Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περιθωριακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περιθωριακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Περιθωριακά 60

Το εξώφυλλο ενός σπάνιου βιβλίου

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
«Οι θρυλικές συνυφάδες ή που ’σαι θείε Κάρολε»

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Πίσω στην Αθήνα του 1981, μια πειραματική έκδοση σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, κυκλοφορεί «συνωμοτικά» μεταξύ φίλων και φυσικά εκτός εμπορίου, πράξη που τουλάχιστον τότε χάλαγε τη χρησιμοθηρική πιάτσα

Λίγο πριν μας αφήσει ο 20ός αιώνας, σ’ ένα κλασικό δυάρι στην περιοχή της πλατείας Αμερικής, εκεί χαμηλά κάπου στην Κνωσού κοντά στο ζαχαροπλαστείο «Σαράι» με τα πλέον εύγεστα προφιτερόλ της πόλης, στη βιβλιοθήκη του μέγιστα «ανισόρροπου» φίλου Θ.Δ., ανακαλύπτω το βιβλιαράκι του τίτλου του ταπεινού τούτου κειμένου. Ο φίλος, πρώτος ξάδερφος του Θάνου Σταθόπουλου (ενός εκ των τριών «σωματοφυλάκων» του μεγάλου Νίκου Δ. Καρούζου -οι άλλοι δύο, γνωστό στο πανελλήνιο, ήταν ο συγγραφέας που μας απασχολεί εδώ και ο Γιώργος Κακουλίδης) απ’ τον οποίο του είχε προσφερθεί, χωρίς δεύτερη κουβέντα μου το χάρισε με την προτροπή της αναδίφησης σ’ αυτό σε χρόνο άδηλο.
   Έτσι, δεκαπέντε χρόνια μετά την απόκτηση του πολύτιμου αυτού βιβλίου και τριάντα τέσσερα μετά την κυκλοφορία του, μία ανάγκη χαιρετισμού (κατά το «χαιρέτωσαν») στο πρόσωπο του συγγραφέα του -που ειρήσθω εν παρόδω κατοικοεδρεύει στο «Ηδύφωνο» με τη στήλη «Καντράν» δύο σελίδες παρακάτω- με ωθεί να μιλήσω με το ελάχιστο που μου αναλογεί.
   Μία πρωτοποριακή, εάν όχι επαναστατική, «φωτοβολίδα» σκάει λοιπόν στην Αθήνα των αρχών του ’80. Στην Αθήνα του «ζιβάγκο» και της «κλαδικής», ο εικοσάχρονος Γ.-Ι. Μπαμπασάκης προερχόμενος από το Βόλο αρχίζει να αλώνει και να αλώνεται τις/στις μέρες και τις/στις νύχτες του αθηναϊκού κέντρου παρέα με τους όμορφους/όμορφες φίλους/φίλες του. Επιλέγοντας την πλέον ρηξικέλευθη χρήση του μονοτονικού συστήματος (εισήχθη στην ελληνική παιδεία με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1981) όπου, ανάμεσα σε άλλους κανόνες, οι λέξεις που τονίζονται στη λήγουσα δεν παίρνουν τονικό σημάδι, ο Μπαμπασάκης εκθέτει απροκάλυπτα όλα τα στοιχεία που θα αποτελέσουν τη συγγραφική βάση του, με τη γλώσσα να κινείται απρόσκοπτα μεταξύ δημοτικής, καθαρεύουσας και ευφάνταστων νεολογισμών.
   Στο συγγραφικό σινάφι σήμερα, ο νεαρός τότε συγγραφέας, είναι απλά ο «Ίκαρος», κι όταν μιλάμε γι’ αυτόν (φορές εκθειάζοντας, φορές καταβαραθρώνοντας, φορές ανυψώνοντας, φορές χλευάζοντας -προσωπικά αυτό το «λαϊκή ελίτ» που, σαν το «Κύριε ελέησον… ο παπάς πίνει καρνέισιον», κοπανάει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, ποτέ δεν το συμμερίστηκα-, φορές υπερβάλλοντας αβανταδόρικα και τα λοιπά) αναγνωρίζουμε την αγάπη που τρέφουμε για και με την αφεντιά του… ακόμη κι όταν (ποτέ πισώπλατα) του σέρνουμε τα εξ αμάξης.
   Για το ντοκουμέντο, λοιπόν, της υποθέσεως (που ανεξιχνίαστη, είθε Θεέ μου, να μείνει) παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο, το εξώφυλλο και μία φωτογραφία-κολάζ του νεαρότατου τότε Ίκαρου που υπάρχει στις σελίδες του. Διατηρώ τη στίξη, τον τονισμό και την ορθογραφία του πρωτοτύπου:

   «Ο συγγραφευς αφοσιώνεται πλέον ανενόχλητος και απερίσπαστος στο έργο του. Κατά καιρους εξοντώνει τους θρασεις, περίεργους κι ενοχλητικους οι οποίοι κωλύουν την δημιουργία του. Τέρμα στην οποιαδήποτε ατασθαλία. Θα παταχθει κάθε έντομο. Έξω οι μυιγές απο το γάλα. Εργασία και χαρα. Και πολλες συνεντεύξεις.
-Τι έχετε να μας πείτε για το νέο σας έργο;
-Τιτλοφορείται «ΟΙ ΘΡΥΛΙΚΕΣ ΣΥΝΥΦΑΔΕΣ Ή ΠΟΥ ’ΣΑΙ ΘΕΙΕ ΚΑΡΟΛΕ» όπως ίσως γνωρίζετε. Πρόκειται για μια συρραφη καταστάσεων, γεγονότων, περιπτώσεων, απόψεων και κειμένων απαλλοτριωμένων απο γραπτα σοφων και μη ανθρώπων.
-Πιστεύετε ότι θα συνταράξει και θα συγκλονίσει το πανελλήνιον;
-Οπωσδήποτε ναι! Και το παγκόσμιον! Διάσημοι κύριοι, δεν επιτρέπω στον εαυτο μου να προβει στην αποκάλυψη των ονομάτων τους, με ενεθάρρυναν και μου διαβεβαίωσαν την ευαρέσκειά τους…
-Φημολογείται ότι συναντήσατε κάποιες δυσκολίες με τους ήρωές σας!...
-Ομολογω πως ναι. Πλην όμως δεν είταν παρα οργανωμένο σαμποταζ, προβοκάτσια, απο πανικοβλημένους συναδέλφους συγγραφεις.
-Πανικοβλημένους;…
-Μάλιστα. Το ζωηρον φως της μυθιστορίας ετύφλωνε τους ποταπους αυτους κυρίους. Το αφαντάστου ωραιότητος αυτο έργον μου οριστικοποιει την εκμηδένισή τους. Ο πανικος της εν λογω εκμηδενίσεως τους ωδήγησεν στην αποτρόπαια όσο και σπασμωδικη ενέργεια του σαμποταζ, ελπίζοντες την καταστροφην της μυθιστορίας. Ηγνόησαν όμως τους αστάθμητους παράγοντες και υπετίμησαν την Κλαουζεβιτσικην παιδείαν μου. Εξ άλλου δεν έλαβον υπόψιν τους το σημαντικο γεγονος ότι η μυθιστορία είναι «αυτοκαταστρεφόμενη».
-Τι εννοείτε «αυτοκαταστρεφόμενη»;
-Εμελέτησα επι έτη πολλα την τέχνην του λόγου. Φρονω, εν ολίγοις, ότι η λογοτεχνία εδέχθη πλήγματα θανατηφόρα κυρίως απο το κατηραμένο έκτρωμα του Dada. Έκτοτε πάσα απόπειρα λογοτεχνικη ναυαγει αμετακλήτως. Εγω επιθυμώντας να εκφράσω πιστότερα το λυπηρον αυτο γεγονος απεφάσισα να δημιουργήσω ένα «αυτοκαταστρεφόμενο» έργο. Πάντως, εν γένει, δεν διακρίνω ουδεμίαν ευοίωνον προοπτικην. Γεγονος όμως το οποίον ουδόλως με πτοει. Άλλωστε υπάρχουν και άλλες πολλες ενδιαφέρουσες ασχολίες.
-Όπως;;
-Όπως η κηπουρικη, η βαλλιστικη, η ξιφασκία, το ποδόσφαιρο, το video, ο έρως, η ρουλέττα…
-Ειρωνεύεσθε ασφαλως.
-Ομολογω πως όχι. Καθόλου μάλιστα. Όσον αφορα εσας τους δημοσιογράφους πιστεύω ότι είστε ο απόπατος του αποπάτου.
   Η συνέντευξη διακόπτεται βιαίως. Ο συγγραφευς με άψογα κεφαλοκλειδώματα καταφέρνει να ακινητοποιήσει τον δημοσιογράφο και να αρπάξει την κασέτα απο το μαγνητοφωνάκι του. Το βάζει στα πόδια. Χώνεται στο πρώτο καφενείο που βρίσκει μπροστα του. Παραγγέλνει φραπε με γάλα. Στα χείλη του ανθίζει αργα-αργα ένα θριαμβευτικο μειδίαμα. Την νύχτα κοιμήθηκε ήρεμα και βαθεια σαν μωρο.».

[ΑΥΝΑΝΙΣΜΟΣ σ. 25-ΒΑΥΚΑΛΙΣΜΟΣ σ. 26]


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015, σ. 5.

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Περιθωριακά 59

Bartolomeo Vanzetti (11.06.1888-23.08.1927) & Nicola Sacco (22.04.1891-23.08.1927)

Σάκο και Βαντσέτι

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Οι δύο Ιταλοί αναρχικοί που καταδικάστηκαν σε θάνατο χωρίς να υπάρχουν ενοχοποιητικά στοιχεία, είδαν τη ζωή σαν ένα όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο. Σαν έναν αγώνα όλων των καταπιεσμένων που ζούσαν στο πετσί τους την άγρια εκμετάλλευση.


Ο Νικόλα Σάκο, που γεννήθηκε το 1891, και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι, κατά 3 χρόνια μεγαλύτερός του, Ιταλοί μετανάστες στις Η.Π.Α., θύματα μιας δικαστικής πλάνης κατά τη δεκαετία του ’20, καταδικάστηκαν σε θάνατο και αποκαταστάθηκαν πολύ αργότερα το 1977. Η υπόθεσή τους για πολλές δεκαετίες ενσάρκωνε τον αγώνα της ελευθερίας κατά της αδικίας και του αμερικανικού συντηρητισμού.
   Το 1920, ο λογιστής και ταμίας ενός εργοστασίου υποδημάτων της Μασαχουσέτης δολοφονείται αφού του αφαιρέθηκαν 16.000 δολάρια τα οποία μετέφερε. Δύο Ιταλοί αναρχικοί (και αυτοί οι δύο προσδιορισμοί θα παίξουν καθοριστικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια της υπόθεσης) συλλαμβάνονται. Οι καταθέσεις τους αρχικά είναι λίγο συγκεχυμένες και έπειτα δεν έχουν καλή υπεράσπιση στη διάρκεια της δίκης. Επιπλέον ο δικαστής Γουέμπστερ Θάγιερ μεροληπτεί σαφώς εις βάρος τους. Έτσι, οι Σάκο και Βαντσέτι θα καταδικαστούν σε θάνατο το 1921. Θα επιχειρηθούν τα πάντα για να γλιτώσουν από την ηλεκτρική καρέκλα: τα συνδικάτα κινητοποιούνται σε ολόκληρο τον κόσμο, οι ομάδες των αναρχικών οργανώνουν μια από τις πιο μαζικές εκστρατείες του αιώνα, οι ίδιοι συνεχίζουν τη μάχη τους μέσα στη φυλακή, όπου ο Βαντσέτι ηγείται πολλών απεργιών πείνας.
   Απέναντι στους υποστηρικτές της αναθεώρησης της δίκης, ο δικαστής Γουέμπστερ εκφράζει το αίσθημα της συντηρητικής Αμερικής: ακόμη και αν δεν διέπραξαν το έγκλημα, τα «ιδανικά τους ήταν κατ’ ουσίαν εγκληματικά». Είναι ένοχοι επειδή επαναστάτησαν εναντίον της τάξης. Ακριβώς έτσι ο καθένας καταλαβαίνει το «πράγμα», ακόμη και ο ίδιος ο Σάκο που γράφει στο γιο του μερικές ώρες πριν από την εκτέλεσή του, την Τρίτη 23 Αυγούστου 1927: «Να είσαι δυνατός και να μην κλαις! Μην ξεχνάς ποτέ να συντρέχεις τους αδύναμους που ζητούν βοήθεια και τους κατατρεγμένους γιατί αυτοί είναι οι καλύτεροι φίλοι σου. Έχουν συντρόφους που πολέμησαν και πέθαναν, όπως ο Μπάρτο και ο πατέρας σου, γιατί πολέμησαν για την ελευθερία όλων των φτωχών εργαζομένων».
   Πολυάριθμες διαδηλώσεις, συχνά βίαιες, οργανώθηκαν τότε σε όλον τον κόσμο, έχοντας σαν στόχο τις αμερικανικές πρεσβείες. Μια κραυγή οργής ξεχύνεται: «Τώρα όλα τελείωσαν. Είναι νεκροί. Είναι νεκροί επειδή ονειρεύτηκαν μια καλύτερη ανθρωπότητα. Και εσείς που, παρά την απόσταση που μας χωρίζει, έχετε μοιραστεί τον πόνο τους και τις αγωνίες τους, δεν θα ξεχάσετε (εφημερίδα «Libertaire» ειδική έκδοση της 23ης Αυγούστου 1927). Μια κραυγή οργής που θα αντηχεί σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα.
   Πενήντα  χρόνια μετά τη δολοφονία των Σάκο και Βαντσέτι, στις 23 Αυγούστου 1977, ο τότε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Μάικλ Ντουκάκις (γιος μεταναστών ελληνικής καταγωγής ο ίδιος), αναγνώρισε ότι η πολιτεία χάλκευσε και απέκρυψε στοιχεία στη δίκη, τους αποκατέστησε επίσημα και κήρυξε την 23η Αυγούστου «Ημέρα Σάκο και Βαντσέτι, ενάντια στον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και υπέρ της ανοχής», καλώντας τους πολίτες της Μασαχουσέτης κάθε τέτοια μέρα «να αφήνουν για λίγο τη δουλειά τους για να αναλογιστούν τους κινδύνους του ρατσισμού και των προκαταλήψεων και την ανάγκη της συνδιαλλαγής με κάθε ιδέα, ακόμα και αυτή που μοιάζει ακραία».


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 30 Αυγούστου 2015, σ. 5.

Περιθωριακά 58

Κάποιες απ’ τις αφίσες του γαλλικού Μάη του ’68

Οι αφίσες του Γαλλικού Μάη ’68

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

«Qui sème la misère
Récolte la colère
Révolution sociale et libertaire!»
!*!
«Όποιος σπέρνει τη μιζέρια
Θερίζει την οργή
Κοινωνική επανάσταση ελευθεριακή!»

(Σύνθημα του Γαλλικού Μάη ’68 σε τοίχο της Σορβόννης)


Λίγοι μήνες κατάφεραν στον 20ό αιώνα, να γίνουν «αυθύπαρκτοι», να μην έχουν ένα συγκεκριμένο χρόνο για να προσδιοριστούν με ακρίβεια. Στην Ελλάδα είχαμε τα «Δεκεμβριανά» και κατόπιν τα «Ιουλιανά». Στην Κύπρο τα «Οχτωβριανά του ’31» και αργότερα τον «Ιούλιο του ’74». Όμως, ο «Οκτώβρης», ο ισπανικός «Μάης» της Βαρκελώνης και ο γαλλικός «Μάης» δεν ανήκουν σε μια χώρα, είναι πια παγκόσμια σύμβολα! Είναι απλούστατα, ορόσημα για όλους. Στην πραγματικότητα, ο Μάης δεν είχε τριάντα ημέρες. Δεν ήταν καν μόνο γαλλικός. Ήταν και η «Άνοιξη της Πράγας», ο ξεσηκωμός των αμερικανικών πανεπιστημίων, οι φοιτητικές διαδηλώσεις στη Βαρσοβία, η προολυμπιακή σφαγή των 650 σπουδαστών στην πόλη του Μεξικού, ο έρπων Μάης των ιταλικών σχολών και εργοστασίων, η γενικευμένη κοινωνική έκρηξη σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο! Ήταν προφανώς τα «κόκκινα πανεπιστήμια» και η «φοιτητική εξουσία». Ήταν όμως, και κυρίως, τα 10 εκατομμύρια των Γάλλων απεργών στα εκατοντάδες εργοστάσια που είχαν καταλάβει, στο μεγαλύτερο απεργιακό κίνημα του εικοστού αιώνα! Ήταν οι πρωτόγνωρες διεθνιστικές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις για το Βιετνάμ και την Πράγα στις μητροπόλεις της Δύσης. Ήταν η φοιτητική και εργατική νεολαία που αμφισβητούσε τα πάντα, από τις αξίες των πατεράδων της έως τις ίδιες τις βάσεις του συστήματος που την έκανε να ασφυκτιά. Κι όπως ήταν φυσικό, αυτή η καίρια αμφισβήτηση δεν μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτα ούτε τα σύνορα, ούτε τις κλασικές σκοπιμότητες της real politic. Στο διάβα της υποχωρούσαν τα ταμπού, κλυδωνίζονταν οι αμετακίνητες αστικές αξίες και απελευθερώνονταν οι δημιουργικές ικανότητες των καλλιτεχνών. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, άλλαζε δραστικά το καθημερινό μας τοπίο, έστω κι αν παρέμεινε ανέγγιχτη η ουσία των προβλημάτων. Τι ήταν λοιπόν, αυτός ο κοσμογονικός Μάης; Ένα ανεπανάληπτο ομαδικό ψυχόδραμα ή μήπως μια πρώτη γεύση του μέλλοντός μας; Σ’ αυτό το σημείο οι γνώμες διίστανται. Κατά σύμπτωση, οι υποστηρικτές της πρώτης εκδοχής είναι ακριβώς οι ίδιοι, που λίγες εβδομάδες πριν τις οδομαχίες στο Καρτιέν Λατέν και τις κόκκινες σημαίες στο εργοστάσιο της Renault, μονοπωλούσαν τις προθήκες των μεγάλων βιβλιοπωλείων με τα πονήματά τους περί της μικροαστικοποίησης της εργατικής τάξης και της απάθειας της νέας γενιάς!  

Atelier Populaire
Σ’ αυτό το κλίμα οι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών μετέτρεψαν την κατάληψή τους σ’ ένα «Λαϊκό Εργαστήριο» -το Atelier Populaire. Πάνω από 600 αφίσες σχεδιάστηκαν τις ημέρες του Μάη, για τις ανάγκες των απεργιών και των καταλήψεων και κυκλοφόρησαν σ’ ένα τιράζ, που ξεπερνούσε τα 200.000 αντίτυπα.
  Στις 15 Μαΐου η γενική συνέλευση των φοιτητών της Σχολής Καλών Τεχνών διακήρυσσε: «Γιατί κλιμακώνουμε τον αγώνα μας; Ενάντια σε τι παλεύουμε; Παλεύουμε ενάντια στο ταξικό πανεπιστήμιο. Ενάντια στο σύστημα της ταξικής επιλογής, που λειτουργεί σε βάρος των παιδιών της εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτών. Αναγνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να νικήσουμε σ’ αυτόν τον αγώνα μόνοι μας. Η πάλη ενάντια στο ταξικό πανεπιστήμιο πρέπει να συνδεθεί οργανικά με την πάλη όλων των εργατών ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση. Γι’ αυτό αφιερώνουμε όλες μας τις δυνάμεις στον κοινό αγώνα ενάντια στο σύστημα. Καθήκον του Atelier Populaire είναι να δώσει αποφασιστική στήριξη στο μεγάλο κίνημα των εργατών. Δεν πρέπει να πέσουμε στην παγίδα του κοινοβουλευτισμού και της ταξικής συνεργασίας. Η απάντηση στον Ντε Γκολ και το σύστημά του είναι η εξουσία του λαού και γι’ αυτό επιλέγουμε το πεδίο μάχης των εργατών (τις απεργίες και τις καταλήψεις) σαν το πεδίο, του δικού μας συλλογικού αγώνα ενάντια στην εξατομικευμένη αστική καλλιτεχνική δημιουργία».
  Η πρώτη αφίσα ήταν μία λιθογραφία που είχε ως έμβλημα τα τρία U: Usines-Universités-Union (Εργοστάσια-Πανεπιστήμια-Ένωση). Η λιθογραφία όμως ήταν μία πολύ χρονοβόρα διαδικασία, κι έτσι ένας καλλιτέχνης ο Guy de Rougemont, πρότεινε στη συνέλευση τη λύση των πολλαπλών αντιτύπων, που τότε δεν έχαιρε και τόσο μεγάλης εκτίμησης όσο η λιθογραφία και τα άλλα χαρακτικά. Έτσι, μια και το αίτημα ήταν η ταχύτητα και η ποσότητα, ακολουθήθηκε αυτή η τυπογραφική λύση. Οι φοιτητές ανασκουμπώνονται και αναπαράγουν χιλιάδες αφίσες κάθε μέρα, οι οποίες είναι απλές, συνήθως μονοχρωματικές και με συνθήματα άμεσης πρόσληψης.

Τα συνθήματα
Οι φοιτητές αποφάσιζαν συνολικά και μέσα από τα καθημερινά πολιτικά συμβούλια, ή ακόμα και σε συνεργασία με τους εργάτες απεργούς, για τα συνθήματα που αναγράφονταν στις αφίσες. Πάνω από 300 καλλιτέχνες, εκτός από τους φοιτητές ήρθαν και συνέδραμαν σ’ αυτή την τιτάνια προσπάθεια, ενώ και Τσέχοι δημιουργοί από την Πράγα έφτασαν στο φλεγόμενο Παρίσι και βοήθησαν. Οι αφίσες ήταν ανυπόγραφες, ενώ σήμερα γνωρίζουμε μερικούς από αυτούς τους δημιουργούς, όπου μεταξύ άλλων ήταν και οι Gérard Fromanger, Guy de Rougemont, Julio le Parc.
  Τα κυριότερα χαρακτηριστικά και τα ωραιότερα στοιχεία, αυτών των αφισών, ήταν ο αυθορμητισμός, η ιδιόχειρη γραφή, η φαντασία, η φρεσκάδα αλλά και η αποφασιστικότητα των μηνυμάτων που ήθελαν να περάσουν. Είχαν άλλωστε προηγηθεί και οι Καταστασιακοί που έβαλαν τη σφραγίδα τους σε πολλά από τα συνθήματα που τις κοσμούσαν.
  Οι αφίσες που παράγονταν με εργοστασιακούς ρυθμούς, τόσο στην Καλών Τεχνών όσο και στη Σχολή των Διακοσμητικών Τεχνών του Παρισιού, είχαν στην κυριολεξία επενδύσει όλους τους δρόμους του κέντρου και τοποθετούνταν παντού: στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, στις εισόδους των πανεπιστημιακών σχολών, στη Σορβόννη, στο θέατρο Odéon, στα εργοστάσια (Renault, Citroën) και αλλού.
  Μία νέα, πολιτική σκηνογραφία με αριστερά, αναρχικά, σουρεαλιστικά και καταστασιακά συνθήματα πλημμύριζε την πόλη. Έτσι η πολιτική αφίσα, αντικατέστησε στην κυριολεξία τη διαφημιστική, κάνοντας πράξη το όνειρο πολλών Καταστασιακών για κατάργηση της κοινωνίας του καταναλωτισμού σύμφωνα και με το όραμα του Guy Debord.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 3 Μαΐου 2015, σ. 5.

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

Περιθωριακά 57

Ο κιθαρίστας Τάσος Στυλιανού & ο ντράμερ Γιώργος Κούλας τζαμάρουν στο «Καφενείο 11»

Καφενείο 11
«Οι Πέμπτες της τζαζ στη Χώρα»

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Ένα άτυπο καταφύγιο των μουσικών της τζαζ, ένας ιδιαίτερος χώρος ηχοχρωμάτων, μια «μπάρα» που σέβεται την καλή μουσική


Στα σπλάχνα της παλιάς πόλης της Λευκωσίας λειτουργεί, από το 2013, ένα από τα καλύτερα κι ανεπιτήδευτα μαγαζιά του τόπου μας. Ο χώρος του θυμίζει καφενέ νησιών των Κυκλάδων, αν όχι αυθεντικό ελληνικό καφενείο της Χώρας της Κύπρου –μια που κι εμείς σε νησί κατοικούμε, κι ας μας διαφεύγει ενίοτε.
  Ο ιδιοκτήτης του, Δημήτρης Πασχάλης (ο πάλαι ποτέ συνεταίρος τού Τζόναθαν Μάτση, της αειθαλούς «New Division»), είναι λάτρης και καλός γνώστης της λαϊκής-ρεμπέτικης, μπλουζ και τζαζ μουσικής. Επίσης, δεν θα ήταν υπερβολή να αναφέρουμε πως γνωρίζει, σχεδόν, όλους τους καλούς μουσικούς του νησιού και απ’ όλα τα ιδιώματα.
  Η αγάπη του, λοιπόν, για τη μουσική τον οδήγησε στη δημιουργία του «Καφενείου 11», όπου στα τρία χρόνια λειτουργίας του έχει φιλοξενήσει πληθώρα σχημάτων και μεμονωμένων μουσικών από την Κύπρο, την Ελλάδα και το εξωτερικό.      

All about jazz
Από το 1999, που επαναπατρίστηκα στον τόπο καταγωγής του πατέρα μου και κατ’ επέκταση δικό μου, και κατοικώντας (όπως πάντα από το 1971) στο κέντρο της Λευκωσίας δεν υπήρξε περίπτωση που να μην πληροφορηθώ για την όποια ζωντανή εμφάνιση ποικίλων μουσικών σχημάτων.
   Έκτοτε έχω παρακολουθήσει πολλές, ας της πω, συναυλίες-συνευρέσεις διάφορων μουσικών και σε ετερόκλητους έως εναλλακτικούς χώρους της πόλης. Ήταν η εποχή που σιγά-σιγά επέστρεφαν οι μουσικοί από τις σπουδές τους, κι άρχισε να δημιουργείται μία δραστήρια έως θετικά έκρυθμη κατάσταση γύρω από την καλή μουσική.
   Έτσι άρχισα να γνωρίζω και τους τζαζ μουσικούς του νησιού. Από συνευρέσεις τους σε λόμπι ξενοδοχείων, μικρούς και μεγάλους συναυλιακούς χώρους, μπαρ, πολιτιστικούς συλλόγους και λέσχες, καφετερίες, φεστιβάλ και αλλού έως και σε γάμους κοινών γνωστών.
   Δεκαπέντε χρόνια μετά οι πλείστοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έχουν καταξιωθεί στη συνείδηση του κοινού που ακούει τζαζ μουσική, που ξέρει να ακούει τζαζ μουσική, που γνωρίζει τέλος πάντων πέντε πράγματα παραπάνω γι’ αυτό το ιδίωμα.
    Αν και το ευρύ κοινό παραμένει εν πολλοίς απαίδευτο, εντούτοις ένας σκληρός πυρήνας ακολουθεί τις μουσικές αυτές διαδρομές των τζαζ μονοπατιών, και είμαι σίγουρος πως χαίρεται με την ψυχή του κάθε session, gig ή ό,τι άλλο προκύπτει.
   Το γεγονός πως, ο Δημήτρης Πασχάλης, κατάφερε να δημιουργήσει το «Καφενείο 11», και με τον καιρό να το καταστήσει πόλο έλξης μουσικών της τζαζ είναι κάτι που ελάχιστοι περίμεναν.   

Το σταθερό σχήμα
Τάσος Στυλιανού (κιθάρα), Ιωάννης Βαφέας (ντραμς) και Μιχάλης Μέσσιος (κοντραμπάσο) είναι το τρίο που, σταθερά κάθε Πέμπτη, εμφανίζεται στο «Καφενείο 11». Εξαίρετοι μουσικοί και συνθέτες, αποτελούν μία από τις γνωστότερες μουσικές τριάδες στο χώρο της τζαζ στο νησί.
   Οι, σχεδόν, συνομήλικοι αυτοί μουσικοί (γύρω στα 45… φεύγα) βρίσκονται χρόνια μαζί και έχουν παίξει και μ’ όλους τους υπόλοιπους τζαζ παίκτες του νησιού, και φυσικά και του εξωτερικού. Κι αν, για τον απληροφόρητο αναγνώστη, αυτό το: «και φυσικά και του εξωτερικού» ξενίζει δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως και ο κύριος Στυλιανού, και ο κύριος Βαφέας, και ο κύριος Μέσσιος είναι βιρτουόζοι των οργάνων τους και έχουν διακριθεί σε ελλαδικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.
   Γνωρίζοντας ο ένας τα μουσικά «χούγια» του άλλου, μπορούν άνετα να περάσουν από ένα προβαρισμένο κομμάτι σ’ έναν ευφυέστατο αυτοσχεδιασμό, που κρατάει όλους τους κανόνες του τζαζ ιδιώματος και φορές τους υπερβαίνει προσφέροντας στους ακροατές ανεπανάληπτες βραδιές.
   Το ρεπερτόριο κινείται από standard κομμάτια της 120άχρονης διαδρομής της τζαζ μουσικής, τη συνάντησή της με άλλες μουσικές (Λατινικής Αμερικής, Κούβας, Καραϊβικής, Αφρικής, Ευρώπης και οπωσδήποτε Ελλάδας και Κύπρου) μέχρι και τον άκρατα ελεύθερο αυτοσχεδιασμό των προαναφερθέντων μουσικών σε δικές τους συνθέσεις που απογειώνουν την πίστη τους και την προσήλωσή τους στη μουσική.
   Πάντα ανοιχτοί, όπως κάθε καθαρόαιμος τζαζ μουσικός, προσκαλούν και φίλους τους μουσικούς να πλαισιώσουν τις εμφανίσεις τους, οι οποίοι και «τζαμάρουν» μαζί τους δίνοντας την πραγματική διάσταση και ουσία της τζαζ: τη συμμετοχή όλων όσοι είναι ικανοί να απογειώσουν τη δυναμικότητα του οργάνου τους στο θεσπέσιο σύμπαν που αυτή η μουσική κατοικεί.      
     
Round about the seasons
Η ιδιαιτερότητα του «Καφενείου 11» είναι πως είναι ανοιχτό όλες τις εποχές του χρόνου –ποιες δηλαδή;… στην Κύπρο κατοικούμε… χειμώνα-καλοκαίρι! Η νησιώτικη αυλή του ανοίγει με το που αρχίζει να ιδρώνει το σβέρκο μας, και οι ήχοι από τις κιθάρες, τα ντραμς, τα κοντραμπάσα, τα σαξόφωνα, τις τρομπέτες, τα μεταλλόφωνα και όποια άλλα όργανα φανταστείτε, όπως και οι αιθέριες τζαζ γυναικείες φωνές, συντροφεύουν τον έναστρο ουρανό της Λευκωσίας νύχτες και νύχτες που ούτε οι καμπάνες ούτε οι χότζες μπορούν να συναγωνιστούν.
   Το «Καφενείο 11» δεν περιορίζεται, βέβαια, στη φιλοξενία τζαζ μουσικών. Ρεμπέτες, ροκ, μπλουζ, ποπ, φολκλόρ, κλασικοί και άλλοι μουσικοί «ιερουργούν» και «κοινωνούν» τις μουσικές τους στο χώρο του. Εδώ δοκιμάζονται και οι νέοι μουσικοί, φορές μαθητές ή και φοιτητές των δασκάλων που πρωτοστατούν, δίνοντας τους έτσι την ευκαιρία να εκτεθούν και να αναμετρηθούν με τις δυνάμεις τους και τα λάθη τους, με τα πλεονεκτήματά τους και τα μειονεκτήματά τους. Κι όλα αυτά με μία και μόνο απαράβατη προϋπόθεση: την αυθεντικότητα.    

Info
«Καφενείο 11», Πειραιώς 27 & Σούτσου 11 γωνία, παλιά πόλη Λευκωσίας. Κάθε Πέμπτη ζωντανή τζαζ μουσική, μετά τις 21:00, και έκτακτα (ενημερωθείτε μέσα από τη σελίδα του «Καφενείου 11» στο facebook). Δεν χρειάζεται κράτηση.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016, σ. 5.

Περιθωριακά 56

Charlie Haden
[1937-2014]


Charlie Haden
«Η jazz της απελευθέρωσης»

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Ένας από τους μεγάλους Αμερικανούς μουσικούς της jazz, πρωτοπόρος μαζί με τον Ornette Coleman του ρεύματος της Free-jazz


Γεννημένος στις 6 Αυγούστου του 1937 στην Αϊόβα των μέσο-δυτικών αγροτικών πολιτειών των Η.Π.Α., ξεκίνησε τραγουδώντας μουσική country με την μπάντα της οικογένειάς του. Όταν μια ασθένεια πολιομυελίτιδας στα 14 χρόνια του τού στέρησε τη δυνατότητα να τραγουδά, στράφηκε στην τζαζ κι έμαθε να παίζει κοντραμπάσο. Σημαντικό γεγονός, πέραν της ασθένειας, γι’ αυτήν του τη μεταστροφή ήταν μία συναυλία που παρακολούθησε εκείνη την περίοδο των Charlie Parker και Stan Kenton. Απεβίωσε στις 11 Ιουλίου του 2014, στο Λος Άντζελες.
   Ο Charlie Haden αποτελεί μεγάλη φυσιογνωμία της jazz. Ηχογράφησε πάμπολλους δίσκους, τόσο με δικές του μπάντες όσο και με κορυφαία ονόματα της jazz μουσικής, στα σχεδόν 50 χρόνια της μουσικής του διαδρομής. Η συνεργασία του με τον Ornette Coleman είναι παροιμιώδης έως μυθική. Ηχογράφησαν μαζί περίπου 15 δίσκους, αλλάζοντας ή καλύτερα εξελίσσοντας κι ανακαλύπτοντας νέα μουσικά μονοπάτια αναφορικά με το jazz μουσικό ιδίωμα. Επίσης, η συνεργασία του με τον Keith Jarrett έχει αφήσει εξαιρετικές δουλειές. Ούτε λίγο ούτε πολύ ηχογράφησαν μαζί 20 δίσκους.
   Θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε σελίδες για τον μεγάλο αυτόν κοντραμπασίστα· μόνο τη δισκογραφία του να καταγράφαμε σε μορφή καταλόγου-σχολίων δεν θα μας έφταναν οι 16 σελίδες του «Ηδύφωνου». Έτσι, αναγκαστικά, αρκούμαστε να αναφερθούμε στην εποχή του δίσκου-σταθμού στην ιστορία της jazz, «The shape of Jazz to come», και στην «άλλη» Αμερική, όπου ο Haden έστρεψε το βλέμμα του, μια και υπήρξε βαθιά πολιτικοποιημένος, φυσικά, ως άνθρωπος και το σημαντικότερο ως μουσικός.     

«The shape of Jazz to come»
Τα τέλη της δεκαετίας του ’50 ήταν καμπή για τη μουσική τζαζ. Οι «μεγάλες μπάντες» του μεσοπολέμου αποτελούσαν παρελθόν. Το ίδιο όμως και τα διάδοχα πρωτοποριακά ρεύματα hardbop και bebop της δεκαετίας του ’40. Το 1959 ο Haden ηχογραφεί με τον Ornette Coleman το δίσκο «The shape of Jazz to come». Ήταν η αρχή ενός νέου ρεύματος, της Free-jazz, που έφερε πολλά πρωτοποριακά στοιχεία σε σχέση με τις μουσικές συμβάσεις που κυριαρχούσαν. Ήταν μουσική ελεύθερη από τους απόλυτους περιορισμούς των συγχορδιών, του τέμπο και των αρμονικών κανόνων, εισήγαγε τον αυτοσχεδιασμό και τη χρήση μουσικών οργάνων άγνωστων ως τότε, συνήθως από αφρικανικές ή ασιατικές χώρες. Ήταν πρωτοποριακή αλλά συνάμα κοίταζε προς τα πίσω, στις πρωτόγονες και θρησκευτικές ρίζες του μπλουζ και του γκόσπελ. Παραχωρούσε την ελευθερία στην έκφραση, όμως είχε δομή και δικούς της κανόνες. Ο αυτοσχεδιασμός ήταν συλλογικός και όχι με κέντρο το «μεγάλο» όνομα της μπάντας. Γι’ αυτό συγκρούστηκε με την εμπορικότητα και διεκδίκησε να αναγνωριστεί σαν τέχνη και όχι σαν διασκέδαση.

Η «άλλη» Αμερική
Η εμφάνιση της Free-jazz δεν ήταν τυχαία. Όπως και το ροκ και η σόουλ, «άκουγε» και έκφραζε τους αγώνες και τις αντιστάσεις που έρχονταν από την «άλλη» Αμερική, την Αμερική των γκέτο και της πάλης για δικαιώματα για τους μαύρους, του κινήματος ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Ο Charlie Haden έβαλε τον εαυτό και τη δουλειά του στο κέντρο αυτών των εξελίξεων και δούλεψε όχι μόνο με τον Ornette Coleman αλλά με τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης: Dizzy Gillespie, John & Alice Coltrane, Archie Shepp και άλλους.
   Το 1969, στο απόγειο του κινήματος, ο Haden συνεργάζεται με την Carla Bley και πολλούς μουσικούς από διαφορετικές εθνικότητες και στυλ στην «Liberation Music Orchestra», ένα άλμπουμ εμπνευσμένο από τον Ισπανικό Εμφύλιο και τις καταιγιστικές πολιτικές εξελίξεις της περιόδου. Περιλάμβανε τρία λαϊκά ισπανικά τραγούδια, συν το «Τραγούδι του ενιαίου μετώπου» των Μπρεχτ-Άισλερ, ένα τραγούδι για τον Τσε Γκεβάρα κι ένα εμπνευσμένο από το επεισοδιακό συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σικάγο (Circus ’69), έκλεινε δε με το κλασικό αντιρατσιστικό «We shall overcome» του Πιτ Σίγκερ. Με το εγχείρημα αυτό ο Charlie Haden ήθελε να δώσει φωνή στους καταπιεσμένους όλου του κόσμου, να χρησιμοποιήσει τη μουσική σαν μεγάφωνο για να εκφράσει την αλληλεγγύη στα ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα. Το 1971 σε μια περιοδεία στην Πορτογαλία (τότε κάτω από τη δικτατορία του Σαλαζάρ), ο Haden αφιέρωσε το τραγούδι για τον Τσε στους αντιαποικιακούς αγωνιστές της Μοζαμβίκης, της Αγκόλας και της Γουινέα-Μπισάου, με αποτέλεσμα να συλληφθεί στο αεροδρόμιο κατά την έξοδό του από τη χώρα από τη μυστική αστυνομία της χούντας. Αφέθηκε ελεύθερος με επέμβαση της Αμερικανικής Πρεσβείας, για να αντιμετωπίσει λίγο αργότερα στις Η.Π.Α. τις ενοχλητικές ερωτήσεις του FBI.
   Και μετά την υποχώρηση του κινήματος του ’68 -’69, ο Haden έμεινε συνεπής στις απόψεις του, παρά την αναγνώριση που είχε η μουσική του και ο ίδιος από το κατεστημένο. Ανασυγκρότησε την Liberation Music Orchestra τρεις ακόμη φορές, με τελευταία φορά το 2005, όταν ηχογράφησαν το άλμπουμ «Not in our name», κραυγή διαμαρτυρίας κατά του πολέμου στο Ιράκ, που μοιράζεται το όνομά της με το μότο του αντιπολεμικού κινήματος. Σε όλη του ζωή αγωνίστηκε έμπρακτα για την άλλη Αμερική που ονειρευόταν, αν και ο ίδιος δεν υπήρξε ακριβώς θύμα της βαρβαρότητάς της, υπήρξε όμως βήμα και φωνή για όλο τον κόσμο που ήθελε να παλέψει, λευκούς και μαύρους.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016, σ. 6.

Παρασκευή 28 Απριλίου 2017

Περιθωριακά 55

Ο συγγραφέας Γεώργιος Χαριτωνίδης


Κώστας Ρεούσης
«Ένα σύντομο υπόμνημα για τον Γ. Χαριτωνίδη»

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Ένα ζόρικο κείμενο του ποιητή Κώστα Ρεούση για τον συγγραφέα Γεώργιο Χαριτωνίδη, που αξίζει να υπενθυμιστεί, αναδημοσιεύει η στήλη, μια κι η επικινδύνως ανοδική πορεία του χαλεπού των ημερών το επιβάλλει.


Στο 5ο τεύχος του «Ηδύφωνου», της Κυριακής 3.5.2015, η διπλανή στήλη («Πολιτισμικοί Μετεωρίτες») είχε φιλοξενήσει συνέντευξη του συγγραφέα Γεώργιου Χαριτωνίδη, με την ευκαιρία τότε της κυκλοφορίας του νέου του βιβλίου με διηγήματα, «Ανέβας και Κατέβας». Λόγω της έκτασης της συνεντεύξεως και του περιορισμού των λέξεων που επιβάλλει η δημοσιογραφική πρακτική, είχα αναγκαστεί να κόψω μια ερώτηση-απάντηση, σε συμφωνία φυσικά με τον συγγραφέα.
   Την εποχή, επίσης, που κυκλοφόρησε το βιβλίο του κύριου Χαριτωνίδη, ο εξ αποστάσεως φίλος του συγγραφέα και συνεργάτης μου, Κώστας Ρεούσης, είχε δημοσιεύσει σ’ ένα έγκριτο ελλαδικό διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό ένα ζόρικο κείμενο που αφορούσε στον συγγραφέα και στο βιβλίο του με αποκαλυπτικές προεκτάσεις. Το κείμενο, φυσικά, διαβάστηκε από πλήθος αναγνωστών κι είχε προκύψει κι ένα θέμα για τη σκληρότητα των επιθετικά λεχθέντων… όσων.
    Έχει περάσει, σχεδόν ένας χρόνος, από τότε κι ήρθε καιρός να δημοσιεύσουμε τόσο την κομμένη ερώτηση-απάντηση όσο και το κείμενο του Ρεούση, για έναν άνθρωπο που πρωτίστως τιμά την πατρίδα που φορά κατάσαρκα στην ψυχή του.

Η κομμένη ερώτηση-απάντηση
Κ.Α.Ει.Π.: Γράφεται στο μυθιστόρημά σας, «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια»: «Στη συνέχεια μας έδωσαν μια πρόχειρη βεβαίωση ότι διατελέσαμε αιχμάλωτοι, δυο λίρες ως χρηματικό βοήθημα, και μας άφησαν ελεύθερους. Οι δύο αυτές λίρες ήταν και η μοναδική κρατική υποστήριξη που είχαμε μέχρι σήμερα ως αιχμάλωτοι πολέμου… ». Δεν επιδέχεται σχόλιο τέτοια κατάθεση, αλλά επιτρέψτε μου μία ίσως ενοχλητική ερώτηση. Γιατί αποδεχθήκατε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος του Υπουργείου Παιδείας & Πολιτισμού της Κύπρου;
Γ.Χ.: Όπως αγνοούσα τα περί συγγραφής βιβλίων και εκδοτικών οίκων έτσι αγνοούσα ότι υπήρχε και επιτροπή που κρίνει και βραβεύει βιβλία. Ένας φίλος εκπαιδευτικός θυμάμαι με συμβούλευσε να καταθέσω βιβλία μαζί με αίτηση στο Υπουργείο Παιδείας, για να εγκριθεί για τις βιβλιοθήκες των σχολείων. Όταν πέρασα από το τμήμα της Δημοτικής Εκπαίδευση, η κυρία εκεί που παράλαβε την αίτηση με έπιασε κουβέντα, γιατί έτυχε να το διαβάσει το βιβλίο μου και με ρώτησε αν το κατέθεσα και στην επιτροπή για τα κρατικά βραβεία. «Εδώ δίπλα είναι», μου είπε, «για να μη ξανάρχεσαι». Αφού ήταν δίπλα, πήγα και άφησα βιβλία με μια πρόχειρη θυμάμαι αίτηση. Απίστευτο αλλά το διάβασα στην εφημερίδα ότι το «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια» βραβεύτηκε. Δεν πίστευα στα μάτια μου. «Μα είναι δυνατόν», έλεγα «εγώ που δεν ήξερα μια έκθεση να γράψω…». Η έκπληξη και η χαρά μου ήταν μεγάλη. Βιώνοντας συνεχείς ήττες στη ζωή μου το εξέλαβα ως νίκη. Με την ωριμότητά μου όμως σήμερα πιστεύω ότι η αληθινή βράβευση για ένα βιβλίο είναι η αντοχή του μέσα στον χρόνο. Εννοείς όμως γιατί το δέχτηκα, αφού η πατρίδα δε μου πρόσφερε τίποτε. Δε με ενοχλεί. Ό,τι κάναμε και ίσως χρειαστεί να κάνουμε δε θέλουμε ανταμοιβή. Η σχέση μας με την πατρίδα δε στηρίζεται στο δούνε και λαβείν. Μόνο αναγνώριση χρειαζόμαστε και αν δε μας τη δώσει ούτε και αυτή, δεν πειράζει.

Για τον Γεώργιο Χαριτωνίδη: ένα σύντομο υπόμνημα
[Αναφορά στη συλλογή διηγημάτων του, «Ανέβας και Κατέβας», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, Οκτώβριος 2014]
  
Σε ανύποπτο χρόνο και στην ειλικρίνεια της νύχτας, όταν πάνω στην αλκοολική μπάρα καταθέτεις ψυχή, είχα ψελλίσει πως η Ποίηση και η Μουσική (και το πι και το μι κεφαλαία) γίνεται από λαϊκούς ανθρώπους. Από γνήσιους πατριώτες κι από πηγή, που απαθανάτισε το βλέμμα τους το «Κακό» και δεν έστερξαν ποτέ να εξαργυρώσουν τον θάνατο ή τ’ ανείπωτο τραύμα στο βωμό του κατάπτυστου κέρδους και της προδοτικής περιδίνησης της νεότερης ελληνικής/κυπριακής ιστορίας/τραγωδίας. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο Γεώργιος Χαριτωνίδης από τη Λάπηθο της Κερύνειας. Ένας αφανής στρατιώτης/πολεμιστής, αιχμάλωτος, πρόσφυγας, απόδημος «νεκροτόμος» και σπουδαίος συγγραφέας από ανάγκη να λεχθούν τα πράγματα κι οι καταστάσεις επακριβώς, κι όχι με τη γνωστή «λογοκρισία» που καλοπληρώνει ο κάθε Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ή Ενοχών στο άτιμο παζάρι της επαναπροσέγγισης.
   Ο κύριος Χαριτωνίδης δεν γράφει για να τον αποκαλέσουμε λογοτέχνη και δεν γράφει για να καταταχτεί κάπου ή όπως ή διά της πλαγίας οδού στην ξεπεσμένη εδώ και καιρό ελληνική και κυπριακή/ελληνική γραμματολογία. Από την πρώτη του εμφάνιση στα Ελληνικά Γράμματα (και το έψιλον και το γάμμα κεφαλαία), το 2003 με το ευσύνοπτο μυθιστόρημά του «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια», έως σήμερα, με τη συλλογή διηγημάτων του «Ανέβας και Κατέβας», προσφέρει, γενναιόδωρα, αποσπάσματα εύρωστης ψυχικής καταβύθισης και ανάδυσης στον υπαρκτό κέλευθο του έντιμου βίου του. Χωρίς την ηλιθιότητα της κομπορρημοσύνης και με το νερό του ματιού του γεμάτο την πίκρα της βιασμένης μνήμης, επιστρέφει στον τόπο του τον τόπο του κι όλα εκείνα που οφείλει να ξεσκεπάσει εκ νέου. Απλός, κατανοητός, ρέων ο λόγος του στα 19 σύντομα, αν όχι ακαριαία, διηγήματα της προαναφερθείσας συλλογής. Χωρίς να το γνωρίζει συνομιλεί απευθείας, και μέσω των εκχυημάτων φαντασίας τού υπογράφοντος το σύντομο τούτο υπόμνημα, με την περίφημη διάλεξη που έδωσε ο Federico García Lorca τον Οκτώβριο του 1934 στο Buenos Aires, κατά τη διάρκεια της περιοδείας του στην Αργεντινή, «Juego y teoría del duende». Κάντε τον κόπο να τον διαβάσετε.           

Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία, 18.12.2014
[21 Δεκεμβρίου 2014, διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν»]


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016, σ. 5.  

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Περιθωριακά 54

Ο βασικός πυρήνας & τα ηγετικά στελέχη της Rote Armee Fraktion


Φράξια Κόκκινος Στρατός

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Ομάδα αντάρτικου πόλης, που δημιουργήθηκε το 1970 στη Γερμανία και παρέμεινε ενεργή μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80


«Η σημασία της ‘Φράξιας Κόκκινος Στρατός’ έχει ξεπεραστεί». Τον Δεκέμβριο του 1996, σε μια επιστολή που απευθυνόταν στην καθημερινή βερολινέζικη εφημερίδα «Junge Welt», οι επικεφαλής της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός» («Rote Armee Fraktion, RAF») αναγνώριζαν οι ίδιοι, με αυτή τη διατύπωση, το οριστικό τέλος μιας εποχής. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο περισσότερο για την επιβεβαίωση μιας αλήθειας: από το 1977, η «RAF» δεν είχε κατορθώσει να ανασάνει μετά τη σύλληψη ή τον θάνατο των ιστορικών ηγετών της. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, και μαζί με αυτήν η κατάρρευση των δημιουργών του, την παρέδωσε στις χαμένες ψευδαισθήσεις της.
   Η «Φράξια Κόκκινος Στρατός» (ή για τα Μ.Μ.Ε. η συμμορία του Μπάαντερ) γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1970 με την ήττα της φοιτητικής εξέγερσης του ’60 στο Δυτικό Βερολίνο. Οι ιδρυτές της, ο Αντρέας Μπάαντερ και η Γκούντρουν Ένσλιν, που θα συναντήσουν αργότερα την Ουλρίκε Μάινχοφ, είναι παιδιά του γερμανικού οικονομικού θαύματος. Γιατί ρίχνονται στην ένοπλη πάλη; Στην αρχή από ψυχολογική αντίδραση: η ιδέα ότι η γενιά των γονιών τους μπόρεσε, σχεδόν στο σύνολό της, να επιδοκιμάσει, αν όχι να αποδεχτεί το ναζισμό τούς είναι εντελώς ανυπόφορη και ελπίζουν με τη στρατηγική τους του χάους να ξορκίσουν αυτό το Κακό που, κατά τη γνώμη τους, κυλάει στις φλέβες του γερμανικού λαού. Η Σχολή της Φρανκφούρτης και ο Χέρμπερτ Μαρκούζε θα προσφέρουν σε αυτό το σύμπλεγμά τους μια ιδεολογική βάση. Όμως μπορούμε να περιορίσουμε αυτή τη στράτευσή τους σε μια ακραία αντίληψη του αρχικού λάθους: ήταν ένας τρόπος για τους μαχητές της «RAF» να «απελευθερωθούν» έτσι, ο αγωνιστής είναι το απελευθερωμένο έδαφος. Η «RAF» φέρνει μια νέα αντίληψη γι’ αυτό που ονομάζει «το επαναστατημένο άτομο»: ούτε η τάξη ούτε από μόνος του ο λαός, ο επαναστάτης είναι αυτός που διαλέγει να πάρει τα όπλα που κρατά το κράτος, ο κορυφαίος εχθρός.
   Οι δύο πιο θεαματικές πράξεις της «RAF» είναι, στις 24 Μαΐου 1972, η έκρηξη μιας βόμβας στην αμερικανική συνοικία Χάιντελμπεργκ, που είχε στόχο έναν υπολογιστή ο οποίος προγραμμάτιζε τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στο Βιετνάμ, και ύστερα η απαγωγή του προέδρου των Γερμανών Εργοδοτών, του Χανς Μάρτιν Σλάγιερ, παλιού μέλους των SS, στις 5 Σεπτεμβρίου 1977. Εν τω μεταξύ, τα «μολυβένια χρόνια» θα ρίξουν τη σκιά τους σε ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας και της γερμανικής διανόησης, γεγονός που θα οδηγήσει τον Χάινριχ Μπελ να διαμαρτυρηθεί για τις δυσφημιστικές εκστρατείες των οποίων ήταν το αντικείμενο, ενώ ψηφίστηκαν και έκτακτα μέτρα από το Κοινοβούλιο. Εκείνα τα χρόνια σημαδεύτηκαν από θανάτους (η αυτοκτονία της Ουλρίκε Μάινχοφ στις 9 Μαΐου 1976, η δολοφονία του εισαγγελέα Ζίρφριντ Μπούμπακ στις 8 Απριλίου 1977), ενώ ταυτόχρονα εμφανίστηκαν νέες ομάδες ένοπλης πάλης πέρα από το Ρήνο: το κίνημα της 2ας Ιουνίου, που απήγαγε τον Πέτερ Λόρεντς, βουλευτή του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος του Βερολίνου, στις 27 Φεβρουαρίου 1975, καθώς και οι Επαναστατικοί Πυρήνες. Τα χρόνια εκείνα είχαν επίσης σημαδευτεί από τη συμβολική επίσκεψη, στις 4 Δεκεμβρίου 1974, του Ζαν-Πολ Σάρτρ στον Μπάαντερ που έκανε απεργία πείνας. Βγαίνοντας από τη φυλακή του Σταμχάιμ, ο Γάλλος φιλόσοφος, πιστός στο απόφθεγμά του «έχουμε πάντα δίκαιο να επαναστατούμε», αντέκρουσε τις κατηγορίες των Μ.Μ.Ε. για τον ψυχοπαθή χαρακτήρα του Μπάαντερ.
   Ο κομάντο που είχε απαγάγει τον Σλάγιερ απαιτούσε, σαν αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του, να απελευθερωθεί ο Μπάαντερ και άλλοι δέκα κρατούμενοι. Η σύγκρουση κορυφώνεται όταν ένας Παλαιστίνιος κομάντο έκανε αεροπειρατεία σε ένα αεροπλάνο της Λουφτχάνσα για την υποστήριξη των αιτημάτων της «RAF». Τη νύχτα της 17ης προς 18ης Οκτωβρίου 1977, ο Μπάαντερ και δυο σύντροφοί του βρέθηκαν νεκροί στα κελιά τους. Αυτοκτόνησαν, θα πει το γερμανικό κράτος· δολοφονήθηκαν σύμφωνα με άλλες πηγές. Την επομένη, το πτώμα του Σλάγιερ βρέθηκε στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου στη Μουλχάουζ. Η «Libération» κυκλοφόρησε με τίτλο: «Η RAF, ο αγώνας των τεράτων». Έκλεισε μια εποχή. Στη συνέχεια η «RAF», θα ακολουθήσει έναν αισθητά διαφορετικό δρόμο που θα την οδηγήσει στη συνεργασία με την αστυνομία της Ανατολικής Γερμανίας και ύστερα στην εξαφάνισή της μέχρι τη δήλωση του 1996.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 16 Αυγούστου 2015, σ. 5.      

Σάββατο 22 Απριλίου 2017

Περιθωριακά 53

Χαρακτηριστικό έργο του «Βιεννέζικου Ακσιονισμού» από τον Γκίντερ Μπρους


Ακσιονισμός
(Βιεννέζικος Ακσιονισμός)

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Σύντομο σε διάρκεια και βίαιο στις δημιουργικές δραστηριότητές του καλλιτεχνικό κίνημα της αβανγκάρντ το οποίο δημιουργήθηκε στην Αυστρία (Βιέννη) κατά τη δεκαετία του ’60 και έδρασε συλλογικά μέχρι το 1971

Αυτό το κίνημα, που διακρίνεται για τη βιαιότητά του, εμφανίστηκε στην Αυστρία κατά τη δεκαετία του ’60, γι’ αυτό και συχνά ονομάζεται «Βιεννέζικος Ακσιονισμός». Εκπροσωπείται κυρίως από τους καλλιτέχνες Χέρμαν Νιτς, Ότο Μίελ, Άλφονς Σίλερ, Γκίντερ Μπρους, Άρνουλφ Ράινερ και Ρούντολφ Σβαρτσκόγκλερ.
   Οι ακσιονιστές αντιμετωπίζουν το σεξ σαν ένα από τα κυριότερα εργαλεία της επανάστασής τους. Το σώμα γίνεται το ουσιαστικό υλικό της τέχνης και εκφράζεται στις περφόρμανς και στα χάπενινγκ, στα οποία η γύμνια, το αίμα και το σπέρμα οδηγούν τη σεξουαλική πρόκληση στα άκρα. Η αποστροφή, ο φυσικός πόνος και η επιθετικότητα αποτελούν συστατικά στοιχεία αυτών των τελετουργικών.
   Σε απάντηση στα κρέατα και στους σκελετούς του Νιτς, ο Σίλινγκ εκθέτει τον Μάρτιο του 1965 ένα γδαρμένο πρόβατο που στάζει αίμα. Στριφογυρίζοντας το ζώο, ραντίζει το κοινό με αίμα, εκσφενδονίζει αυγά στους τοίχους και στο τέλος τρώει ένα τριαντάφυλλο. Μερικά τελετουργικά, που ολοκληρώνονται μέσα σε πολλές ημέρες χωρίς την παρουσία κοινού, απαθανατίζονται σε φωτογραφίες. Οι τελετές, οι λιτανείες και οι μιμήσεις θρησκευτικών τελετουργικών του Νιτς («Όργια και μυστήρια», Θέατρο Ο.Μ.) συνδέουν με έναν ιερόσυλο τρόπο το σεξ με το μυστικισμό. Το αίμα, κόκκινο, καφετί ή μαύρο σε νερόλακκους, κηλίδες και πιτσιλιές, ξεραμένο ή νωπό, γίνεται υλικό της ζωγραφικής και χρησιμεύει για τη δημιουργία τοιχογραφιών με τη συμμετοχή του κοινού.
   Ο «Βιεννέζικος Ακσιονισμός» τοποθετείται στο πλαίσιο της ουτοπίας μιας εναλλακτικής κοινωνίας. Απέναντι σε έναν κόσμο που αντιμετωπίζεται με ακραίο και απαισιόδοξο τρόπο, καθιστά την τέχνη και τη δραματοποίηση του τρόμου μορφή κοινωνικής και πολιτικής πάλης. Επίσης, βρίσκει σε έναν οξυμένο αισθησιασμό, που φτάνει στα όρια του ανυπόφορου, ένα δυνατό μοχλό εξουσίας ενάντια σε έναν αποπνικτικό αιώνα. Η αστυνομία θα επέμβει πολλές φορές για να θέσει τέρμα σε αυτές τις ενέργειες. Θα γίνουν δικαστικές διώξεις.
   Το 1971 ο Νιτς θα αποκτήσει ένα χώρο, το «Prinzendorf», όπου θα διεξάγονται όλες οι εκδηλώσεις του θεάτρου του. Πιο πολύ επηρεασμένος από τον Υβ Κλάιν και τον Πιέρο Μαντσόνι, ο Σβαρτσκόγκλερ, που πέθανε το 1969 σε ηλικία 28 ετών, δημιουργεί από το 1965 κάποιες συνθέσεις στις οποίες χρησιμοποιούνται πάσης φύσεως υλικά: χρώματα ζωγραφικής, εντόσθια κότας ή ψαριού, επίδεσμοι και γάζες με τους οποίους τυλίγει το σώμα, χειρουργικά εργαλεία προορισμένα για ακρωτηριασμούς. Έντονα επηρεασμένος από τον εξπρεσιονισμό και την action painting, ο Μπρους, που θα συναντήσει την ομάδα το 1964, δημιουργεί έργα με κραυγαλέες σαδομαζοχιστικές αναφορές, και προχωρά σε αυτοακρωτηριασμούς, στην αρχή σε συμβολικό επίπεδο και κατόπιν στην πράξη. Ο Μπρους μετατρέπει την πορνογραφία και τη σκατολογία σε ένα είδος αδυσώπητης κριτικής ενάντια σε μια αυστριακή κοινωνία της καταστολής και της κρίσης. Καταδικασμένος από την αυστριακή δικαιοσύνη καταφεύγει στο Βερολίνο.
   Το κίνημα του «ακσιονισμού», που αναφέρεται συχνά στον Μποντλέρ, τον Νίτσε, τον Σίλε, τον Κοκόσκα και τον Αρτό, ειδικά στο «θέατρο της σκληρότητας», έχει ως αφετηρία μια προπατορική ασθένεια του ανθρώπου η οποία δεν θα θεραπευτεί παρά μόνο μέσω της ομοιοπαθητικής, δηλαδή θεραπεύοντας το κακό με το κακό.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 19 Ιουλίου 2015, σ. 5.      

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Περιθωριακά 52

Χαρακτηριστικό ενσταντανέ από την ταινία, «Metropolis» (1927), του Φριτς Λανγκ

Metropolis

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Μεγάλου μήκους γερμανική ταινία του 1927, του σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ

Το αξεπέραστο αριστούργημα «Metropolis» του Γερμανού σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ (1890-1976), περιγράφει ταυτόχρονα την αντίθεση μεταξύ φτωχών και πλουσίων, την καταπίεση της εργατικής τάξης από τους εργοδότες, την εξέγερση του γιου ενάντια στον πατέρα, την εργατική αμφισβήτηση, την προβοκάτσια σε βάρος των εργατών την οποία μηχανεύεται η κυρίαρχη ελίτ.
   Η πλοκή κορυφώνεται με την εξέγερση των εργατών κατά των μηχανών, ενώ ακολουθεί η καταστολή με το πλημμύρισμα πολλών περιοχών της εργατούπολης το οποίο οφείλεται στο σαμποτάζ του άρχοντα της πόλης. Η τελική σκηνή της ταινίας έχει συχνά επικριθεί για τη μη αληθοφάνειά της: οι συγκεντρωμένοι σε τριγωνική διάταξη εργάτες -το σχήμα αυτό συμβολίζει τη δύναμη και την οργάνωση- με την καθοδήγηση του επιστάτη, κατευθύνονται προς τον άρχοντα της πόλης, ο οποίος είναι απομονωμένος και εξασθενημένος. Η απρόβλεπτη χειραψία που ακολουθεί ανάμεσα στον εκπρόσωπο των εργατών και τον φορέα της εξουσίας μπορεί να θεωρηθεί ως μια ήττα του εργοδότη, που αναγκάζεται να διαπραγματευτεί με τους εργάτες του.
   Παρά την αναμφισβήτητη υψηλή αισθητική της και την εντυπωσιακή σκηνοθεσία της, η ταινία δεν σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία όταν προβλήθηκε. Από άποψη περιεχομένου, η «Metropolis» καταπιάνεται με ένα μόνιμο θέμα του έργου του Λανγκ (που αργότερα θα το συναντήσουμε ξανά στις ταινίες του Χίτσκοκ και του Γουέλς) και, γενικότερα, στο φιλμ νουάρ: τον αγώνα ενός δίκαιου μοναχικού ανθρώπου ενάντια σε ένα εχθρικό και απειλητικό περιβάλλον. Αυτό το θέμα του ατόμου κατά της κοινωνίας θα επανεμφανιστεί σε πολλές ταινίες του Λανγκ, όπως στις «Μ, ο δράκος του Ντίσελντορφ» (1931, στην οποία ο εγκληματίας είναι παγιδευμένος και μόνος), «Νέμεση» (1936), «Έχω δικαίωμα να ζήσω» (1937), «Τα φώτα έσβησαν νωρίς» (1953), μέχρι και την τελευταία ταινία του Λανγκ, «Τα 1000 μάτια του Δόκτορος Μαμπούζε» (1960). Να σημειώσουμε ότι κάποιες ταινίες του Φριτς Λανγκ απαγορεύτηκαν μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία: «Ταξίδι στο φεγγάρι» (1928), «Μ, ο δράκος του Ντίσελντορφ» (1931), «Η διαθήκη του Δόκτορος Μαμπούζε» (1933). Επίσης, αξίζει, να επισημάνουμε ότι μετά την έκδοση της βιογραφίας του Φριτς Λανγκ («Patrick Magilligan, The Nature of the Beast, 1997»), γνωρίζουμε ότι το ανέκδοτο για την ιδιωτική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε το 1933 ανάμεσα στον Γκέμπελς και τον Λανγκ, το οποίο είχε πολλές φορές αφηγηθεί ο σκηνοθέτης, δεν ήταν πραγματικό γεγονός.
   Η ταινία «Metropolis» είναι επίσης πολλή γνωστή για την κριτική που ασκεί στην τεχνολογία και στις μηχανές, για την εικόνα της πόλης του μέλλοντος που θυμίζει «Αποκάλυψη» και τις σεκάνς με τον παράξενο εφευρέτη, υποχείριο της εργοδοσίας, ο οποίος μετατρέπει το ρομπότ σε άνθρωπο. Αυτά τα θέματα επαναλαμβάνονται συχνά στον κινηματογράφο επιστημονικής φαντασίας.
   Το 1984 ο Αμερικανός παραγωγός Τζόρτζιο Μόροντερ πρόσθεσε ήχο και χρώμα στην ταινία και η νέα αυτή «βερσιόν» σημείωσε τεράστια επιτυχία. Όμως με το νέο μοντάζ, αν και έχουν προστεθεί κάποια σπάνια πλάνα και έχουν αφαιρεθεί κάποιες σκηνές (που παρουσιάζονται με σύντομες περιλήψεις), ταυτόχρονα έχουν εξαφανιστεί τα πιο ρωμαλέα πλάνα του έργου του Λανγκ, τα οποία εξάλλου συμπεριλαμβάνονται σε άλλες «βερσιόν», παλαιότερες από τη δική του. Για παράδειγμα, απουσιάζουν η σκηνή με το ξέσπασμα της οργής του γιου κατά του πατέρα, το περιεχόμενο της αποστολής του ρομπότ το οποίο έχει πάρει εντολές από τον γιο Φρέντερσεν ή ακόμη και η στιγμή της εξέγερσης και η εντολή που έδωσε ο άρχοντας της πόλης στον επιστάτη να ανοίξει τις πύλες, το νόημα της οποίας, στην παραλλαγή του Μόροντερ, αντιστρέφεται εντελώς, καθώς η εντολή γίνεται: «Σταματήστε τους»! Η διασκευή αυτή, που στόχευε σε ένα ευρύ κοινό και ήθελε να κάνει πιο προσιτή την ταινία του Λανγκ (καινούργια μουσική, χρώμα, υπότιτλοι), έχει περιορίσει σημαντικά το στοιχείο της αμφισβήτησης. Εδώ, ο γιος είναι λιγότερο επαναστάτης και ο πατέρας λιγότερο ανάλγητος, ενώ οι εργάτες ευθύνονται έμμεσα για την καταστροφή της πόλης. Επομένως, μπορούμε να συστήσουμε ανεπιφύλακτα τις ασπρόμαυρες κόπιες αυτής της ταινίας, που ανήκει στις μεγάλες στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας του κινηματογράφου.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 26 Ιουλίου 2015, σ. 5.