Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Car je est un autre. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Car je est un autre. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Car je est un autre: Τάσος Κόρφης

Ο ποιητής, διηγηματογράφος, μεταφραστής, μελετητής της ελληνικής λογοτεχνίας και εκδότης Τάσος Κόρφης (Αντιναύαρχος Πολεμικού Ναυτικού & επίτιμος Αρχηγός του Στόλου, Αναστάσιος Ρομποτής, Κέρκυρα 1929-Αθήνα 1994)


Της Νύχτας


Δεν ξέρω
Αν πρέπει ν’ ακολουθήσω
Εκείνο τον ακαθόριστο δρόμο,
Που δεν είναι αδιέξοδο, ούτε δημοσιά,
Αλλά ένα υγρό μονοπάτι,
Που σέρνεται από γκρεμό σε γκρεμό,
Τυλίγοντας τα περασμένα σαν βρόχος.
Υπάρχουν εκεί
Δάχτυλα που αλλάζουν επιδέσμους σε πληγές,
Το ύπουλο σφύριγμα του τραίνου σαν του φιδιού,
Ο χειμώνας με τα κλεισμένα σπίτια, οι βόγκοι
Των πληγωμένων.

Είναι όμορφη πόλη τα Χανιά, έστω και τα Χανιά,
Όταν ακούς τα τραγούδια των ναυτών που γυρίζουν από την έξοδο
Και είσαι μόνος, ολομόναχος όχι, αλλά
Κοντά στους ανθρώπους, στη διάχυση.
Μπορείς ν’ αγρυπνήσεις, να ζήσεις τη νύχτα.
Το φως και το ημίφως που μπερδεύονται, η σκιά
Που ενώνει τα βήματα, η θύελλα
Που μαστιγώνει τα δέντρα, η ταλάντευση
Στον αναπόφευκτο ιστό της αράχνης.


Τάσος Κόρφης, «Εγκώμια», εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα, Οκτώβριος 1993, σελίδα 32.

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Car je est un autre: Κώστας Καρυωτάκης

Κ. Γ. Καρυωτάκης
[30 Οκτωβρίου 1896-21 Ιουλίου 1928]


Μαρμαρωμένε Βασιλιᾶ


Καὶ ρίχτηκε μὲ τ᾿ ἄτι του μὲς στῶν ἐχθρῶν τὰ πλήθια,
τὸ πύρινο τὸ βλέμμα του σκορποῦσε τὴν τρομάρα,
καὶ τὸ σπαθί του τὴ θανή. Στὰ χάλκινά του στήθια,
ἐξέσπασε ἡ ὄργητα σὲ βροντερὴ κατάρα.

Ἐθόλωσαν τὰ μάτια του. Τ᾿ ἁγνὸ τὸ μέτωπό του,
θαρρεῖς ὁ φωτοστέφανος τῆς Δόξας τ᾿ ἀγκαλιάζει.
Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Θρηνῆστε τὸ χαμό του.
Μά, μή! Σὲ τέτοιο θάνατο ὁ θρῆνος δὲν ταιριάζει.

Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Κυλίστηκε στὸ χῶμα,
ἕνας Τιτᾶν π᾿ ἀκόμα χτὲς ἐστόλιζ᾿ ἕνα θρόνο,
κι ἐσφάλισε - ὀϊμένανε! - γιὰ πάντ᾿ αὐτὸ τὸ στόμα,
ποὺ κάθε πίκρα ρούφαγε κι ἔχυν᾿ ἐλπίδες μόνο.

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολὺ δὲ θὰ προσμένεις.
Ἕνα πρωὶ ἀπ᾿ τὰ νερὰ τοῦ Βόσπορου κεῖ πέρα
θὲ νὰ προβάλει λαμπερός, μιᾶς Λευτεριᾶς χαμένης,
ὁ ἀσημένιος ἥλιος. Ὤ, δοξασμένη μέρα!



Κωνσταντῖνος Γ. Καρυωτάκης, «Ἐφηβικοί Στίχοι, 1913-1916»

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Car je est un autre: Mario Domínguez Parra

Ο μεταφραστής, δοκιμιογράφος και ποιητής, Mario Domínguez Parra (Alicante, España, 6 de Mayo de 1972)


X
Al pie de la Acrópolis


Porcentaje de signos
y clave en el viento
           macizo,
mensaje parentético
del anatema
Me sojuzga un
rellano de disputas
entronizadas
una vez la maleza
despoja de grúas
la cuenta atrás
de tus párpados.
Y soy joven
como el agua que respire
entre las rocas
y rompe sus pulmones
para estirarse
sobre los estandartes
Sin estertor
de espuma mural
El sol lacrado
en tu vientre
en un cromatismo
primitivo y lactante
Hachazo a las
minuciosas baldosas
de los mapas
las escalan
se encarnizan
en el devenir
fluyente
2-6-98

Mario Domínguez Parra, «Apolonía», ediciones Idea, Santa Cruz de Tenerife y Las Palmas de Gran Canaria, España, 2006, páginas 51-52.

Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Car je est un autre: Luis Carcía Montero 3

Luis Carcía Montero
[Γρανάδα, Ισπανία, 1958]


HOMBRE DE LUNES CON SECRETO


ESTE lunes de abril templado y diligente,
muy de mañana, sin haber dormido.
Por la cafetería cruza el buitre
de los horarios laborales,
entre tazas, tostadas y periódicos
se discuten las últimas noticias,
y el hombre del secreto
se submerge en el túnel de una nueva semana.
Deshoja el bienestar de su café,
sonríe a quien le mira, se consuela,
porque tiene un secreto.

Los cuerpos juveniles son presente,
pero nos llega impuesta del pasado
la inocencia arbitraria de sus conversaciones.
El hombre del secreto lo comprende
camino del trabajo,
cuando los estudiantes llenan el autobús
y un tumulto de cuerpos con la cara lavada
se apodera del lunes.
Los ve crecer, observa
como un brillo de incógnita en sus ojos,
una inquietud después desvanecida
por usura del tiempo.
Vivir es ir doblando las banderas.

El hombre de los ojos encendidos
se hiere con las rosas académicas,
consigue entre saludos, puñales y cipreses
cruzar el campus universitario,
recorre los pasillos en busca de su aula,
da su clase,
pero tiene un secreto
y el tema diecinueve se convierte
en materia de asombro,
poemas que se escapan de la página,
versos que llegan a la cima
de una mirada en vilo,
alguien que deja los apuntes
y los libros de texto,
para cerrar las manos hasta herirse
con otra rosa viva
mucho más inclemente,
la rosa de un secreto en el alma de un lunes.

Abre la puerta del despacho
y los libros sonríen  como cómplices viejos.
En ellos ha leído lo que siente,
sólo literatura descentrada.
Pero esta vez no,
porque esta noche no,
esta mañana no,
y el hombre del secreto al levantarse
se miró en el espejo,
y descubrió el enigma
de sus extraños ojos encendidos,
y se dijo que no,
esta vez no.

¿Y la ciudad? Abierta
de luz, cuerpo tendido,
ha cambiado de piel en la ventana.
Ya no será paciencia, ni callejón nocturne,
ni día laborable de tráfico duboso.
Así que va al teléfono,
busca la tinta azul del número apuntado
en el carné de conducir,
la condición de un lunes
que ya no tiene voluntad de fecha
sino de fruta, de sabor en los labios.

El hombre del secreto marca y dice:
«Buenos días, soy yo, he terminado».


Luis Carcía Montero, «Completamente viernes» (1998), [I/Los días], «Poesía Completa» (1980-2015), Tusquets Editores, segunda edición, Barcelona, julio de 2016, páginas 373-375.



ΑΝΔΡΑΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΜΕ ΜΥΣΤΙΚΟ


ΑΥΤΗ τη Δευτέρα του ήπιου και σύντομου Απρίλη
χαράματα, άυπνος.
Από την καφετερία περνά ο γύπας
των εργασιακών ωραρίων,
ανάμεσα σε φλιτζάνια, φρυγανιές και εφημερίδες
σχολιάζονται τα τελευταία νέα,
και ο άνδρας με το μυστικό
καταδύεται στο τούνελ μιας νέας εβδομάδας.
Ξεφυλλίζει την ευημερία του καφέ του,
χαμογελά σε όποιον τον κοιτά, παρηγοριέται
γιατί κατέχει ένα μυστικό.

Τα νεανικά κορμιά είναι το παρόν,
αλλά μας έρχεται επιβεβλημένη από το παρελθόν
η αυθαίρετη αθωότητα των συνομιλιών τους.
Ο άνθρωπος με το μυστικό το καταλαβαίνει
μονοπάτι της δουλειάς,
όταν οι φοιτητές γεμίζουν το λεωφορείο
κι ένας σαματάς σωμάτων με πλυμένο πρόσωπο
σφετερίζεται τη Δευτέρα.
Τους βλέπει να μεγαλώνουν, παρατηρεί
σαν μια λάμψη άγνωστης ποσότητας στα μάτια τους,
μια ανησυχία που αργότερα έχει εξαφανιστεί
λόγω τοκογλυφίας του χρόνου.
Να ζεις σημαίνει να πηγαίνεις διπλώνοντας τις σημαίες.

Ο άνδρας με τα πυρπολημένα μάτια
πληγώνεται με ρόδα ακαδημαϊκά,
κατορθώνει ανάμεσα σε χαιρετισμούς, στιλέτα και κυπαρίσσια,
να διασχίσει την πανεπιστημιούπολη,
διασχίζει τους διαδρόμους αναζητώντας την αίθουσά του,
κάνει το μάθημά του,
έχει όμως ένα μυστικό
και το θέμα δεκαεννιά μετατρέπεται
σε ύλη έκπληξης
ποιήματα που δραπετεύουν από τη σελίδα
στίχοι που φτάνουν στην κορυφή
ενός βλέμματος σε αγωνία
κάποιος που αφήνει τις σημειώσεις
και τα εγχειρίδια,
για να κλείσει τα χέρια ώσπου να πληγωθεί
με άλλο ζωντανό ρόδο
πολύ πιο δριμύ,
το ρόδο ενός μυστικού στην ψυχή μιας Δευτέρας.

Ανοίγει την πόρτα του γραφείου
και τα βιβλία χαμογελούν σαν παλιοί συνένοχοι.
Σ’ αυτά έχει διαβάσει αυτό που νιώθει,
μόνο λογοτεχνία απροσάρμοστη.
Αυτή τη φορά όμως όχι,
γιατί απόψε όχι,
σήμερα το πρωί όχι,
και ο άνδρας με το μυστικό με το που σηκώθηκε,
κοιτάχτηκε στον καθρέφτη,
και ανακάλυψε το αίνιγμα
των παράξενων πυρπολημένων ματιών του,
και είπε όχι
αυτή τη φορά όχι.

Και η πόλη; Ανοιχτή
από φως, κορμί τεντωμένο,
άλλαξε δέρμα στο παράθυρο.
Δεν θα υπάρχει πια υπομονή, ούτε νυχτερινό δρομάκι,
ούτε εργάσιμη μέρα από αμφίβολη κίνηση.
Έτσι λοιπόν πηγαίνει στο τηλέφωνο,
αναζητά το γαλανό μελάνι του αριθμού που είναι σημειωμένος
στην άδεια οδήγησης,
η κατάσταση μιας Δευτέρας
που δεν έχει πια επιθυμία υπογραφής
αλλά φρούτου, γεύσης στα χείλη.

Ο άνδρας του μυστικού σημειώνει και λέει:
«Καλημέρα, είμαι εγώ, τελείωσα».


Luis García Montero, «Αποκλειστικά Παρασκευή» (1998), [Ι/Οι ημέρες], μτφρ. Αγγελική Πορτοκάλογλου, εκδόσεις Λαγουδέρα, Αθήνα, 2006, σσ. 19-21.    

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Car je est un autre: Γιώργος Σαράτσης

Ο ποιητής Γιώργος Σαράτσης απαγγέλλει στην «5η Λογοτεχνική Σκηνή», Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2016


Ένα Ακαριαίο Ποίημα

στον Κώστα Ρεούση


Διακρίνω
έντονο τέλμα
κάτι που ξεκινά
από κάτω –
δεν ανεβαίνει
εδραιώνεται
Διακρίνω
παράτολμα λόγια
απ’ τα πολύ
δικά μου –
Άνοιξη
απ’ το ανοίγω
οσμίζομαι άρωμα
από ξένο σώμα –
ξένα σώματα
τα μάτια μας
Μεγαλόνησος στο κέντρο
της πόλης
έμαθα μόνος
και καταλαβαίνω
το αόριστο
της ποίησης
– δεν είναι για ’μένα –
μόνο γρατσουνιά
από πληγωμένα
ακροδάχτυλα
τέλμα
απ’ το ανοίγω
ξένα σώματα
από μοναξιά
σε μοναξιά –
ακέραιος
ακόμη.


Θεσσαλονίκη, 11 Απρίλη 2016



Το ποίημα του Γιώργου Σαράτση είναι ανέκδοτο, και δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά. Γράφτηκε ακαριαία στις 11 Απριλίου του 2016 στο καφέ «Γαζία», στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου του Κώστα Ρεούση, «Ένα τσεκούρι κάθεται», και του χαρίστηκε αυτόγραφα από τον Γιώργο Σαράτση.  

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Car je est un autre: Οδυσσέας Ελύτης 5

Ο Οδυσσέας Ελύτης, το 1951, στη Ρώμη, φωτογραφία Mario Vitti, όπως σαρώθηκε από την έκδοση, «Mario Vitti-Elitis, unamicizia», fotografie 1951-1972, Università degli Studi di Roma «La Sapienza», Facoltà di Lettere e Filosofia Lingua e Letteratura Neogreca, 2006, σελίδα 24




Κυριακή (Πάσχα), 26

ΚΑΘΑΡΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΕΡΑ. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.

Κυριακή (Πάσχα), 26 β
Ασμάτιον

ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ ΚΟΡΗ ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου ’δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή   μυρωδία

Μεθαύριο θα ’ρθουν τ’ άλλα πουλιά
θα ’ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου   καρδία.



Οδυσσέας Ελύτης, «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, Δεκέμβριος 1984, σελίδες 49-50, δεύτερη έκδοση.  

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Car je est un autre: Μιχάλης Πιερής 2

Ο ποιητής Μιχάλης Πιερής [Εφταγώνια, επαρχία Λεμεσού, Κύπρος, 14 Απριλίου 1952], στο Αρχοντικό Αξιοθέας στην παλιά Λευκωσία, κατά τη διάρκεια της συναυλίας του συνθέτη Τάσου Στυλιανού, «Ίχνος», στις 5 Οκτωβρίου 2016 (Τετάρτη), 20:54… ακριβώς & ακριβός, φωτογραφία Χάρης Παναγιώτου


Δοκίμιο Ποιητικής


Τα γεγονότα δεν μ’ εμπνέουν απ’ ευθείας.
Κάθε πραγματικότητα είναι για να υπάρχει.
Γι’ αυτά που μου συμβαίνουν γράφω πριν
ή και μετά μέσ’ απ’ τη μνήμη που πληγώνει
ή μέσ’ απ’ την ανάμνηση που φέρνει
της περασμένης ηδονής διπλό μεθύσι.
Μνήμη στη μνήμη του μυαλού
αλλιώς «phantasmagoria» καθώς προσπάθησε
κι ο Γέητς να το πει με λέξη ελληνική.

Κι αν στη ζωή μου την πεζή υπάρξει κάτι
τότε το ζω δεν το φωτογραφίζω
(θυμήσου Μόντη αντίδραση Πύλη της Αμμοχώστου).

Γιατί η τέχνη δεν είναι δούλη ή μαστροπός
μετατροπής εκπόρνευσης πατρόν των αισθημάτων
του κάθε τάχα ευαίσθητου η ψυχοθεραπεία.
Και μη μου λες πως γράφεις πα’ στα σώματα
που στη ζωή διεκδικείς και κάποτε κερδίζεις.
Το σώμα είναι σώμα το έχεις το κρατάς
το γεύεσαι το προσκυνάς η τέχνη θέλει λέξεις.
Θέλει μολύβι και χαρτί την άσπρη κόλλα.
Ώρες πολλές προσήλωσης στον πρωινό σου τοίχο
ως να εισπράξεις το σκληρό μερίδιο της μέρας.

Η τέχνη θέλει το κενό αυτού που ήταν
τη μυρωδιά αυτού που φτάνει
σαν άρωμα νέου κορμιού που οσμίζεσαι
ή σαν αυτό που ήταν δυνατό και ξέμεινε στο σώμα.

Της τέχνης το υλικό δεν είναι το παρόν
(ή μόνο το παρόν). Είναι και μέλλον
που έρχεται και παρελθόν που εισβάλλει
στις ώρες άγριας σιωπής ερήμωσης και τρόμου.
Στα πριν και στα μετά σου ο μάστορας
και στο παρόν σου ανήμπορος
δοσμένος έκθετος εκστατικός κι εκτεθειμένος
όχι να μεταφράζεις της ζωής τον επιούσιο πόνο
σε κώδικες αμυντικών κραυγών και οργής
ο αναγνώστης ο επαρκής δεν είν’ μπανιστιρτζής
κι η τέχνη δεν είν’ διέξοδος αυτό που ανακουφίζει
η θεραπεία δειλινού καφέ το ξόρκι της ημέρας.

Ο ποιητής είναι τεχνίτης ταπεινός
μα και γενναίος. Μες στη ζωή του ελεύθερος
και πράγματι ωραίος. Νέος που σπαταλά
περήφανα το σώμα και το φως του
κλαίει πικρά αν χρειαστεί κι οδύρεται
μεθά και αρρωσταίνει, μα όταν
θα γράψει μια γραμμή είν’ έτοιμος.

Εξαγνισμένος κι άσπιλος σαν νέα σελήνη
που σκαρφαλώνει αμίλητη και δίχως λάμψη
φέγγει πρωί ξυπνώντας πίνοντας καφέ
μάτια ανοιχτά και το μυαλό καθάριο
ή νύχτες ξάγρυπνος χωρίς πιοτό φαΐ
έχοντας αποβάλει έρωτες και τ’ άλλα συναφή
μα με τη μνήμη ξέχειλη και με τη σκέψη πλήρη
φτιάχνει έναν κόσμο αλλιώτικο
φτιάχνει τον κόσμο νέο. Πλασματικό

κι αληθινό της ποίησης τον κόσμο.

[Μελβούρνη, Αύγουστος 1992]



Μιχάλης Πιερής, «Ρυθμού και Φόβου», εκδόσεις Πλανόδιον, πρώτη έκδοση, Αθήνα, Ιούνιος 1996, σσ. 73-74.