγελία στον εαυτό μου, και καλή ακρόαση σ’ εσάς.

Κώστας Ρεούσης-Παπαθανασίου
[26.02.2019]


Το κείμενο αυτό διαβάστηκε, αντί εισαγωγής, τη Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019, στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε από την Υπερπραγματική Φράξια Λευκω©ίας και τον Κώστα Ρεούση, στο καφενείο «Πρόζακ» του Ορέστη Κάλβαρη στη Λευκωσία, με αφορμή και αιτία τη συμπλήρωση 23 χρόνων από τον θάνατο του Οδυσσέα Ελύτη (02.11.1911-18.03.1996).

Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 20

Ο Κώστας Ρεούσης υπό το βλέμμα του Γιώργου Λίκου, στο καφενείο «Καλά Καθούμενα», στις 20 Δεκεμβρίου 2014, 20:02… ακριβώς & ακριβοί, φωτογραφία Γιάννης Αδειλίνης


Μια νύχτα με και για τον Γιώργο Λίκο

  
Κύριοι και κυρίες,

αντιστρέφοντας τη συνήθη προσφώνηση προς το ακροατήριο, μίας σύντομης διάλεξης -θέτω πρώτα τους «κυρίους» μια κι αυτοί ορίζουν τις «κυρίες», συλλαμβάνοντας την πορεία της συμπεριφοράς τους- προχωρώ στο διά ταύτα.
 
Ο Γιώργος Λίκος γεννήθηκε στον Πρίγκηπο της Προποντίδας με καταγωγή από τη Σίφνο, το 1920. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύματα στα περιοδικά «Νέα Γράμματα» (1944) και «Το Τετράδιο» (1945). Το 1949 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Τέσσερις προσωπίδες του ανέμου». Ακολούθησε μια μεγάλη περίοδος κατά την οποία εργάστηκε σε πλοία, με τα οποία ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Γης, από τη Γη του Πυρός ως τη Μέση Ανατολή. Το 1977 επανεμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή «Χερρόνησος». Το 1983 κυκλοφόρησε η τρίτη ποιητική δουλειά του με τίτλο «Εικοσιπέντε στάσιμα». Πέθανε στην Αθήνα, όπου ζούσε, την 1η Δεκεμβρίου 2000. Ο Γιώργος Λίκος τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά των Ελλήνων ποιητών. Φίλος του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νίκου Εγγονόπουλου, του Νίκου Γκάτσου, του Μίλτου Σαχτούρη και του Οδυσσέα Ελύτη, κινείται στον ευρύτερο χώρο του ελληνικού υπερρεαλισμού. Η πηγή τούτου του σύντομου βιογραφικού σημειώματος του ποιητή, που μόλις ακούσατε, προέρχεται από το Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ..

Αποφεύγοντας τις φιλολογικές φιοριτούρες ή παγίδες, μου επιτρέπω να παραθέσω δύο συγκεκριμένα αποσπάσματα από το «Αντί προλόγου, διάλογος» της κυρίας Ιουλίτης Ηλιοπούλου (Αλεπουδέλη-Ελύτη), που ανοίγει την απόδοσή της στο βιβλίο του Σέλεϊ, Υπεράσπιση της Ποίησης,  εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 1996, μήπως και συνεννοηθούμε μέσω του ασχέτου:

«Η παρερμηνεία όμως ελλοχεύει όπως το ψέμα σε κάθε αλήθεια. Κι είναι φορές που μοιάζει να μην έχουμε απαντήσει ακόμη σε πλείστα όσα ερωτήματα θέτει ο Σέλεϊ, να μην έχουμε εκτιμήσει τις έννοιες, να μένουμε κρατούμενοι μιας ατελεύτητης συναισθηματικής υπερχείλισης ή ενός απλού ταχυδρομείου μηνυμάτων που κατά καιρούς θεωρείται ποίηση. Φαίνεται σαν να μην έχουμε ακόμη αποσαφηνίσει την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και σ’ έναν ευρύ κύκλο γεγραμμένων πλησίον κι ολόγυρά της. Ακόμη και όσοι γράφουμε, και όσοι υπερασπιζόμαστε την αλήθεια, ακόμη και ο ίδιος ο Σέλεϊ, που η ποίησή του δεν πρόλαβε ίσως να πραγματώσει τη θεωρητική του σκέψη.
   Είναι όμως αυτός που θα μας οδηγήσει πίσω στην αφετηρία της τέχνης του λόγου, εκεί όπου η ποίηση γίνεται η πιο καίρια διαδικασία του ποιείν, του συνθέτειν, του γεωμετρείν, του ευλαβείσθαι εντέλει τη ζωή.
   Έννοιες όπως θρησκεία, νομοθεσία, γλώσσα, ηθική, εν, φαντασία, διανοητική δύναμη, συναντώνται και διαπλέκονται στις πλέον καθαρές τους μορφές για να υπερασπιστούν το δικαίωμα στην ομορφιά και την τελειότητα· το δικαίωμα της ποίησης, το δικαίωμα της ζωής. Γιατί το ίδιο είναι. Ένα ισχυρό μέσον προσδιορισμού και δράσης μέσα στη ζωή είναι η ποίηση, αυτό το διαρκώς γυμνό σπαθί της αστραπής. Και τώρα πια ξέρουμε: ό,τι σώσεις στην αστραπή καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει.», (σσ. 8-9).
   «Ο Σέλεϊ γράφει σε καιρούς ρομαντικούς, όπου το ιδεώδες υπερίπταται πάνω απ’ τους τόνους των λέξεων, καιρούς που γι’ αυτό ίσως μπορούν να καταστρατηγήσουν τη λογική, να αποδεσμεύσουν δυναμικά χαμένα και μη μετρήσιμα· μέσα στην ένταση του αισθητισμού τους να κινήσουν τις ανενεργούς δυνάμεις της φαντασίας προς μια διαρκέστερη αλήθεια.
   Η εποχή μας, απ’ την άλλη μεριά, βγαίνοντας σχεδόν ηττημένη από την ελευθερία που της αποκάλυψε ο υπερρεαλισμός, υπέταξε τη φαντασία στην υπηρεσία της λογικής, για να υπολογίζει επ’ άπειρον και μεθοδικά ποσά δύναμης διανοητικής και μη, να συλλέγει ποικιλόχρωμες πληροφορίες από παντού· ενώ απογύμνωσε τον εαυτό της από τη δυνατότητα να υπάρξει αυθεντικά, μέσα στα φυσικά της γνωρίσματα, και δι’ αυτών να οδηγηθεί πέραν.», (σσ. 10-11).

Και από το βιβλίο που προανέφερα ο Σέλεϊ λέει ή δείχνει: «Λίγοι είναι οι μεγάλοι ποιητές που διάλεξαν να παρουσιάσουν την ομορφιά των δημιουργημάτων τους γυμνή, με τη λάμψη μόνο της αλήθειας τους. Ίσως ενίοτε να είναι και απαραίτητο το κράμα αυτό, ώστε η εκκωφαντική μουσική του αιωνίου να φθάνει πιο απαλή στ’ αυτιά των ανθρώπων.», (Σέλεϊ, Υπεράσπιση της Ποίησης, απόδοση Ιουλίτα Ηλιοπούλου, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 1996, σελ. 39).

Ένας τέτοιος μεγάλος ποιητής είναι και ο Γιώργος Λίκος. Ένας κρυπτός, μυστικός υπερρεαλιστής ποιητής. Κι η Ώρα (το ωμέγα κεφαλαίο) είναι τέτοια που οι κρύπτες άνοιξαν ή ανοίγουν κι εμφανίζονται οι μυστικοί, αφθόνιοι ερχόμενοι, προσφέροντας το άφατο. Έτσι, καταλήγοντας και στην απαγγελία, που θα ακολουθήσει της σύντομης αυτής διάλεξης, του ποιήματος «Ωδή αφιερωμένη στους τσακισμένους πελαργούς» γραμμένο τον Ιούνιο του ’45 και δημοσιευμένο στο περιοδικό «Τετράδιο», τρίτο τεύχος, Δεκέμβριος του 1945, σσ. 61-65, ένα έχω να πω: Ακούστε προσεκτικά με τα μάτια σας και δείτε προσεκτικότερα με τ’ αυτιά σας τις αλλαγές που ακολούθησαν την πρώτη δημοσίευση/εμφάνιση του ποιήματος, απ’ όπου εγώ θα σας απαγγείλω, και αντιπαραβάλλετε με τη μνήμη σας την ανάγνωση του ποιητή που ηχογραφήθηκε το 1993, και έπεται της δικής μου, ολοκληρώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εκδήλωση «Μια νύχτα με και για τον Γιώργο Λίκο». Αυτά προς το παρόν. Περνώ στην απαγγελία. Gracias!

Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία, Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014



Το σύντομο αυτό υπόμνημα ή κείμενο-διάλεξη, διαβάστηκε στην εκδήλωση για τον Γιώργο Λίκο, που οργάνωσε η Υπερπραγματική Φράξια Λευκω©ίας & ο Κώστας Ρεούσης, το Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014, στο καφενείο «Καλά Καθούμενα», στην παλιά Λευκωσία.

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 19



Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης απαγγέλλει ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη με αφορμή και αιτία την ημέρα του θανάτου του. Το Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017, στο «Καφενείο Πρόζακ» στη Λευκωσία ακούστηκαν τα 14 ποιήματα της συλλογής, «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, Οκτώβριος 1991) & το τριμερές ποίημα «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου» από τη συλλογή, «Τα Ετεροθαλή», (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, Φεβρουάριος 1980). Η οπτικογράφηση έγινε από τους κύριους Γιώργο Αθανασίου & Κύρο Παπαβασιλείου.


Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 18

Αφιέρωμα στη μνήμη του Νίκου Βέλμου και το ιστορικό περιοδικό «Φραγγέλιο»


Ο Νίκος Βέλμος (1890-1930) ήταν μία από τις πιο ιδιότυπες και κοινωνικά στιγματισμένες μορφές των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Με πρώι­μες εμπειρίες περιπλανώμενου αλήτη και παραβάτη του ποινικού νόμου, έζησε ως το τέλος της ζωής του ως αληθινός μποέμ. Ομοφυλόφιλος, ναρκομανής και αλκοολικός, αλλά χαρισματικός και πο­λυτάλαντος, υπήρξε ακάματος δημιουργός.
Χωρίς, λόγω της αλητείας του, να έχει τελειώσει το δημοτικό σχολείο, κατόρθωσε με συνεχή αυτομόρφωση να γίνει ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σατιρογράφος και ο πρώτος μεταγλωττιστής κειμένων της καθαρεύουσας στη δημοτική γλώσσα. Ήταν συνάμα ηθοποιός, θιασάρχης και διασκευαστής θεατρικών έργων· εκδότης περιοδικού, φυλλαδίων και καλλιτεχνικών λευ­κωμάτων· «ασπούδαχτος» ζωγράφος, τεχνοκρίτης και γκαλερίστας, ιδρυτής του πρωτοποριακού Ασύλου Τέχνης.

Τη δεκαετία του 1920 εμφανίστηκε ως αναρχικός και κοινωνικός επαναστάτης. Σφοδρός πολέμιος του αστικού κατε­στημένου και διάπυρος υποστηρικτής των ταπεινών και καταφρονεμένων, αγωνίστηκε με πάθος και φραστικές α­κρότητες για κοινωνική δικαιοσύνη μέσω του περιοδικού του Φραγκέλιο (1926-1929), το οποίο, αν και συνάντησε την περιφρόνηση και την εχθρότητα του πνευματικού και καλλιτεχνικού κατεστημένου, αρκετοί λογοτέχνες και καλλιτέχνες το τίμησαν με τη συνεργασία τους, όπως ο Τέλλος Άγρας, o Τεύκρος Ανθίας, ο Στρατής Δούκας, ο Αναστάσιος Δρίβας, ο Φώτης Κόντογλου, ο Τάκης Παπατσώνης, ο Δημήτρης Πικιώνης, ο Γιαννούλης Χαλεπάς κ.ά.

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 17

Ο Κώστας Ρεούσης (αριστερά) ως Μέγας Σεΐχης ή Βασιλεύς, των Ηνωμένων Κυπριακών Εμιράτων (Ελλήνων, Τούρκων, Αρμενίων, Μαρωνιτών, Λατίνων κι άλλων διαολοσταλμένων -κατσικωμένων- εθνοτήτων), εμφανέστατα ετοιμοπόλεμος (του ’χει γουρλώσει το μάτι που λέει κι ο λαός), με τον Φώτη Μαρκάκη (δεξιά), ιδιοκτήτη του μπαρ «Κορνίζα Μπαρόκ», στην παλιά Λευκωσία, Σούτσου 9, απέναντι από το Χαμάμ Ομεριέ, τις Απόκριες του 2017, φωτογραφία του μπάρμαν Ιωάννη Πετρώφ  

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 16



Ο Κώστας Ρεούσης απαγγέλει την ποιητική του συλλογή «Ένα τσεκούρι κάθεται-στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας», (εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, 2015). Εισαγωγή από τον Κωνσταντίνο Α. Ει. Παπαθανασίου, που διαβάζει το σύντομο κείμενο: «Ο ποιητής-απαγγέλτης ως βασική εκφορά του μηνύματος». Διακρίνονται οι προηγηθέντες ομιλητές (από τα αριστερά), συγγραφείς, κύριοι Στέφανος Σταυρίδης & Γιώργος Τριλλίδης. Η οπτικογράφηση έγινε στη «Φωτοδό», στην παλιά Λευκωσία, την Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016 από τους κύριους Γιώργο Αθανασίου & Κύρο Παπαβασιλείου.

Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 15

Ο Κώστας Ρεούσης απαγγέλλει Οδυσσέα Ελύτη στο «Καφενείο Πρόζακ», στη Λευκωσία, Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017, 18:56… ακριβώς & ακριβός, φωτογραφία Χάρης Παναγιώτου


Οδυσσέας Ελύτης
[02.11.1911-18.03.1996]
21 Χρόνια Από Τον Θάνατό Του
[Σύντομο Υπόμνημα]


Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας,

παράλειψη θα ήταν να μην ευχαριστήσω, αρχικά, τον κύριο Ορέστη Κάλβαρη που είχε την καλοσύνη να δεχτεί και φιλοξενήσει το ελάχιστο αυτό ποιητικό γεγονός στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, και εν συνεχεία εσάς που βρίσκεστε απόψε εδώ. Ελπίζω πως έχετε την υπομονή να ανεχτείτε τόσο τον Κωνσταντίνο Α. Ει. Παπαθανασίου όσο και τον Κώστα Ρεούση. Ο δεύτερος επέλεξε, όχι τυχαία, να ακούσετε την ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη, «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1991 από τις εκδόσεις Ίκαρος, στην Αθήνα.
   Στο τεύχος 3, Μάρτης-Απρίλης 1981, του περιοδικού «η λέξη» (δέκα χρόνια πριν την κυκλοφορία της προαναφερθείσας συλλογής), οι εκδότες Αντώνης Φωστιέρης και Θανάσης Νιάρχος ρωτούν τον Ποιητή, στη σελίδα 244: «Σε ποιες μεγάλες περιόδους θα μπορούσατε να χωρίσετε σήμερα σεις ο ίδιος το έργο σας, ποια είναι τα κυριαρχικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις περιόδους αυτές;». Κι ο Ποιητής απαντά, στην ίδια σελίδα: «Αυτές οι διαιρέσεις μπορεί να είναι χρήσιμες όταν γίνονται από τους ιστορικούς της Λογοτεχνίας μας, για λόγους παιδαγωγικούς. Για μας όμως τι νόημα έχουν; Μπορεί να έχω περάσει από δοκιμασίες, περιπέτειες εκφραστικές και μεταμορφώσεις αφού ανήκω σε μια γενιά που δεν επρόλαβε να γεράσει με τα ιδανικά που έθρεψαν τη νεότητά της. Θα προτιμούσα όμως να σωπάσω παρά να μεταβληθώ σε μιαν αντιγραφική μηχανή του εαυτού μου. Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει μια βαθύτερη ενότητα σ’ όλη τη διαδρομή της ποιητικής μου προσπάθειας. Ότι είμαι και από την άλλη μεριά, ο ίδιος όπως λέω στη Μαρία Νεφέλη. Εκείνο που ίσως μπερδεύει τους κριτικούς μου είναι η ανάπτυξη μέσα στην ίδια στιγμή των δύο ροπών που με διακατέχουν. Και εννοώ την ακατάπαυστη και μυστική επικοινωνία μου με την ύλη, από το ένα μέρος, και από το άλλο, τη συνεχή τάση μου προς το υπερβατικό, τα δύο αυτά που έχουμε συνηθίσει να τα νοούμε χωριστά. Μήπως όμως, αυτό ακριβώς, αποτελεί και το δακτυλικό μου αποτύπωμα; Ο ποιητής είναι ο τελευταίος που μπορεί και δικαιούται να κρίνει το έργο του. Αφήνω ότι μια συνέντευξη είναι ο πιο ακατάλληλος τόπος για ν’ αποτολμηθεί μια τέτοιου είδους προσπάθεια. Ειλικρινώς, δεν μπορώ να σας πω τίποτε άλλο. Μπορώ μόνο να σας μιλήσω για τα καινούργια μου έργα. Είναι τα Τρία Ποιήματα με σημαία ευκαιρίας που ελπίζω να κυκλοφορήσουν μέσα στον χρόνο αυτόν. Ύστερα είναι Ο Μικρός Ναυτίλος που, δείγματά του δημοσιεύτηκαν προ καιρού σε περιοδικό. Και είναι τα Ελεγεία της Οξώπετρας μια σειρά από ποιήματα που έχω ακόμη στη μέση και που παρακαλώ να μου δοθεί η δύναμη να τα ολοκληρώσω. Οξώπετρα είναι, γεωγραφικά μιλώντας, ένα ακρωτήριο στο νησί της Αστυπαλαίας. Για μένα είναι το πιο προχωρημένο σημείο της γης μέσα στη θάλασσα, το πιο προχωρημένο σημείο της εποχής μας μέσα σε μιαν άλλη εποχή, και το πιο προχωρημένο σημείο της ζωής μου μέσα στον θάνατο. Ίδωμεν.».
   Αναφορικά με το τριμερές ποίημα «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», που ολοκληρώθηκε το 1969, αρκούμαι στο βιβλιογραφικό σημείωμα του Ποιητή, όπως υπάρχει στη συλλογή του «Τα Ετεροθαλή», εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, Φεβρουάριος 1980, δεύτερη έκδοση, σελίδα 57: «Ο Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου τυπωμένος στο εξωτερικό σε 111 αριθμημένα αντίτυπα, με γράμματα και κοσμήματα χαραγμένα από τον γλύπτη Κώστα Κουλεντιανό, κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1971.».
   «Ίδωμεν» και ακούσουμε, τώρα, τον Κώστα Ρεούση, ν’ απαγγέλλει.


Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου
Λευκωσία, Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017 



Το σύντομο αυτό υπόμνημα εκφωνήθηκε στην εκδήλωση μνήμης για τα 21 χρόνια από τον θάνατο του Οδυσσέα Ελύτη, στο «Καφενείο Πρόζακ», στη Λευκωσία, το Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017. 

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 14

Φωτογραφία: Mario Vitti, Αθήνα, 1972


Οδυσσέας Ελύτης
[02.11.1911-18.03.1996]
21 Χρόνια Από Τον Θάνατό Του

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης, για άλλη μια φορά, απαγγέλλει ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη με αφορμή και αιτία την ημέρα του θανάτου του. Το Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017, στο «Καφενείο Πρόζακ» στη Λευκωσία θα ακουστούν τα 14 ποιήματα της συλλογής, «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, Οκτώβριος 1991) & το τριμερές ποίημα «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου» από τη συλλογή, «Τα Ετεροθαλή», (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, Φεβρουάριος 1980).
  
Ημέρα: Σάββατο 18 Μαρτίου 2017, Τόπος: «Καφενείο Πρόζακ», Μέδωντος 3Α, 1060 Λευκωσία , Ώρα: 18:30, Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης, Σύντομο Υπόμνημα: Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου, Απαγγέλτης: Κώστας Ρεούσης, Επικοινωνία: 99 132287 & 22 104244

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟΣ

Υπό την αιγίδα της Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας

!*!

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 13

Ο Αυγουστής Αθανασίου, κάποιες Απόκριες, μεταμφιεσμένος Έλλην-Κύπριος «Lone Ranger», κάπου στην Αθήνα ή στον Πειραιά, νομός Αττικής, Ελλάς -χωρίς μάσκα- μ’ ένα περίστροφο να σκοπεύει/στοχεύει δεξιά με τ’ αριστερό του χέρι και το δάχ (κ) τυλο στη σκανδάλη, και μία σάλπιγγα ή καραμούζα στο δεξί του θηκάρι




Ο Αυγουστής Αθανασίου γεννήθηκε στα σύνορα Νέας Φιλοθέης-Παλαιού Ψυχικού, στην οδό Μουσών, νομού Αττικής, Ελλάς, στις 27 Αυγούστου του 1970. Αυτοχειριάστηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1990, στην Κάτω Ηλιούπολη, στην οδό Πύρρωνος, νομού Αττικής, Ελλάς. Υπήρξε επιστήθιος φίλος τόσο του Κωνσταντίνου Α.  Ει.  Παπαθανασίου όσο και του Κώστα Ρεούση. Ο τελευταίος διασώζει τη μνήμη και τα ποιήματά του, εντός του, έως και σήμερα.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 12

Χωρίον του Τύμβου, Μεσαορία, Επαρχία Λευκωσίας, Κύπρος, Ελλάς, 1965

:Το Φυτώριο Εικαστικής Καλλιέργειας φιλοξενεί:

«Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά» του Οδυσσέα Ελύτη
σε απαγγελία του Κώστα Ρεούση

Σε μία κοινωνία συγκεκριμένη, όπως είναι η κυπριακή, όπου οι σχέσεις των ανθρώπων ανέκαθεν εδράζονταν στο χρησιμοθηρικό όφελος, και σε μία περίοδο (ας την πούμε ευρωπαϊκή) καθώς ο πέλεκυς «χαϊδεύει» το σβέρκο, έρχεται ο λόγος του Οδυσσέα Ελύτη -μέσα από το μικρό δοκίμιο Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά- να θυμίσει στη βάση του εάν όχι στον πυρήνα του, το ποιοι ουσιαστικά και τελικά είμαστε ή πώς εκπορνευτήκαμε. Δίνοντας μία διάφανη προοπτική, που οι μελετητές του ή ακόμη και οι όποιοι αναγνώστες του φρόντισαν να αμαυρώσουν -με τις θεωρίες τους οι πρώτοι και με την ελλειμματική τους προσοχή οι δεύτεροι. Ένας λόγος κρυστάλλινος -άραγε ακατάληπτος;- που συνεχίζει και στις μέρες μας να έρχεται με την ευχή της αφύπνισης. Καθώς οι ψυχές μας παραμένουν, πάντα προς ιδία εμπορία, βάρβαρες δυστυχώς και τ’ αυτιά και τα μάτια μας είναι κακοί μάρτυρες (για να θυμηθούμε έστω κι ανάστροφα τον Ηράκλειτο). Διότι, το να «εξηγούμε» ή «μεταφράζουμε» το λόγο του Ποιητή είναι η συνήθεια που μας οδηγεί στη μίζερη εγκαθίδρυση της απομάκρυνσης από το ανθρώπινο ή θεϊκό στοιχείο της ύπαρξής μας και συνέχειας του είδους σε εξελιγμένη μορφή.

Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία, Σάββατο του Λαζάρου 27 Απριλίου 2013      

Η απαγγελία έλαβε χώρα στις 20.05.2013, 19:30

Φυτώριο Εικαστικής Καλλιέργειας
Σύλλογος Εικαστικών Καλλιτεχνών (Κύπρου) - ΕΙ.ΚΑ
Νεχρού 2
Δημοτικός Κήπος Λευκωσίας, 1102
(δίπλα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και απέναντι από το παλιό Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας)
Τ: 22681088
Ε: vartcy@gmail.com

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 11

Ο Οδυσσέας Ελύτης, στο κέντρο της φωτογραφίας, με συμπολεμιστές του στην Πρώτη Γραμμή Πυρός, 1941

Η λειτουργία της προσωπικής και συλλογικής ποιητικής μνήμης

Αναφορά και απαγγελία στο/του δοκίμιο/δοκιμίου του Οδυσσέα Ελύτη «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος»



   Κυρίες και κύριοι,

η αφορμή για την αποψινή εκδήλωση δόθηκε από τον εικαστικό Σάββα Χριστοδουλίδη, όταν σε ανύποπτο χρόνο με ρώτησε αν είχα υπόψη μου κάποια βιβλία σχετικά με τη «Μνήμη», καθώς μία φοιτήτριά του τού είχε ζητήσει βιβλιογραφία ανάλογη με το θέμα. Ακαριαία μου ήρθε στο νου το δοκίμιο του Οδυσσέα Ελύτη «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος», μαζί με το «Argumentum» που το ακολουθεί και το επικυρώνει με τον πλέον προσωπικό και συλλογικό τρόπο –και τα δύο κείμενα στοιχειοθετημένα ποιητικά, κατιτίς (ας το εμπεδώσουμε) το ισχυρότερο κι απ’ τις, ας πούμε, αδιάσειστες αποδείξεις μίας ανέκκλητης καταδικαστικής απόφασης για εσχάτη προδοσία κατά τη διάρκεια κρίσιμων εθνικών καταστάσεων. Περιέχεται στο δεύτερο τόμο των πεζών κειμένων, του Ποιητή, των ετών 1972-1992, με τον τίτλο Εν λευκώ, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1992, σσ. 357-381, κι έως την προαναφερθείσα πρώτη έκδοση, ανέκδοτο. 

   Κακά τα ψέματα, αν κι αυτά είναι που ευδοκιμούν στον τόπο μας, τον Ελύτη δεν τον γνωρίζουμε, δεν τον έχουμε διαβάσει, δεν τον έχουμε πλησιάσει ούτε κατά διάνοια. Αναμασάμε μονάχα οτιδήποτε η τρύπια μνήμη μας, και βιασμένη από τον τελευταίο ελληνικό πόλεμο του 1974, έχει συγκρατήσει από τη χρονιά που του απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας κι εντεύθεν, αφορώντας κυρίως δημοσιεύματα/αφιερώματα του Τύπου, τηλεοπτικές εκπομπές… άντε κι αυτά που μας έχουν διδάξει στα σχολικά εγχειρίδια και κάποια τραγούδια που μελοποίησαν σημαντικοί Έλληνες συνθέτες, κι ίσως κάποια βιβλία του που αγοράσαμε ή μας έκαναν δώρο και σκονίζονται, εν πολλοίς αδιάβαστα μ’ άκοπες τις σελίδες, στις πανάκριβες μεγαλοαστικές βιβλιοθήκες σαλονιών ή γουμάδων ή άκυρων γραφείων. Απ’ εδώ και πέρα, πλήρες σκότος. Αφήνω δε ασχολίαστες τις όποιες ακαδημαϊκές μελέτες και μονογραφίες έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και την ποίησή του, μια και το μόνο που μπορούν να προσφέρουν σ’ έναν αναγνώστη και επαγγελματία εραστή της ποίησης είναι σύγχυση κι ίσως μόνιμη σεξουαλική ανεπάρκεια/ανικανότητα ή ακόμη κι ευνουχισμό. Εντούτοις, έχουν Γνώση -συμπεριφορών, πρακτικών, διαπλοκών, περιπλοκών, διαστρεβλώσεων, παρερμηνειών- οι Φύλακες, κι ας φαίνεται πως ό,τι επικρατεί τους διαφεύγει, καθώς εκπέμπουν κωδικοποιημένα ατράνταχτα υπομνήματα, ακατανόητα από την αχόρταγη μάζα ενός χρησιμοθηρικού συρμού, που κατά καιρούς και περιστάσεις αποκαλείται… «κυρίαρχος λαός».

   Έχω πει και στο παρελθόν ότι, ο Ελύτης, έχει δώσει ακλόνητες εξηγήσεις τόσο για/με τον εαυτό του όσο και για/με την ποίησή του, μέσα από τον πεζό/δοκιμιακό/φιλοσοφικό λόγο του, που συμπλέει σε πλήρη αρμονία με το κύριο σώμα των ποιημάτων του. Φυσικά, διάφοροι και διάφορες (αδιάφοροι κι αδιάφορες) μ’ αμφισβήτησαν και μ’ αμφισβητούν. Ας είναι, το θέμα είναι να διευθετείς σωστά τον κίνδυνο και να αδιαφορείς για τις εκάστοτε προκλήσεις των καιρών: απαράβατη εντολή ή πάγια διαταγή τού, ας μου επιτραπεί, «Αρχιστράτηγου» της Ελληνικής Ποίησης/Ποιήσεως. Κι εισάγω αυτόν το χαρακτηρισμό/βαθμό, έτσι για ν’ αποστομώσω τον περιβόητο τεχνοκριτικό και διπλωμάτη, σύγχρονο του Ελύτη, Αλέξανδρο Ξύδη, που έλεγε πως «συμπεριφέρεται ως στρατηγός ενώ δεν είναι παρά ένας ανθυπολοχαγός». Πού να ’ξερε… ο λίγος!

  Το λοιπόν, «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος» και «Argumentum», ήτοι επιχείρημα, τα κείμενα που με τη βοήθεια του Θεού και του Ελύτη, θα σας απαγγείλω ευθύς αμέσως από κάποιες διευκρινήσεις, κρίνοντας απαραίτητο να σας δώσω για την πλοήγησή σας σ’ ό,τι ακούσετε. Το πεζό κείμενο/δοκίμιο «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος» εκτείνεται σε μόλις τέσσερις παρά κάτι σελίδες, και ουσιαστικά μας εισάγει στις είκοσι σελίδες του «Argumentum» που το ακολουθεί. Εκεί, μέσα από την απαράμιλλη τεχνική του Ελύτη, επιβεβαιώνεται και ο τίτλος της σύντομης αυτής διάλεξης, «Η λειτουργία της προσωπικής και συλλογικής ποιητικής μνήμης». Συγκρατήστε τις εξής 14 χρονολογίες, και με τη σειρά που τις εκθέτει ο Ποιητής: 1917, 1940, 1941, 1923, 1948, 1960, 1951, 1922, 1943, 1979, 1944, 1965, 1971, 1979. Τις χρονολογίες αυτές, ο Ελύτης, έχει παραθέσει στο αριστερό περιθώριο των τυπωμένων σελίδων, κι αριστοτεχνικά ο λόγος/μνήμη εισέρχεται/εξέρχεται/πισωγυρίζει -όπως σε όνειρο- περιδιαβαίνοντας το συλλογικό δια μέσου του προσωπικού ενσταλαγμένου βιώματος. Ας σταματήσω, όμως, εδώ, κι επιτρέψτε μου να περάσω στην απαγγελία που ίσως σας κουράσει λόγω της έκτασής της. Αξίζει τον κόπο και την υπομονή σας, πιστέψτε με. Μετά το πέρας της ανά γνώσεως, δώστε μου το ελάχιστο του άχρονου/χρόνου να «προσγειωθώ», κι είμαι στη διάθεσή σας για τις όποιες ερωτήσεις ή απορίες ή διαφωνίες ή κρίσεις ή παρεμβάσεις ή ύβρεις σας. Σας ευχαριστώ πολύ.

Κώστας Ρεούσης (Παπαθανασίου)
Λευκωσία, Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014    


Η σύντομη αυτή διάλεξη ακούστηκε την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015 στο «Καφενείο 11», Πειραιώς 27, παλιά Λευκωσία.    

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 10


Οι ποιητές (από αριστερά) Μιχάλης Πιερής, Σωτήρης Παστάκας και Κώστας Ρεούσης, στις 17 Οκτωβρίου 2016, στο φουαγιέ του θεάτρου «ένα» στην παλιά Λευκωσία, κατά τη διάρκεια της ποιητικής βραδιάς που οργάνωσε το Τμήμα Βυζαντινών & Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου για την ποίηση του Σωτήρη Παστάκα, 20:40… ακριβώς & ακριβοί, φωτογραφία Χάρης Παναγιώτου
  

«Η ωδή του αλεξικέραυνου κατακεραυνωμένου ανθρώπου»
 Αντίδωρο στον, «Ύποπτο Φυγής», ποιητή Σωτήρη Παστάκα


Κυρίες & κύριοι καλησπέρα σας,


   Μετά φόβου ποιητών και ποιητικού δαιμονίου προσέρχομαι, ή και μετέρχομαι, να σας μιλήσω για και με τον κύριο Σωτήρη Παστάκα. Κι ο φόβος είναι αγάπη και η αγάπη φόβος, τόσο για το μέγεθος κι εκτόπισμα των κυρίων με τους οποίους παρακάθομαι, μάλλον παραστέκομαι, απόψε μπροστά σας (Μιχάλης Πιερής-Σωτήρης Παστάκας) όσο και για τη μυστική επίκληση του λορκικού ντουέντε που προσδοκώ να με κατακλύσει. Δεν σκοπεύω ν’ αναφερθώ, ωσάν ανέραστος μιζεραμπιλιστής φιλόλογος, στη βιοεργογραφία τού ποιητή, ψυχίατρου, μεταφραστή, δοκιμιογράφου, πότη, καπνιστή, εραστή και πολλά άλλα, Σωτήρη Παστάκα. Ούτε και στην ανοιχτοσύνη του και εγκάρδια προσφορά κι αρωγή του αναφορικά με τους ποιητές/ποιήτριες της 13ης τούτης «βραχονησίδας», με τ’ όνομα Αλάσια ή Κύπρος. Σίγουρα, όμως, πρέπει ν’ αναφέρω πως τη γνωριμία μου μαζί του την οφείλω στον κύριο Γιώργο  Μύαρη. Κοντεύουν ακριβώς 9 χρόνια από τότε, κι ακόμη συγκεκριμένα, 6 χρόνια, στις 21 Οκτωβρίου του 2010 στις πέντε η ώρα το απόγευμα, που τον πρωτοαντίκρισα να με πλησιάζει περπατώντας τη στοά Παπαδοπούλου, στην πλατεία Φανερωμένης της παλιάς Λευκωσίας, μια και πάλι ο κύριος Μύαρης είχε φροντίσει να ορίσει ένα ραντεβού, στο καφενείο του Σύμη Σουκιούρογλου, «Καλά Καθούμενα». Έκτοτε… αφήστε τα να πάνε. Κι αν, ουκ ολίγες φορές, συγκρουσιακά, συνήθως ή πάντα, απ’ τη μεριά μου («ταραγμένος από έμβρυο», έχει στιχοϋφάνει ο ομιλών στην τελευταία ποιητική συλλογή του), πιστέψτε με, πηγαίνουν κι εξακολουθητικά θα πορεύονται μέσα στα χρόνια τ’ άχρονα που μας απομένουν και μας μέλλονται, καθώς αναλογίζομαι εκείνο τ’ αληθές ή θέσφατο που χάραξε ο Νίκος Καρούζος: «Μάταιος ο κόσμος, αλλά πέρασμα.».

   Στο οπισθόφυλλο της συλλογής ποιημάτων του, «Τριλογία», εκδόσεις Παρουσία, 2012, όπου ο Παστάκας εντάσσει τις προηγηθείσες ποιητικές συλλογές-ενότητες, «Χαμένο Κορμί», 2010, «Συσσίτιο», 2011, και την ανέκδοτη, «Ροή Ρακής», ο Κωνσταντίνος Μπούρας, σημειώνει, στο σύντομο κείμενό του με τον τίτλο, «Σπουδή Θανάτου-Γεύσεις Ζωής»: «Ο ποιητής και ψυχίατρος, ο ψυχίατρος και ποιητής Σωτήρης Παστάκας φτάνει με το βιβλίο του αυτό στην άκρα αφαίρεση, στην απόλυτη καθαρότητα του κοινωνούμενου νοήματος. Το ποιητικό υποκείμενο ειρωνεύεται κι αυτοσαρκάζεται υπερβαίνοντας την ίδια την ποίηση προς όφελος ενός λόγου δοκιμιακού, ευσχήμως αναδομημένου. Ο Σωτήρης Παστάκας έχει επιτύχει την καθαρότητα του κοινωνούμενου νοήματος, μακράν πολύ από ακριτομυθίες, μοντερνισμούς, μεταμοντερνισμούς και μετα-μετα-μοντερνιστικές αμηχανίες και ναρκισσισμούς παντός είδους. Είναι εκεί για τους άλλους, για το εμείς, για το εσύ και το εγώ ηχεί αυτοσαρκαστικό, πικρά ειρωνικό, ατελέσφορο κι αδιέξοδο. Καρυωτακικές νότες αυθεντικής απελπισίας, ο Σκαρίμπας, ο Κονδυλάκης κι ο Ρώμος Φιλύρας συνυπάρχουν στην ποιητική του σοφίτα μαζί με τον Μπουκόφσκι και τους σύγχρονους Ιταλούς κι Έλληνες ποιητές. Το χιούμορ είναι ένα βασικό στοιχείο της ποιητικής και της ύπαρξης του Σωτήρη Παστάκα. Τον θυμάμαι πάντα με ένα ποτήρι στο χέρι και να χαμογελάει, να γελάει, να επικοινωνεί με το βλέμμα, με τις μεγάλες ανοιχτόκαρδες χειρονομίες του. Κι αυτό ΕΧΕΙ σχέση με τη γραφή του… . Ο Σωτήρης Παστάκας δεν έγινε τυχαία ψυχίατρος και δεν είναι κατά λάθος ποιητής. Είναι από τις αυθεντικότερες φωνές του καιρού μας, καθαρός, συνεπής, διαυγής σε όλες του τις εκφάνσεις.». Δεν θα διαφωνήσω στο κάτι με τον κύριο Μπούρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα συμφωνήσω στο οτιδήποτε, τουναντίον, μάλιστα, επαυξάνω… «ψαρεύοντας» δύο ποιήματα του Παστάκα, το ένα από την ενότητα, «Συσσίτιο», και τ’ άλλο απ’ την ενότητα, «Ροή Ρακής». Ακούστε το πρώτο: «Ανάμεσα στο θάνατο/και τη ζωή/μου υπολείπεται/μια σαλάτα μπρόκολο.». Ακούστε, τώρα, τον Ελύτη: «Μια εξίσωση από κολοκύθια που βράζουν χωρίς κανέναν προορισμό είναι η ζωή. Αμέτε να μετρηθείτε, αχθοφόροι του ονόματός σας.». Ελληνική ποιητική συμφωνία ζαρζαβατικών, το λοιπόν, εξόχως συμπλέουσα… «Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα», όπως ο Εγγονόπουλος στον «Μπολιβάρ», μας λέει. Ακούστε το δεύτερο: «Μουνί μαγκάλι./Έτσι να βγάλουμε/κι αυτόν τον Χειμώνα./Αγκαλιά μ’ ένα κορμάκι/και μια κουβέρτα.». Ο ερωτισμός στην ποίηση του Σωτήρη Παστάκα είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την παρουσία του, κι ένας στίχος του Αρχίλοχου έρχεται από τον 7ο αιώνα π. Χ., να σιγοντάρει: «παρδακόν δ’ ἐπείσιον.». Ο Νίκος Μουλακάκης μεταφράζει: «Υγρό μουνάκι όλο δροσιά κι οι τρίχες γύρω γύρω.»· ο Ηλίας Κωστόπουλος: «μουσκεμένο το χνούδι της»· ο Δ. Δρακόπουλος: «Το μουχλιασμένο πράμα της.»· ο Γιάννης Δάλλας: «Η τριχωτή χαβούζα της»· ο Κώστας Ρεούσης: «απόνερα μουνοχαράδρας ή και μουνοχανείου». Όμως, όπως και να αποδώσει κανείς, όπως και να εκλάβει κανείς τους στίχους και των δυο, ο Παστάκας το πάει εκεί που σ’ ένα άλλο ποίημά του λέει: «Τα παυσίπονα βυζάκια σου./Οι μυροφόρες παλάμες σου./Το βάλσαμο της αγάπης σου./Για πόσον καιρό θα τα σκέπτομαι;//Πόσον καιρό θα με βασανίζουν;//Έξι μήνες; Ένα χρόνο;//Κάποτε το ξέρω, θα γίνουν:/αδιάφορα βυζιά, παλάμες/ανύπαρκτες, αγάπη.». Οι γυναίκες στην ποίηση και στη ζωή του Σωτήρη Παστάκα βρίσκονται και σ’ εκείνη τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου, «Έλευσις», που κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις Ίκαρος, το 1948, και στο ποίημα, «Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π’ αγαπούμε»: «είν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σαν λιμάνια/(μόνος σκοπός/προορισμός/των ωραίων καραβιών μας)/τα μάτια τους/είν’ οι κυματοθραύστες/οι ώμοι τους είν’ ο σηματοφόρος/της χαράς/οι μηροί τους/σειρά αμφορείς στις προκυμαίες/τα πόδια τους/οι στοργικοί/μας/φάροι», και παρακάτω: «είναι τα κύματά τους/οι υπέροχες θωπείες/οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν/μόνε/μας/δείχνουνε το δρόμο»… και πάει λέγοντας.

   Ως εδώ κατανοητά, ελπίζω, όσα συνυφασμένα ξεστομίζω. Για να σας ψυχανεμιστώ τώρα, μέσα από τον δοκιμιακό λόγο του Μεξικανού, Οκτάβιου Παζ, που ίσως αυθαίρετα αρμόζω με τον ερωτικό ποιητικό λόγο του Παστάκα. Δεν αναφέρω την πηγή, «ας κάνει κάτι κι ο αναγνώστης» που λέει ο Σεφέρης. «Η σχέση της ποίησης με τη γλώσσα είναι παρόμοια με τη σχέση του ερωτισμού με τη σεξουαλικότητα. Και στο ποίημα -γλωσσική αποκρυστάλλωση- η γλώσσα παρεκκλίνει από το φυσικό της σκοπό, την επικοινωνία. Η γραμμική διάταξη είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας. Οι λέξεις διαδέχονται η μία την άλλη κατά τρόπο ώστε ο λόγος να μπορεί να συγκριθεί με τρεχούμενο νερό. Στο ποίημα η γραμμικότητα συστρέφεται, πισωγυρίζει, προχωρεί ελικοειδώς. Η ευθεία γραμμή παύει να είναι το αρχέτυπο και τη θέση της παίρνει ο κύκλος, η σπείρα. Έρχεται κάποια στιγμή που η γλώσσα δεν ρέει πια και, τρόπον τινά, ορθώνεται και κινείται στο κενό. Άλλοτε πάλι παύει να κυλάει και μετατρέπεται σε διάφανο στερεό -κύβο, σφαίρα, οβελίσκο- που υψώνεται στη μέση της σελίδας. Τα σημαινόμενα παγώνουν ή διαλύονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αυτοαναιρούνται. Οι λέξεις δεν λένε τα ίδια πράγματα όπως στον πεζό λόγο. Το ποίημα δεν επιδιώκει πλέον να λέει, αλλά να είναι. Η ποίηση βάζει σε δεύτερη μοίρα την επικοινωνία, όπως ο ερωτισμός την αναπαραγωγή. Μπροστά στα ερμητικά ποιήματα αναρωτιόμαστε αμήχανοι: Τι εννοούν; Αν διαβάσουμε ένα ποίημα πιο απλό, η αμηχανία μας εξαφανίζεται, όχι όμως και η έκπληξή μας. Αυτή η διαυγής γλώσσα -νερό, αέρας- είναι άραγε η ίδια με τη γλώσσα των βιβλίων της κοινωνιολογίας και των εφημερίδων; Στη συνέχεια, αφού ξεπεράσουμε την έκπληξη, όχι όμως και τη μαγεία, ανακαλύπτουμε ότι το ποίημα μας προτείνει άλλη μορφή επικοινωνίας η οποία υπακούει σε νόμους διαφορετικούς από εκείνους που διέπουν την ανταλλαγή ειδήσεων και πληροφοριών. Η γλώσσα του ποιήματος είναι η γλώσσα της καθημερινότητας και, ταυτόχρονα, αυτή η γλώσσα λέει διαφορετικά πράγματα από αυτά που λέμε όλοι εμείς. Αυτή είναι η αιτία της δυσπιστίας με την οποία αντιμετώπισαν τη μυστικιστική ποίηση όλες οι Εκκλησίες. Ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού δεν ήθελε να πει τίποτα διαφορετικό από τα κηρύγματα της Εκκλησίας, ωστόσο, δίχως να το θέλει, τα ποιήματά του λένε άλλα. Τα παραδείγματα αφθονούν. Ο επικίνδυνος χαρακτήρας της ποίησης ενυπάρχει στην άσκησή της και παραμένει ο ίδιος σε όλες τις εποχές και σε όλους τους ποιητές. Υπάρχει πάντοτε ένα ρήγμα μεταξύ του κοινωνικού και του ποιητικού λόγου. Η ποίηση, όπως έχω ξαναγράψει, είναι η άλλη φωνή. Γι’ αυτό είναι φυσική και συνάμα ανησυχητική η αντιστοιχία της με τις μορφές του ερωτισμού, σκοτεινές και λευκές, στις οποίες έχω άλλοτε αναφερθεί. Ποίηση και ερωτισμός γεννιούνται από τις αισθήσεις αλλά δεν σταματούν εκεί. Στην πορεία τους εφευρίσκουν φανταστικά σχήματα: ποιήματα και ιεροτελεστίες.». Φτάνει ν’ απαγγείλω ένα και μόνο ποίημα, απ’ τα πολλά ερωτικά του Παστάκα, και το οποίο αγαπώ ιδιαίτερα, που μου φωτίζει ή σκοτεινιάζει στους στίχους του αυτά που μόλις σας διάβασα μέσω του Παζ: «Ο πόνος αρχίζει όταν ξεχνάμε/την πληγή. Έξοδος του βλήματος/δεν υπάρχει. Η είσοδός του έχει/ιαθεί και κλείσει.//Ο πόνος είναι κατάκλειστος./Δεν μπορείς να τον εντοπίσεις/σε όργανα, σε ιστούς και κύτταρα.//Τίποτα δεν τον μαρτυρεί./Διάχυτος κι ασύλληπτος,/σαν τη χαρά φαντάζει. Ο πόνος,/αγάπη μου, γίνεται όταν είναι/μεγάλος, χαρά που συναρπάζει.//Μόνον όποιος αγάπησε πολύ,/μπορεί να αγαπήσει πάλι.». Κι ένας ακόμη στίχος του… μόνος, απλός, άτιτλος και όμως… ποίημα αυτόνομο κι ακαριαίο: «Σαρκοβόρα ζωή».

    Ο σπουδαίος Αμερικανός ποιητής Τζακ Χίρσμαν (γεννημένος το 1933 στη Νέα Υόρκη, και τώρα μόνιμος κάτοικος του Αγίου Φραγκίσκου στην Καλιφόρνια), και φίλος, πλέον, του Παστάκα, στον πρόλογο του βιβλίου, «Food Line», όπου μεταφράζει την «Τριλογία» μαζί με τον Ελληνοαμερικανό, Άγγελο Σακκή, και κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Βορείου Αμερικής το 2014, χαρακτηρίζει την ποίησή του και τον ίδιο… ακριβώς έτσι: «He writes a poetry that I like to refer to aswrite-on’. Meaning that, whether because of his being a medical doctor or because of his poetic insight, Pastakas’ poetry is very direct, contemporary and it speaks the Now.». «Μιλάει το Τώρα», λοιπόν, κι ο Χίρσμαν το «Τώρα» το γράφει με κεφαλαίο το ταυ. Άραγε, ποιο «Τώρα»; Σίγουρα, όχι αυτό που επιδερμικά, φορές, αντιλαμβανόμαστε όλοι. Ο Παστάκας, κυρίες και κύριοι, μιλάει για το «Τώρα» που αχθοφέρνει στο σώμα του εδώ και 62 χρόνια που τον ξέβρασε η μάνα του στον πλανήτη Γης, μέσα στη γλώσσα την παμπάλαια, την ελληνική. Μιλάει για και με το «Τώρα», του παιδιού, του έφηβου, του άντρα που είναι. Κι αυτό το «Τώρα» αφορά στην πολιτική του τοποθέτηση, στους φίλους του, στους ψυχασθενείς που κούραρε, στους ομότεχνούς του,  στις γυναίκες που αγάπησε και μίσησε, στις γυναίκες που τον αγάπησαν και μίσησαν, στο γάτο του τον Χόρχε, στον αλκοολισμό του, στις περιπέτειες της υγείας του, στους συγγενείς του, στη Λάρισα, στη Ρώμη, στην Αθήνα, στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στις χώρες που ταξίδεψε -είτε ως ψυχίατρος είτε ως ποιητής-, στην, εν τέλει, αλήθεια του, χωρίς συμπλέγματα, φιοριτούρες, τσιριμόνιες και γεροντικούς παλιμπαιδισμούς. Κι όλα αυτά με πλήρη επίγνωση, και ας μην ίσως το έχει διαβάσει, αυτού που σημειώνει ο Ελύτης μες στις σελίδες της μεταθανάτιας ποιητικής συλλογής του, «Εκ του πλησίον»: «Όπως ο στάχυς μεταβάλλει τη σοφία του σε άρτο, έτσι κι ο ποιητής την αφροσύνη του σε πικρόν υδράργυρον, αλλ’ αγάπης.». Κυρίες και κύριοι: «Εκατοντάδες χρόνια πριν, όταν υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που δεν είχαν κλεισθεί στο κλουβί των αιτίων και των αιτιατών, η καρέκλα πετούσε και η θάλασσα πατιόταν. Ο ροφός ανέβαινε το ρεύμα των φυλλωμάτων κι όλοι οι δαίμονες των αγροκηπίων βομβίζοντας περιβάλλονταν το ιμάτιο του Αγίου. Μ’ άλλα λόγια, τότε που του ’παιρναν του ανθρώπου τη μιλιά οι ξωθιές, αυτός μιλούσε. Σήμερα κιοτεύει και συντηρείται με τη μασημένη τροφή των μέσων μαζικής ενημέρωσης –πούθε να περάσει ο άγγελος; ‘Μα είναι πλάσμα της φαντασίας σου’ ψιθυρίζουνε δειλά μερικοί. Ωραία. Κι εκείνη τίνος πλάσμα είναι; Ρωτάω. Ένα βόδι μας βλέπει ή μας φαντάζεται; Η ομορφιά της τέχνης οφείλεται στα υλικά ή στην απόσπαση από αυτά μιας παράστασης που υπερβαίνει το αρχικό υπόδειγμα; Στις Σημειώσεις του ο Braque εξομολογείται ότι για να κινήσει ζωγραφικά το ενδιαφέρον του ένα οποιοδήποτε αντικείμενο είναι ανάγκη προηγουμένως ν’ αποξενωθεί από την χρηστική του ιδιότητα. Κι εγώ, από το μέρος το δικό μου, εξομολογούμαι ότι μπροστά σ’ ένα ωραίο τοπίο δεν θα μπορούσα να γράψω τίποτε. Η φυσική ομορφιά καταπιέζει τη νοητική, που αιτείται την πλήρη απόσπαση και ανάπτυξή της ως το απίθανο. Καλά να ’ναι λοιπόν, από την άποψη αυτή, του καθενός μας η ιδιωτική οδός· που βγάζει σ’ ένα ‘παντού’ που είναι των άλλων το ‘πουθενά’.», τούτα κατά τον Οδυσσέα Ελύτη, κι αφορούν άμεσα και στον Παστάκα και στην «ιδιωτική οδό» της ποιήσεώς του από την εποχή της πρώτης του ποιητικής συλλογής, «Το αθόρυβο γεγονός», του 1986, έως και σήμερα ή «Τώρα». Ακούστε το ποίημά του, «Υπερβολή του απομεσήμερου»: «Μεγάλωσα στην υπομονή κι η υπομονή/Μου άμβλυνε την όραση. Μια όαση/Ανθίζει τώρα στο κέντρο του δωματίου./Την οικεία προοπτική της επίπλωσης/Καλύπτει άγρια βλάστηση. Αναρίθμητα/Φυτά αναρριχώνται στους τοίχους./Θα σβήσουν βέβαια, δίχως ν’ αφήσουν ίχνος,/Αν δεν ολοκληρώσω τη μεταμόρφωσή μου/Και γίνω το ταπεινό ερπετό της ερήμου,//Ο κάκτος που προϋποθέτει το όραμα.».

   Στις 13 Δεκεμβρίου του 2006, ημέρα των γενεθλίων του Σωτήρη Παστάκα, ο κύριος Νίκος Λέκκας καταγράφει μια κουβέντα που είχε με τον ποιητή και αφορά στις ουσίες: αλκοόλ και ναρκωτικά, αν και σ’ ό,τι αφορά στα ναρκωτικά προτιμώ το, «ουσίες που διευρύνουν τη συνείδηση». Όπως και να έχει, η συζήτηση είναι τολμηρή, ένας τοξικομανής κι ένας αλκοολικός, δυο πρώην χρήστες, βάζουν κάτω τις εξαρτήσεις τους κι αναζητούνε δύσκολες αλήθειες πίσω απ’ τα βιώματα. Ο Παστάκας, ανάμεσα σε πολλά όμορφα και σκληρά, αποκαλύπτει κι αποκαλύπτεται: «Όπως δεν νοείται η Οδύσσεια χωρίς συντρόφους -τι θα ήταν ο Οδυσσέας;- έτσι δεν νοείται και η εξάρτηση χωρίς συντρόφους. Είναι μια διαδικασία μύησης, γιατί κανένας δεν παίρνει στο λαιμό του κανέναν, θέλεις και το κάνεις, ούτε σε παρασύρουν ούτε σε επηρεάζουν, απλώς, όπως λέω και σ’ ένα ποίημα, για τον μακαρίτη τον αλκοολικό το φίλο μου, τον ποιητή Θανάση Δημούλη, είναι αυτοί που συνεχίζουνε… Οι πότες είναι αυτοί που συνεχίζουν την παρέα, δηλαδή κάποια στιγμή, η παρέα σκορπάει, και αυτοί που επιμένουν, αυτοί που παραμένουν, αυτοί που συνεχίζουν, αυτοί έχουν και την εξάρτηση: μένει ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του που τους χάνει σιγά-σιγά αλλά ο πότης είναι αυτός που κρατάει όρθια την βάρδια και γι’ αυτό υπάρχουνε και οι κόντρες, δηλαδή ο ένας πότης αντιμετωπίζει με δέος τον άλλο πότη για να δει ποιος θα πέσει κάτω, πρώτος στο πάτωμα… Η πιο καλή μαστούρα είναι η σούρα. Τη σούρα όπως και να την πετύχεις δεν υπάρχει πρόβλημα, δηλαδή άλλος προτιμά το ένα, άλλος το άλλο… Απ’ τη θητεία μου σ’ αυτά τα πράγματα, οι πιο δυνατοί μύστες ήταν όλοι κολλημένοι στο ουίσκι. Ίσως είναι της γενιάς μας. Εμείς ήμασταν κολλημένοι με το ουίσκι, οι μεγαλύτεροι πότες που έχω συναντήσει ήταν κολλημένοι με το ουίσκι. Φυσικά δεν παίζει κανένα ρόλο η ουσία, η διάκριση είναι το ζητούμενο, το ‘ταξίδι του Οδυσσέα’, το να αντιμετωπίσεις τα τέρατα που κουβαλάς μέσα σου, τις σειρήνες, όλα αυτά τα πράγματα, να παλέψεις με τα στοιχειά που κουβαλάς μέσα σου, που μόνο το ποτό -η ουσία- μπορεί να σου προσφέρει ένα τέτοιο ταξίδι. Είναι οι σύντροφοι στην Οδύσσεια, τα καρντάσια στη μαστούρα… Είχα ρωτήσει κάποτε τον Γιώργο  τον Καραβασίλη πότε γράφει, αν γράφει ξενέρωτος ή όχι. Φυσικά ο Γιώργος δεν απάντησε, με κοίταξε μάλιστα και απαξιωτικά και σήκωσε το ποτήρι για ένα τσούγκρισμα…». Όλα όσα έχω πει μέχρι τώρα για τον Σωτήρη Παστάκα, κατοικοεδρεύουν στην έβδομη σημείωση για την ποίηση, του Μιχάλη Πιερή: «Υπάρχει ένας κώδικας ηθικής μέσα στον έκλυτο, για τη συμβατική ηθική, βίο του καλλιτέχνη εν γένει ή ειδικότερα του ποιητή. Άλλωστε, η ζωή ενός πραγματικού δημιουργού, όπως και κάθε γνήσιο έργο τέχνης, δεν μπορεί παρά να υπονομεύει τη διαφθορά που περικλείνει ο δήθεν ηθικός βίος της οργανωμένης υποκρισίας, της θρησκοληψίας, της πατριδοκαπηλίας και της σκηνοθετημένης σεμνότητας που είναι σεμνοτυφία, της κρατικής βίας, της νόμιμης απάτης και της εξουσίας των λογής θεματοφυλάκων της κατεστημένης ηθικής. Μιλώ φυσικά για την εντιμότητα του τεχνίτη που είναι πραγματικά δοσμένος στο έργο που δημιουργεί. Οπότε, ό,τι και αν είναι ο ίδιος στα μάτια και τα μέτρα της συμβατικής ηθικής (ακόμη και ανήθικος ή διεφθαρμένος, για να το πω έτσι προκλητικά), δεν παύει η ζωή του να είναι έντιμη, δεν παύει ο βίος του να είναι αδιάφθορος, εφόσον υπηρετεί με τιμιότητα την τέχνη του.».          

   Κυρίες και κύριοι, ολοκληρώνω την ομιλία αυτή με την απαγγελία του ποιήματός μου, «Η ωδή του αλεξικέραυνου κατακεραυνωμένου ανθρώπου» -το οποίο έδωσε και τον τίτλο αυτού του κειμένου- που συνέλαβα, κυοφόρησα, γέννησα και αφιέρωσα στον Σωτήρη Παστάκα, πριν από δύο χρόνια, στις 13 Δεκεμβρίου του 2014, ημέρα που καβατζάρισε τα 60α του χρόνια: 


Πώς ποταμού χαραγματιά απ’ το φρύδι ερωτομανεί με την καύτρα

Πλάκες τεκτονικές που συναντώνται στο μέτωπο του ρήγματος
ενός κρανίου ποιητή

Μια μεταχειρισμένη ένδοξα πένθιμη καρδιά
κυκλοφορεί στα βράχια φύκια της γενειάδας
του ατρόμητου κασμά

Στις αλαταποθήκες της ράχης φωλιάζουν
στρείδια καμωμένα από αλλόφρονα φρενιασμένες ψυχές
που εισακούστηκαν

Ένα βαθύ κράτος αλκοολικού βλέμματος
λαμβάνει βαπόρι ματσακόνι
μαντρώνοντας κοντραμπατζήδες

Στο μπαλαούρο μπαρμπούτι με το μουνί μαγκάλι
ένα περιδέραιο ηχεί μεσίστια

Εξήντα χρόνια τζόβενο μαρκόνης πλοηγός και καπετάνιος


Σας ευχαριστώ.

Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία, Οκτώβριος 2016


Το κείμενο αυτό διαβάστηκε, στις 17 Οκτωβρίου 2016, στην εκδήλωση που οργάνωσε το Τμήμα Βυζαντινών & Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου για την ποίηση του Σωτήρη Παστάκα, στο φουαγιέ του θεάτρου «ένα», στην παλιά Λευκωσία.