Ἡ ἐλευθερία ἒχει δύο κοφτερές ὂψεις, ὃπως τά παλιά ξυραφάκια~Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017
Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 14
Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 13
![]() |
Ο
λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus
#13
Κείμενα
μιας ψύχραιμης οργής
Ο
διασπαστικός εμπαιγμός των ημιμαθών αστών ή φελλών
Σε καθηλώνουν για να σε
αποκαθηλώσουν και σε λερό σάβανο φασκιώσουν. Με μία άδικη αιτία, πάντα, σ’ αποφεύγουν
χαχανίζοντας ή γκαρίζοντας. Δικαιολογούνται ξεστομίζοντας τη δύσθυμη απολογία
της δυσγενεσίας τους. Βλαχαδερά ολκής, κάκιστης πάστας προϊόντα, τενεκέδες
ξεγάνωτοι. Βασανίζουν τις λέξεις στο κρεματόριο της χαοτικής γραφής μιας νεκρής
φωνής που δεν άκουσαν ποτέ τη νότα, το φθόγγο ή το γράμμα της. Να πατήσουμε πάνω στην Ψυχολογία, στην
Πολιτική, στην Κοινωνιολογία, ηλιοκαμένοι μ’ ένα σκέτο άσπρο πουκάμισο.,
(Οδυσσέας Ελύτης, «Τα Ετεροθαλή-Villa Natacha II», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1980, σ.
47).
Ο διασπαστικός εμπαιγμός των ημιμαθών αστών ή
φελλών κυριαρχεί στο νησί του χαλουμιού. Η ύποπτη τάση και ανοησία
αποκρυπτογράφησης ενός κρυπτογραφημένου μουσικού-ποιητικού μηνύματος
συμπαντικών δημιουργών εγκαθιδρύει το κρατίδιο εξυπηρετήσεων και υπηρεσιών της
δυστοπίας με τ’ όνομα Κύπρος. Τα προκεχωρημένα ηχοτοπία και οι ποιητικές
εγχαράξεις, όταν συμβαίνει να συναντηθούν, προτάσσουν το καινό στην ατραπό του
παρελθόντος και του παρόντος καταγεγραμμένου άχρονου. Η ορατή απουσία ή αόρατη
παρουσία του ανθρώπινου σχήματος -αδιαφορώντας για την κακομεταχείριση
καταθέσεων μελλοντικής πρόληψης ή ώσμωσης από αναίσχυντους έως άτιμους
κατασκοπευτικούς πνευματικούς κούσπους- δεν έχει ανάγκη θεούς, που τη λατρεία
τους προσκυνάτε στο σκοτάδι, και λεξικά γραφιάδων παραχαρακτών.
Εδράζομαι στη Μεσόγειο Θάλασσα: Οικίζοντας σε γη που από νερό αρμυρό
περιδίνεται, (Κώστας Ρεούσης, «Ένα Τσεκούρι κάθεται», εκδ. Φαρφουλάς,
Αθήνα, 2015, σ. 55). Ο T. S. Eliot είναι σύμμαχος του οφτού κλέφτικου, όλων
όσοι διατηρούν την αποικία μέσα τους κι εξακολουθητικά μεταδίδουν, με το
αζημίωτο, συγκεχυμένες πληροφορίες στις δυνάμεις μιας φανερής υπηρεσίας.
Συμμαχώ με το αμφιλεγόμενο, αντικαθιστώντας -έτσι,
γιατί μου κάνει κέφι κι αυθαίρετα, ΣΑΦΩΣ (όπου σίγμα: σιωπή, σιγή ή σιγαστήρας,
όπου άλφα: επιφώνημα αγγέλλοντας φως)- τη μεξικανική διανόηση με την κυπριακή
και τη δικτατορία του Δίας μ’ αυτήν του Μούσκου: Incurriría en una grosera simplificación quien afirmase que la cultura
mexicana es un reflejo de los cambios históricos operados por el movimiento
revolucionario. Más exacto sera decir que esos
cambios, tanto como la cultura mexicana, expresan de alguna manera las
tentativas y tendencias, a veces contradictatorias, de la nación -esto es, de
esa parte de México que ha asumido la responsabilidad y el goce de la
mexicanidad-. En ese sentido sí se puede decir que la historia de nuestra
cultura no es muy diversa a la de nuestro pueblo, aunque esta relación no sea
siempre estricta. Y no es estricta ni fatal porque muchas veces la cultura se
adelanta a la historia y la profetiza. O deja de expresarla y la traiciona,
según se observa en ciertos momentos de la dictadura de Díaz. Por otra parte,
la poesía, en virtud de su misma naturaleza y de la naturaleza de su
instrumento, las palabras, tiende siempre a la abolición de la historia, no
porque la desdeñe sino porque la trasciende. Reducir la poesía a sus significados
históricos sería tanto como reducir las palabras del poeta a sus connotaciones
lógicas o gramaticales. La poesía se escapa de historia y lenguaje aunque ambos
sean su necesario alimento., (Octavio Paz, La “inteligencia” mexicana, «El laberinto de la
soledad», 1950).
Είναι στα πρόσωπα μιας παρωδίας που εκτοξεύομαι: Sucia ciudad
orgullosa de sus vísceras estropeada de la mujer pubis que se agostó los
humores de quién pedirás salvaje el vástago retrocede para que dentro de él
saludes al viento nerviosamente dejando letras palabras incoherentes
esquizofrénicos asesinos se encuentran con poetas esquizofrénicos en los
santuarios de un burdel quirófano de una gran puta que es de repente su madre
que lleva puesta ropa vieja de otra fiesta oliendo a libertinaje sangre de un
cerdo inmolado podredumbre de una muela del juicio en el funeral del dulce
dentista terapeuta todos los gritos que vienen a continuación traen la
mandrágora que queda por saborear un nervioso coplero un poco antes del
suicidio de su edad de repente mortal el verano brinca hacia el poema y
resollando se despierta mujeres que pasan señalan correctamente hacienda saltar
por los aires el objetivo en el centro círculo en con círculo la cola del
veraneante., (Costas Reúsis, «La irrealidad submarina», 1993-2015,
antología bilingüe, traducción de Mario
Domínguez Parra, ediciones de La Isla de Siltolá, Sevilla (España), colección
Siltolá Poesía, nº 40, Mayo 2017, p. 97).
-Στους ελληνικούς αρχαίους βασιλικούς όρχεις μου
φακελώνω τα λυρικά, αφηγηματικά και άλλα εμετικά σ (τοι) χήματά σας: Κύπριοι
ποιητές (που είστε/πού είστε;), Έλλην Αλάσιος ή αλασιωτικός/ισοπεδωτικός (που
είμαι/πού είμαι;) ποιητής και -δυστυχώς ή ευτυχώς- δεν πράττουμε την ίδια εργασία ή γλώσσα
ελληνική.
Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Οκτώβριος 2017
Σημείωση
Ο Έλλην, ακόμη και ο ελληνόφωνος, αναγνώστης μπορεί να συναντήσει τα δύο
ισπανικά αποσπάσματα του κειμένου, μεταφρασμένα, στα εξής βιβλία: α) Οκτάβιο
Πας, «Ο λαβύρινθος της μοναξιάς», μτφρ. Ντιάνα Μπόμπολου, επίμετρο Βίκτωρ
Ιβάνοβιτς, «Η μεξικανική “διανόηση”», δεύτερη έκδοση διορθωμένη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια,
Αθήνα, Δεκέμβριος 1995 (πρώτη έκδοση), σσ. 203-204, και β) Κώστας Ρεούσης, «Ο
κρατήρας του γέλιου μου», «Τα πρόσωπα μιας παρωδίας», πρώτη έκδοση με
παροράματα, εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, Οκτώβριος 2009, σ. 57.
Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή
επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα»,
στις 28 Οκτωβρίου 2017, με παροράματα.
|
Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 12
![]() |
Ο
λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus
#12
Κείμενα
μιας ψύχραιμης οργής
Ο
τεκμηριωμένα ατεκμηρίωτος λόγος των φιλολόγων
Όταν έχεις -ύποπτα-
φροντίσει η παιδεία που εξέλαβες, ή αυτή που λαμβάνουν τα μούλικα που έσπειρες
ή ξέβρασες, να διασκορπίζεται και να συρρικνώνεται σε πανεπιστημιακά ιδρύματα
της νήσου, της Ελλάδος και κυρίως της Ευρώπης ή άλλων ηπείρων, προφανώς
υπέκυψες στην εμπορευματοποίηση ενός αγαθού. Η αγωγή στη γλώσσα των Ελλήνων δεν
ολοκληρώνεται και δε χρηματίζεται ποτές, άπαξ και γεννήθηκες μέσα σ’ αυτήν κι
είσαι από αρχαίο βασιλικό γονίδιο ένας ή μία εκ των Πελασγών.
Η ρήξη (μάρτυς μου ο Θεός, εάν προειδοποίησα ή όχι
άπειρες και συνεχόμενες έως επαναλαμβανόμενες φορές, στιγμές ακαριαίες) που
επιδιώκω και πράττω κι εγκαθιδρύω, έναντι του τεκμηριωμένα ατεκμηρίωτου λόγου
των φιλολόγων, είναι αποκλειστικό ή αποκλειστική κι αναφαίρετο ή αναφαίρετη
δικαίωμα ή ιδιότητα ή ειδικότητα αποκτηθέν ή αποκτηθείσα στο στράτευμα.
Ηττημένοι ποιητές, νεοελληνιστές και ασχημάτιστοι
μελετητές συχνάζουν στο colloquium ηττημένων τακτικών κι ομότιμων κοσμητόρων
και πρυτάνεων, ενώ λέκτορες, επίκουροι, αναπληρωτές, ανειδίκευτοι επιστήμονες
και επισκέπτες τελειωμένοι συναγελάζονται στα χορικά μιας τραγωδίας που ακόμη
δεν έχει συναντήσει τον τραγωδό της. Μεταμορφωμένος σε βδέλλα βούτηξα στην
ελώδη λίμνη των διδακτορικών-δικτατορικών τους τίτλων και παρακάθισα στο
βάρβαρο δείπνο που προσφέρουν στους καλεσμένους κόλακες των διαπλεγμένων
οφειλών, των περιστασιακών συμφερόντων και των υπερήμερων τοκισμών. Μια
κολασμένη αφαίμαξη που φτύνω εξακολουθητικά στο κράσπεδο της επηρμένης τους,
ταξιδιωτικά συμποσιακής ή συνεδριακής, χρησιμοθηρικής βλακείας.
Στο υλικό του ντουβαριού της όποιας γνώσεως
θαρρούνε πως κατέχουν επιστρατεύω το λαλίστατο νερό μίας πηγής αρχέγονης, και
μίας γλώσσης πρώτης καταγεγραμμένης στο γενετικό κώδικα ή στη γενετήσια ορμή
του/της ποιητή που είμαι/είναι.
La espada morirá
como el racimo./El cristal no es más frágil que la roca./Las cosas son su
porvenir de polvo./El hierro es el orín. La voz, el eco./Adán, el joven padre,
es tu ceniza./El último jardín sera el primero./El ruiseñor y Píndaro son
voces./La aurora es el reflejo del ocaso./El micenio, la máscara de oro./El
alto muro, la ultrajada ruina./Urquiza, lo que dejan los puñales./El rostro que
se mira en el espejo/No es el de ayer. La noche lo ha gastado./El delicado
tiempo nos modela.//Qué dicha ser el agua invulnerable/Que corre en la parábola
de Heráclito/O el intrincado fuego, pero alhora,/En este largo día que no
pasa,/Me siento duradero y desvalido., (Jorge Luis Borges, «Adán es tu ceniza», Historia de
la Noche, 1971).
-Κουμάσια αδολεσχίας κι όρνιθες βορβόρου: γιακάς
που τινάζω η παρουσία σας, φίδι στον κόρφο τ’ άγγιγμά σας, σπιούνος ο λόγος π’
αφοδεύετε.
Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Ιούνιος 2017
Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή
επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα»,
στις 17 Ιουνίου 2017.
|
Δευτέρα 3 Απριλίου 2017
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 11
![]() |
Ο
λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus
#11
Κείμενα
μιας ψύχραιμης οργής
Η
κακεντρεχής συμπεριφορά μιας πάγιας υπερβολής
Ρεμπεσκέδες, πελαγοδρομώντας, ανταλλάσσουν κάλπικες
ανακαλύψεις-αποκαλύψεις που αφορούν στην ανθρώπινη ζωώδη βλακεία και μόνο. Αγκιστρωμένοι στα φυστικοαμάξια μας-τους,
(Γιώργος Τριλλίδης, 1998), αναζητούν, ματαίως, τη λεμονόκουπα που θα τους
συνεφέρει από τη μόνιμη ναυτία του αμπάλωτου-αμπάλατου εικοσιτετραώρου τους.
Youth of delight
come hither:/And see the opening morn,/Image of truth new born/Doubt is fled
& clouds of reason/Dark disputes & artful teazing./Folly is an endless
maze,/Tangled roots perplex her ways,/How many have fallen there!/They stumble
all night over bones of the dead;/And feel they know not what but care;/And
wish to lead others when they should be led., (William Blake, «The Voice Of The Ancient
Bard», Songs Of Experience, 1794).
Ένα περιγραφικό αγκωνάρι η διάτρητη σκέψη τους,
συνεπικουρούμενη απ’ την κακεντρεχή συμπεριφορά μιας πάγιας υπερβολής που
οδηγεί στην έκρηξη ενός προσποιητού καγχασμού• περιχαρούς, αλίμονο, στην τύφλα
τους τη μαύρη.
Όπως το πούσι καλύπτει την ώρα που Πλώρη στον Εωσφόρο, (Δημήτρης Καλοκύρης, «Μυθιστόρημα Απλανούς Χρονογραφίας», 2001), έτσι ένας Βέλγος κελαηδάει εκκωφαντικά στ’ αυτί π’ ακούει … το και το: Dans le
port d’ Amsterdam/Y a des marins qui chantent/Les rêves qui les hantent/Au
large d’ Amsterdam/Dans le port d’ Amsterdam/Y a des marins qui dorment/Comme
des oriflammes/Le long des berges mornes/Dans le port d’ Amsterdam/Y a des
marins qui meurent/Pleins de bière et de drames/Aux premières lueurs/Mais dans
le port d’ Amsterdam/Y a des marins qui naissent/Dans la chaleur épaisse/Des
langueurs oceans//Dans le port d’ Amsterdam/Y a des marins qui mangent/Sur des
nappes trop blanches/Des poissons ruisselants/Ils vous montrent des dents/A
croquer la fortune/A décroisser la lune/A bouffer des haubans/Et ça sent la
morue/Jusque dans le coeur des frites/Que leurs grosses mains invitent/A
revenir en plus/Puis se lèvent en riant/Dans un bruit de tempête/Referment leur
braguette/Et sortent en rotant//Dans le port d’ Amsterdam/Y a des marins qui
dansent/En se frottant la panse/Sur la panse des femmes/Et ils tournent et ils
dansent/Comme des soleils crachés/Dans le son déchiré/D’ un accordéon rance/Ils
se tordent le cou/Pour mieux s’ entendre rire/Jusqu’ à ce que tout à coup/L’
accordéon expire/Alors le geste grave/Alors le regard fier/Ils ramènent leur
batave/Jusqu’ en pleine lumière//Dans le port d’ Amsterdam/Y a des marins qui
boivent/Et qui boivent et reboivent/Et qui reboivent encore/Ils boivent à la
santé/Des putains d’Amsterdam/De Hambourg ou d’ ailleurs/Enfin ils boivent aux
dames/Qui leur donnent leur joli corps/Qui leur donnent leur vertu/Pour une
pièce en or/Et quand ils ont bien bu/Se plantent le nez au ciel/Se mouchent
dans les étoiles/Et ils pissent comme je pleure/Sur les femmes infidels/Dans le
port d’ Amsterdam/Dans le port d’ Amsterdam., (Jacques Brel, 1964).
Ένας αστίατρος να βρεθεί ν’ απαλλάξει ή καταγράψει
μ’ αριθμό την πορνεία που επαίρεται η Νήσος Κύπρος πως εισάγει-εξάγει. Να
πάψουν οι αφροδισιολόγοι να χρυσώνουν τ’ άρρωστα παραπετάσματα των ιατρείων
τους, ν’ αποκατασταθεί -επιτέλους- Η
τρυφερότης των μαστών, (Ανδρέας Εμπειρίκος, «Ενδοχώρα», 1945).
-Ο ποιητής, Αυτός.
Ο Είναι, Ο Ήταν και ο Ερχόμενος., (Οδυσσέας Ελύτης, «La Pallida Morte», Ελεγεία της Οξώπετρας, 1991), υπάρχει
στη Χώρα σας -καθίκια της χαμηλό-τέρας υποστάθμεως- κι αόρατα ορατός εικάζει τ’
όνειρο κι εξεγερμένο-μένος εφιάλτη!
Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Μάρτιος 2017
Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή
επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα»,
στις 9 Μαρτίου 2017.
|
Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 10
![]() |
Ο
λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus
#10
Κείμενα
μιας ψύχραιμης οργής
Η
συστηματική διαστρέβλωση ενός γεγονότος
Να συναντιέσαι με
ομοτέχνους ποιητές στην Κύπρο, και ειδικότερα στο μεγάλο χωριό ή στη δήθεν
πρωτεύουσα μιας μικρής νησιωτικής πολιτείας της Μεσογείου, της Χώρας δηλαδή ή
Λευκωσίας, οδηγεί στην αδιαμφισβητήτως συστηματική διαστρέβλωση ενός γεγονότος.
Δυστυχώς: Το Κακόν που Σας κατατρώγει
είναι βαθύτερον από ό,τι δύναται να φαντασθή, η Τωρινή Αμαθής Φαντασία,
(Περικλής Γιαννόπουλος, «Νέον Πνεύμα», 1906). Τούτο, σαφέστατα, δεν αφορά
μοναχά στους ποιητές, αλλά στα πλείστα δίποδα, τα κατοικοεδρεύοντα, το
παζάρι-παντζάρι, άλλως κοκκινογούλι, γνωστό και για τις καθαρτικές του
ιδιότητες.
Μία διαρκής αφόδευση η σταματημένη ζωή τους, στο
επικερδές πλιάτσικο της απάτριδα καπάτσας διαιρετικής εθνικοφροσύνης τους.
Ανισόρροποι ισορροπιστές καταστάσεων,
επιδιώκουν στοχεύοντας στη θέση του εκάστοτε χαλίφη, όπου ορέγονται να
στρογγυλοκαθίσει το εύρος των οπισθίων τους.
Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς
καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ
κύμινον, καὶ ἀφήκατε τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν
πίστιν· ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι. ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ διυλίζοντες
τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες! Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι
ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ
γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας. Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ
ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν. Οὐαὶ ὑμῖν,
γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις,
οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης
ἀκαθαρσίας. οὕτω καὶ ὑμεῖς ἔξωθεν μὲν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι, ἔσωθεν
δὲ μεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καὶ ἀνομίας., (Κατά Ματθαίον, κεφάλαιο κγ΄,
εδάφια 23-28).
Στα αιμοσφαίριά μου, αεικίνητος, κυκλοφορεί ο
φανερός πράκτωρ, Θανάσης Βέγγος, άλλως Θου Βου. Τουλάχιστον να πλάσουμε νέο
συκώτι, βρε αδελφέ, μια που ’ναι άνοστη η σάρκα-πάστα-ράτσα των συμπατριωτών
μου.
Είναι ο
άνθρωπος των μεγάλων αποφάσεων και των μικρών κινήσεων. Θρέμμα του λιονταριού,
της υαίνας των περιστάσεων. […] : Το μάθημά σου
διάβασε – και μην ξεχνάς τα ρήματα. […]
– δραπέτης απ’ τις φυλακές στην κατοχή και τώρα πάλι δραπέτης απ’ τη φυλακή του
εαυτού του. […] Οι σύμμαχοι
αποκήρυξαν την συμμαχία τους με μας κυρίως για να σώσουν το πετσί τους. […] Το ελληνικό ιππικό μάχεται με ηρωισμό. […]
Αντιλαμβάνομαι πως την κραυγή αυτή την
έβγαλα εγώ – στα καλά καθούμενα –. […] Με
πλησιάζει ένας ‘πούστης’ και με χτυπάει στον ώμο: με ρωτάει με προσποιητή φωνή
αν θέλω λίγο τσάι… είναι το εθνικό ποτό των κατακτητών. […] ασκάμπη […] ασκανία […] Αυτός ήταν
Έστορας. Το αίμα που κυλούσε στις φλέβες του ήταν πολύ πιο αρχαίο και
πολιτισμένο από των Εράνων και των Έγλων. […] Τοιχοκολλημένα πάνω στους τοίχους της συνείδησής του σαν μια σειρά από
εγωκεντρικές ταπετσαρίες που δίναν την εντύπωση μιας διακήρυξης των δικαιωμάτων
του ωκεανού απέναντι στα ανώνυμα στίφη των σταγόνων του, τα ‘Μήνιν άειδε’ και
τα ‘η ψυχή μου εστίν περίλυπος μέχρι θανάτου’. […] Δεν ήταν ακριβώς μισάνθρωπος, γιατί του άρεσε η παρέα αλλά χωρίς να
διατρέχει τον κίνδυνο μολύνσεως απ’ τα μιάσματά της. […] Κανένας εκτός από την αστυνομία δεν ξέρει
ποιος είμαι. […] Τέτοια είναι η
ανακατωσούρα τους, που αν δεν ήταν η Θρησκεία, θα ’χαν γίνει όλοι ταύροι από
καιρό., (Νάνος Βαλαωρίτης, «Ο Διαμαντένιος Γαληνευτής», εκδιηγήσεις,
1981).
-Στα πόδια και στα χέρια μου -στην Έμπνευσις- μην
μπλέκεστε• στο Σώμα που ανήκω ορκισμένος, αιωρείται μια εντολή ή πάγια διαταγή:
αυτή τ’ αφανισμού σας.
Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Μάρτιος 2017
Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή
επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα»,
στις 7 Μαρτίου 2017.
|
Τρίτη 21 Μαρτίου 2017
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 9
![]() |
Ο
λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus
#9
Κείμενα
μιας ψύχραιμης οργής
Η θορυβώδης
πρακτική του φόβου
Κάθε μέρα ή νύχτα και μία
ατελής συντέλεια. Ανδρείκελα, μαριονέτες ή νευρόσπαστα εξαπολύουν το άχαρο
ξυπνητό τους, μια κι αδυνατούν να χειριστούν το γεγονός τ’ ονειρικού τους βίου
κρινόμενου. Αιμομικτικά ανθρωπάρια -κι Αγαρηνών, και Φράγκων, και Ρωμαίων, κι
Εβραίων, κι Αγγλοσαξόνων, κι Ενετών, κι
άλλων βαρβάρων μιαρών- «αγράμματα ξύλα απελέκητα», που μας εδείχνανε, σ’ εμάς
τους έσχατους μαύρους, γαλάζιους και αυτόκλητους μ’ αίμα παραληρούντες, στ’
αόρατο κι αιώνιο κρυφό σχολειό του Γένους-Έθνους.
Αδολέσχες, άρπαγες, ασφάλειες καμένες επιδίδονται,
θαρρώ επιτυχώς, στη θορυβώδη πρακτική του φόβου. Κάθε φορά π’ ακούω βροντερά
για μία πόλη χωσμένη μες στην άμμο, φέρνω στο σώμα τα χιλιόμετρα, τις ώρες
πτήσης και τα μερόνυχτα εν πλω• ας πω: εις τα μπορντέλα της οδού Φυλής ή της
οδού Ρηγαίνης. Όμως, εκεί, έχουν βαθιά τους ριζωμένες τρεις λέξεις άγνωστες για
τους μουργόλυκους κατοίκους της Κύπρου νήσου όχεντρας: Μπέσα, Τιμή κι Ανδρεία.
Είν’ η Πατρίδα, η Πίστη κι η Φυλή που οδηγεί τη
Γλώσσα των Ελλήνων, σ’ όλες τις διαλέκτους –της ενδοχώρας, των νησιών και μιας
τσουλάρας Ανεξάρτητης Κυπριακής Τουρκοκρατίας, που παραμένει πόρνη ανθενωτική,
με βάσεις κυρίαρχες βρετανικές και κυανόκρανους χαφιέδες.
Η καρδιά
συχνοσπαράζει…/Πλην τι βλέπω; σοβαρά/Να σωπάσω με προστάζει/Με το δάκτυλο η
θεά.//Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη/Τρεις φορές μ’ ανησυχιά•/Προσηλώνεται
κατόπι/Στην Ελλάδα, και αρχινά://“Παλληκάρια μου! Οι πολέμοι/Για σάς όλοι είναι
χαρά,/Και το γόνα σας δεν τρέμει/Στους κινδύνους εμπροστά.//”Απ’ εσάς
απομακραίνει/Κάθε δύναμη εχθρική•/Αλλά ανίκητη μια μένει/Που τες δάφνες σάς
μαδεί•//”Μία, που όταν ωσάν λύκοι/Ξαναρχόστενε ζεστοί,/Κουρασμένοι από τη
νίκη,/Αχ! τον νου σάς τυραννεί.//”Η Διχόνοια που βαστάει/Ένα σκήπτρο η
δολερή•/Καθενός χαμογελάει,/Παρ’ το, λέγοντας, και συ.//”Κειο το σκήπτρο που
σας δείχνει/Έχει αλήθεια ωραία θωριά•/Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει/Εισέ δάκρυα
θλιβερά.//”Από στόμα οπού φθονάει,/Παλληκάρια, ας μην ’πωθή,/Πως το χέρι σας
κτυπάει/Του αδελφού την κεφαλή.//”Μην ειπούν στο στοχασμό τους/Τα ξένα έθνη
αληθινά:/Εάν μισούνται ανάμεσό τους/Δεν τους πρέπει ελευθεριά.//”Τέτοια
αφήστενε φροντίδα•/Όλο το αίμα οπού χυθή/Για θρησκεία και για πατρίδα/Όμοιαν
έχει την τιμή.//”Στο αίμα αυτό που δεν πονείτε/Γιά πατρίδα, γιά θρησκειά,/Σας
ορκίζω, αγκαλιασθήτε/Σαν αδέλφια γκαρδιακά.//”Πόσον λείπει, στοχασθήτε,/Πόσον
ακόμη να παρθή•/Πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,/Πάντα εσάς θ’ ακολουθή.//”Ω
ακουσμένοι εις την ανδρεία!.../Καταστήστε ένα σταυρό,/Και φωνάξετε με
μία:/Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.//”Το σημείον που προσκυνάτε/Είναι τούτο, και γι’
αυτό/Ματωμένους μας κοιτάτε/Στον αγώνα το σκληρό.//”Ακατάπαυστα το βρίζουν/Τα
σκυλιά και το πατούν/Και τα τέκνα του αφανίζουν/Και την πίστη αναγελούν.//”Εξ
αιτιάς του εσπάρθη, εχάθη/Αίμα αθώο χριστιανικό,/Που φωνάζει από τα βάθη/Της νυκτός:
Να ’κδικηθώ.//”Δεν ακούτε, εσείς εικόνες/Του Θεού, τέτοια φωνή;/Τώρα επέρασαν
αιώνες/Και δεν έπαυσε στιγμή.//”Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος/Σαν του Άβελ
καταβοά•/Δεν είν’ φύσημα του αέρος/Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.//”Τι θα κάμετε;
θ’ αφήστε/Να αποκτήσωμεν εμείς/Λευθερίαν, ή θα την λύστε/Εξ αιτίας
Πολιτικής;//”Τούτο ανίσως μελετάτε,/Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό•/Βασιλείς!
ελάτε, ελάτε,/Και κτυπήσετε κι’ εδώ”., (Διονύσιος Σολωμός, «Ύμνος Εις Την Ελευθερίαν»,
στροφές 139-158).
Ως συνελόντι ειπείν: Έλα, σκατότουρκε... έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους έλα ν’
ακούσεις τα κέρατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε
κερατάδες... Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε “από ημάς” συνθήκην με “έναν” κοντζιά
σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον
Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα!, (Στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης).
-Ούτε να σας φτύσω• αντέχω μοναχά να σας
χαρακτηρίσω: χανούμισσες, τσογλάνια, γιουσουφάκια και κοτζαμπάσηδες φαιδροί.
Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Φεβρουάριος 2017
Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή
επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα»,
την 1η Μαρτίου 2017.
|
Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 8
![]() |
|
Ο
λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus
#8
Κείμενα
μιας ψύχραιμης οργής
Η κακοήθης
εμπλοκή μιας καταστάσεως
Εσμός αυλοκολάκων. Μία
κυρίαρχη διεστραμμένη σεφερολαγνεία αγγίζει το σάβανο του Αλεξανδρινού. Γλώσσες
διχαλωτές νιώθω να μ’ απειλούν, σάμπως και κατοικώ σε βιλαέτι νήσο. Σκληρή
πορεύεται η ζωή, να συγκρατεί υδρορροή στο μάτι, όταν οι φίλοι κι οι γνωστοί με
προσεγγίζουν ωσάν καθάρματα του ρημαδιού που είμαι. Χρονοθύελλες ελάτε και σαρώστε τα πάντα, (Γιώργος Καλοζώης, «Η κλίση
του ρήματος»), κι εμένα τον τσιλιβήθρα
χλεμπονιάρη μ’ ένα φραγγέλιο-ράπισμα ῥυήσεσθαι το βήτα ρέζους θετικό.
Έχω χάσει τα λογικά μου σημαίνει: αναπνέω μες στον
πυθμένα της κινούμενης άμμου όπου με μακροβούτι εισχώρησα. Νεκρό με αντικρίζω,
σ’ αυτό που εμφανίζεται στα μπρούντζινα των ρόπτρων, να βλέπω τον Αρχίλοχο -τον
πρώτο υπερρεαλιστή ιαμβογράφο- στίχο ή σπάραγμα ν’ αγγέλλει: σὺ γὰρ δὴ παρὰ φίλων ἀπάγχεαι.
Η κακοήθης εμπλοκή μιας καταστάσεως που δε
συμφέρει, μια κι η απώλεια είν’ ακριβή έως βραδυφλεγής, και τ’ αύριο όλους μάς
θέλει μες στη διάρκεια της παρατεταμένης παρακμής του Πάντα· ήσυχους,
νομοταγείς, προσκυνημένους, ιντριγκαδόρους, διπλωμάτες, έξυπνους, λαμόγια ή
μοσχοπουλημένους. Τετρομασμένος,
(Διονύσιος Σολωμός, «Η γυναίκα της Ζάκυθος»), βρίζω, Θεέ μου, βρίζω… και να με
συγχωρείς αλλά: Θέλει τουφέκι ο χρόνος,
αν επιθυμεί να γίνεις μια σκέτη ανάμνηση., (Οδυσσέας Ελύτης, «Εκ του
πλησίον»). Παρατηρώ το, εντάξει το, μπορεί και να το ευεργετούμαι: Όταν φυσάει, και της πουτάνας η παράγκα
παρθεναγωγείο είναι., (Κομπαγιάσι Ίσσα, 1819, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας). Όμως
αδυνατώ να το ισορροπήσω «μη-», αδυνατώ να το ελέγξω «-δέν». Αλήθεια ή ψέματα,
πάντως πως μ’ ανακρίνουν ακαταπαύστως δέχομαι, από το κνέφας της ηλικίας μου
της παιδικής έως το Τώρα. Είναι που: Φεύγω,
μύγες μου. Άντε (να) γαμηθείτε
ελεύθερα!, (Κομπαγιάσι Ίσσα, 1815, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας).
Τον Ρώμο Φιλύρα έχω στο νου, κι από την «Ιερά Οδό»
κι από την «Αθαλάσσα» πρέπει να γεννηθώ στην πρώτη. Ποιος το συμβούλιο να
συγκαλέσει των δήθεν σαμάνων των ψυχών; Έτσι κι αλλιώς το κρίμα στο λαιμό μου,
ούτε να γιατροπορευτώ πλέον· αγκομαχώ. Ένας ακόμη π’ αγαπώ έρχεται μες στο
κείμενο, κι ας καταλήξει η ψυχή μου για δεύτερη φορά ξεκούρδιστη προφέροντας
-Θεέ μου, σε παρακαλώ- φωνήεντα με σύμφωνα Ελλήνων… έστω και σόλοικα. Έτσι, με
τη φιγούρα μου στ’ αλαμπουρνέζικο και στο σακατεμένο να επικουρεί την ψάθα: Ἀπὸ τὴν κανδήλαν τὴν ἀχανῆ ἐκείνην κατῆλθεν
ἡ βοή, ὁ ροῖβδος τῆς λαίλαπος, καὶ ἀπὸ τὸ κουφόβρασμα τὸ ὓπουλον ἀνέβη ὁ ρόχθος
τῆς θαλάσσης, ζευχθέντα εἰς φοβερὸν ὑμέναιον, προσοχθοῦντα ἐπὶ τῆς ἐλεεινῆς
σανίδος· ἦτον ὡς βέλασμα οἱονεὶ ἀπὸ χιλιάδας καὶ μυριάδας ἐρίφια-κύματα,
χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· καὶ ὁ Βορρᾶς, ὁ χιονόμαλλος βασιλεὺς τῶν
χειμώνων, τὰ ἒσπρωχνε καὶ τὰ ἤλαυνεν ἐμπρός, κατὰ τοὺς βράχους πάντοτε καὶ τὰς
ἐσχατιάς· ζητοῦντα νὰ εὕρουν τέρμα καὶ τέρμα δὲν εὕρισκον, εἰμὴ τὴν σανίδα τὴν
ταλαίπωρον· καὶ τὴν κατεπάτησαν, καὶ τὴν ἒκαμαν δρόμον, βόσκοντα τὴν σκωρίαν
της, λείχοντα τὰς πληγάς της, ροφῶντα τὴν δύναμίν της. Ἐν μέσῳ δὲ καὶ ὑπεράνω
ὅλης αὐτῆς τῆς πάλης καὶ τῆς βοῆς, τὴν ὁποίαν συνετέλουν ἐπαναβαίνοντα τ’
ἀχθοφόρα κύματα, ἀντήχει ὡς θρῆνος ὀξὺς τὸ σφύριγμα τῶν τροχαλιῶν, ὅμοιον μὲ
τὴν ἀπηλπισμένην κραυγὴν πτωχῆς ἐρημικῆς κόρης, σπαρασσομένης τὸ δέμας,
βιαζομένης τὴν τιμήν, ὑπὸ φαύλων βιαστῶν εἰς ἒρημον τόπον, ὑπὸ τὸ ὂμμα τοῦ
πολυευσπλάγχνου καὶ παντοδυνάμου Κριτοῦ, τοῦ καθημένου ἐπί τῶν Χερουβείμ, τοῦ
βλέποντος ἀβύσσους., (Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Κοκκώνα θάλασσα ἢ Τὸ
γράμμα τῆς πεθερᾶς»).
Ίσως ετούτη η τακτική της συρραφής, ένα,
αυθαίρετα, ανάμεσα σε παρενθέσεις (να) και πώς σημεία στίξης ανεμίζω-ατενίζω να
είναι τερατούργημα. Κάτι-άτι πάντως καλπάζω-εικάζω: έχει ρυθμό, κι αυτό που σας
ξερνώ-ξεβράζω άλλο πάει να πει και άλλο λέει· αναξιοπρεπέστατος, αλίμονο, εγώ,
μες στου καιρού μας το γαμήδι.
-Ράτσα γλωσσοκοπάνα της ένδοξης-ηρωικής μας
ρουφιανιάς και της ανίερης οικειοποίησης των Τέλος-Έλος ή Σκοπός των Πάντων, από
της φτώχειας μου τον δνόφο σας μιλώ, σ’ ένα ελεεινό μονάρι-στάβλο και μια
ταμπέλα στην εξώπορτα που γράφει με μικρό το πι τη λέξη… ποιητής ή το περίπου
3,14 η περιφέρεια του κύκλου: εισπράττω καρπαζιές π’ αόρατα
εκσφενδονίζετε-ηδονίζεσθε, και τα σιχάθηκα τα ελεήμονα τα τραπεζώματά σας!
Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Δεκέμβριος 2016
Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή
επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα»,
στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
|
Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 7
![]() |
|
Ο
λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus
#7
Κείμενα
μιας ψύχραιμης οργής
Η επηρμένη
αγένεια πολιτών και κυβερνώντων
Βλέπω τον άνθρωπο να χάνεται από πολιτικές διαστροφές,
μπερδεύοντας δράση και εξιλέωση, ονομάζοντας κατάκτηση τον εκμηδενισμό του, (Ρενέ Σαρ, Σελίδες
Ύπνου, από τον τόμο, «Ποιήματα», επιλογή-μετάφραση-εισαγωγή Γιώργου Θέμελη,
εκδόσεις Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, αριθμός 7, εκτός εμπορίου, 2001, σ.
33).
Βουλευτικές εκλογές στη Νήσο, Κυριακή 22 Μαΐου
2016, ενός σώματος αντιπροσώπων-διακανονιστών-εμπόρων μαυραγοριτών που πασχίζει
να κατοικήσει στο κτίριο της λεωφόρου Νεχρού, εκεί δίπλα από την προτομή του
Γκάντι. Γαμώ την «κοινοπολιτεία» τους μέσα,
και την ασεβή/αυθαίρετη χρήση παγκόσμιων ελεύθερων πνευμάτων/συμβόλων
(εγώ στην ονοματοθεσία της λεωφόρου, λέμε τώρα, 500 μέτρα δρομίσκος είναι, θα
έβαζα το όνομα της δούλας και της κάστας της που ενοικιάζουνε όλοι τους απ’ τας
Ινδίας, και προτομή τ’ απόσκατά τους που παραγάγουν αφειδώς και καθαρίζουν με
βιτσιές οι υπηρέτες τους). Κάτι βουτυρόπαιδα και κάτι χαζοβιόλες, με το
χαμόγελο της Colgate στα προγράμματα των πολιτικών τους επιδιώξεων και μόνιμα
αναβλητικών θέσεων, που λανσάρουν την
ανικανότητα τους, ή μάλλον την τυφλότητά τους, να αντικρίσουν την
πραγματικότητα μιας χαψιάς «κράτους».
Εκφέρουν μία κακοποιημένη
ελληνική-τουρκική-αγγλική γλώσσα, ακριβώς αυτή που τους έμαθαν να χρησιμοποιούν
από καταβολής ιδρύσεως του μπορντέλου της Μεσογείου που ονομάζεται Κυπριακή
Δημοκρατία, με την έμφυτη επηρμένη αγένεια να κυκλοφορεί στις κεκαλυμμένα
ευγενικές συνδιαλλαγές τους, ορίζοντας τη συμπεριφορά πολιτών και κυβερνώντων.
Μία ύποπτα αργόστροφη πρακτική επιβολής κανονιστικών πράξεων, που βρίθουν
ανακριβειών, διαστρεβλώσεων και βάρβαρων εφαρμογών της ελεεινής, πάλαι ποτέ,
βρετανικής αυτοκρατορικής διπλωματίας. Μία ύποπτα ταχύτατη εκτόξευση
ακατανόητου, μηχανικού και μηχανιστικού λόγου που σκοπό έχει την αποποίηση
ευθυνών, την ταλαιπωρία ανθρώπων που αδυνατούν και την εις τους αιώνας των
άπαντα αβελτηρία κρίσιμων εργασιών κι υποχρεώσεων.
Η έπαρση τους ορίζει, η έπαρση τους τρέφει, η
έπαρση τους οδηγεί, κι η χρήση του τραπεζικού λογαριασμού και του
δημόσιου/ιδιωτικού μισθού τους. Κι αν κλαίγονται πως τους τον κουτσουρέψανε,
ελέω κρίσης, είναι που έχουν πέραση στη Νήσο τα κροκοδείλια δάκρυα κι οι
ψυχασθενικοί τους τρόποι.
Κακοί άνθρωποι κατοικούν εδώ που ζω κι εγώ, φευ,
τόσο κοντά και τόσο μακριά τους. Άνεργος χρόνια ποιητής κι άλλα πολλά που δεν
τα πούλησα, δεν τα εμπορεύτηκα ποτές, γλείφοντας ποδιές κατουρημένες. Μ’
ανήκεστες βλάβες στο κορμί, που δεν τις
διατυμπανίζω χρησιμοθηρικά μες στη μεμψιμοιρία του συρμού και τον επικερδή
μιζεραμπιλισμό του, να συνεχίζω τρώγοντας «βρόμικο ψωμί», να κινδυνεύω από
στρατιές φονιάδων/φονισσών, να περιπλέκομαι την τρέλα της άκρατής τους
αγοραπωλησίας συμφερόντων, να πρέπει να φυλακιστώ με χρέη που προκάλεσα στον
εαυτό μου. Έτσι γιατί: Τι επιμένει στο
χρόνο;/Η σοφία της βροχής –όχι./Ούτε το τραγούδι της αντιλόπης/με τους όρκους
του ήλιου στη ράχη της/όταν σπαράζεται ηδονικά/μέσα στου λιονταριού το ερωτικό
στόμα./Ίσως επιμένει η κατάσταση/όπου ο θάνατος γίνεται μοιρασιά/στα βραχυκυκλώματα
των σπλάχνων./Οι γητειές που μπαινοβγαίνουν στα σώματα./Δεν ξέρω./Με το δαυλί
της σιωπής ανατινάχτηκα./Γαλήνη, (Νίκος Καρούζος, «Πένθος πιο ψηλό κι απ’
την αγάπη», από τη συλλογή «Πενθήματα», 1969).
-Μια εξίσωση
από κολοκύθια που βράζουν χωρίς κανέναν προορισμό είναι η ζωή. Αμέτε να
μετρηθείτε, αχθοφόροι του ονόματός σας, (Οδυσσέας Ελύτης, «Εκ του πλησίον»,
εκδ. Ίκαρος, 1998, σ. 54).
Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Μάιος 2016
Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή
επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα»,
στις 11 Μαΐου 2016.
|
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








