Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Car je est un autre: André Breton

André Breton




Ιδιωτικό

   Φορώντας μια μπεζ κάπα, χοροπηδά πάνω στην αφίσα από ατλάζι όπου δύο παραδείσια φτερά παίρνουν τη θέση των σπιρουνιών της. Εκείνη, με τις ειδικές αρθρώσεις της πάνω από τον αέρα, διαιρεί το τραγούδι των ακτινοβόλων ειδών. Αυτό που μένει από τον ματωμένο κινητήρα καταπνίγεται από τη λευκάκανθο: εκείνη την ώρα οι πρώτοι δύτες με σκάφανδρα πέφτουν από τον ουρανό. Η θερμοκρασία γίνεται ξαφνικά πιο ήπια και κάθε πρωί η ελαφρότητα τινάζει πάνω στις στέγες μας τα αγγελικά μαλλιά της. Ενάντια στις μαγγανείες τι καλό προσφέρει αυτός ο μικρός γαλαζωπός σκύλος με το σώμα του πιασμένο μέσα σε ένα σωληνοειδές μαύρο γυαλί; Και για μια φορά δεν μπορεί η έκφραση εφ’ όρου ζωής να εξαπολύσει ένα βόρειο σέλας από το οποίο θα φτιαχτεί το τραπεζομάντιλο της Δευτέρας Παρουσίας;

(1η Οκτωβρίου 1921)

Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος





Πρώτη δημοσίευση στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Περιπέτεια» («Aventure», τχ. 3, Ιανουάριος 1922). Περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή του Αντρέ Μπρετόν, «Γαιόφως», 1923. Η μετάφραση που χρησιμοποιήθηκε για την ανάρτηση είναι από το, Αντρέ Μπρετόν «Γαιόφως και άλλα ποιήματα» (1916-1936), εισαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις Σωτήρης Λιόντος, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, Οκτώβριος 2004.

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 8

Οι ποιητές Κώστας Ρεούσης (αριστερά) & Μιχάλης Παπαδόπουλος (δεξιά), μετά το τέλος της παρουσίασης του βιβλίου τού δεύτερου, «Εκδοχές ενός ποιήματος», στο «Καφενείον 11», στην παλιά Λευκωσία, Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016, 21:40… ακριβώς & ακριβοί, φωτογραφία Χάρης Παναγιώτου


«Εκδοχές Ενός Ποιήματος»
Με τον Μιχάλη Παπαδόπουλο
Τραυλίζοντας, κάθιδρα, στίχους αιμάτινους ξεριζωμένους από «Το κουβαράκι της Εκάβης»


   Κυρίες & κύριοι καλησπέρα σας,

Ο Ερμείας ο Κουριεύς, ιαμβογράφος ποιητής του 3ου αιώνα π.Χ., από το Κούριον της νήσου Κύπρου, έχει δείξει αιώνες τώρα… ποιοι είμαστε:

Ἀκούσατ’, ὦ Στόακες, ἒμποροι λήρου,
λόγων ὑποκριτῆρες, οἵ μόνοι πάντα
τἀν τοῖς πίναξι, πρίν τι τῷ σοφῷ δοῦναι,
αὐτοί καταρροφεῖτε κἆθ’ ἁλίσκεσθε
ἐναντία πράσσοντες οἷς τραγῳδεῖτε.

Και σε απόδοση, στην πανελλήνια δημοτική, του κυρίου Γιάννη Δάλλα:

Ακούστε ω Στόακες, που πουλάτε φλυαρίες
στα λόγια κάλπηδες, οι μόνοι εσείς που απ’ όσα
έχετε στα χαρτιά, πριν κάτι πείτε στον γραφέα
αφού τα καταπιείτε, οι ίδιοι πιάνεστε
να κάνετε τα ενάντια από όσα φαφλατάτε.
  
   Ο πραγματικός εισηγητής του κινηματικού μοντερνισμού εάν όχι και του προδρομικού -πάντα επαναστατικού- υπερρεαλισμού, στην Ελληνική Ποίηση, δεν είναι αυτός/αυτοί που διδάσκουν μερικοί στα σε διαρκή μεταρρύθμιση σχολειά και πανεπιστήμιά τους, αλλά ο Θεόδωρος Ντόρρος, ο ποιητής του «Κρεάτινα Φαινόμενα Σπουδαιότητας», ποιήματος που υπάρχει στην ποιητική συλλογή, «Στου γλυτωμού το χάζι», και ο Ντόρρος κυκλοφόρησε στο Παρίσι, το 1930. Εκεί, ο ποιητής του ενός βιβλίου, χαράζει τους εξής στίχους: «Είν’ η ‘α ξ ί ω σ η’/το μόνο που κρατάει στη ζωή τέτοιους ανθρώπους/που ’χει η πάστα τους ξαναγινεί από το χρήμα.//Παρμένες όλες τους οι άλλες ιδιότητες.». Ακριβώς όπως συμβαίνει, δυστυχώς, και με την πλειονότητα των κατοίκων της Νήσου τούτης. Το λοιπόν, έχοντας την κάρα μου αιώνες τώρα στο ικρίωμα, δράττομαι της ευκαιρίας να σας μιλήσω όσο μπορώ εκτενώς, και ίσως με θρασύτητα, για και με την ποίηση του κυρίου Μιχάλη Παπαδόπουλου. Κι επειδή, αλίμονο, σας γνωρίζω περισσότερο κι από όσο μπορείτε να φανταστείτε ή συκοφαντήσετε, έχω φροντίσει να αυτολογοκριθώ, σε αρκετά σημεία, αναφορικά με την πρώτη μορφή του κειμένου τούτου που από ψυχής σας διαβάζω τώρα… δημόσια.    

   Ο ποιητής εμφανίζεται στα Ελληνικά Γράμματα το 1997, με την ποιητική συλλογή, «Αμμόλιθος», ιδιωτική έκδοση, που τυπώνει στη Λευκωσία. Ακούστε τον: «Ω, δεν έχει μεγαλύτερη αυταπάτη/από το να χαράξουμε έναν δρόμο·/έρχεται ο καιρός που θα ’ναι για τους ανήσυχους/ο καιρός των ανήσυχων απορρίψεων/που θα κουράζονται οι ονειροπόλοι/και θα ’θελες να ’σουν μες στο παιχνίδι/του γελωτοποιού λίγο πιο ριψοκίνδυνος/γιατί οι νύκτες με την παλιά επιείκεια/γυρίζουν πάλι με σφαίρες». Ακολουθεί, το 2000, πάλι στη Λευκωσία, από τις εκδόσεις του περιοδικού «Ακτή», η συλλογή, «Εντός Συνόρων». Σε πρόσφατη ανάρτηση στη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν», με εφτά επιλεγμένα ποιήματα από την τελευταία ποιητική του συλλογή, και μετά από κάποια σχόλια που ο ομιλών θέλησε να υπονομεύσει, σχολιάζει με τη σειρά του παραθέτοντας το ποίημα, «Αηδία», από την προαναφερθείσα δεύτερη συλλογή κι ένα αιχμηρότατο υστερόγραφο. Ακούστε το ποίημα: «Από αηδία/για τη σιχαμερότητα της βολεμένης ζωής μας/μ’ έπιασε μια μανία από το πρωί να βρίζω/συλλήβδην κι αδιακρίτως/ό,τι ερχόταν στο στόμα μου/ό,τι ανέβαζε το αίμα στο μυαλό μου/καλούς, κακούς, δικαίους και αδίκους/την καθεστηκυία τάξη και τους γραφιάδες της/εχθρούς και συγγενείς και φίλους/εμένα τον ίδιο/ώσπου το βράδυ, σαν έπιασα πάλι να βρίζω/έναν μπαγαπόντη πολιτευτή στην τηλεόραση/ένιωσα πόσο οι βρισιές βοηθούν/οι υπόκωφοι τριγμοί της γλώσσας ν’ ακουστούνε/και πώς ανοίγουν δρόμους/οι καταραμένες μέσα σου φωνές /για να περάσουν». Το υστερόγραφο, τώρα: «Καλό θα ήταν να μην απονευρώνουμε γραφή και ποιητή, μ’ αυτά τα ‘αθόρυβα’, ‘αγνά’ κι άλλα παρόμοια, που κατά κόρον και -κατ’ εμέ- ύποπτα υπηρετούν παρασκηνιακές ραδιουργίες οσφυοκαμπτικών πρακτικών, προσβλέποντας στη διαιώνιση της μαζικής, αδιάφορης έως απαράδεκτης ποιητικής παραγωγής (ανδρών και γυναικών) εις μακαρίαν Νήσο Κύπρο. Μας την έχουνε πέσει και τα ζόμπι, οι Τουρκοκύπριοι, και πανηγύρια να δείτε που έχουν στηθεί, στήνονται και θα στηθούν.  Ο ποιητής Μιχάλης Παπαδόπουλος δεν έχει ανάγκη να γλείψει κατουρημένες ποδιές (δεν το επιτρέπει στον εαυτό του, άλλωστε) για να εξασφαλίσει επιδοτούμενα ταξιδάκια λογοτεχνικού τουρισμού, κρατικά βραβεία, επιχορηγήσεις βιβλίων του κι άλλα παρόμοια, που αριστοτεχνικά  και για δεκαετίες τώρα καρπούνται οι συμπατριώτες και οι συμπατριώτισσές μου/μας.». Δέκα χρόνια σιωπής, και το 2010 εντάσσεται στο ποιητικό δυναμικό των αθηναϊκών εκδόσεων, «Φαρφουλάς», κυκλοφορώντας την τρίτη ποιητική συλλογή του, με τον εμβληματικό κι ακροθιγώς υπερρεαλιστικό τίτλο, «Έλικας φανταστικού ελικοπτέρου». Εδώ ο ποιητής αφιερώνει, το ποίημά του, «Επιτέλους», στους ομότεχνους Γιώργο Καλοζώη και Κώστα Ρεούση. Συγκεντρωθείτε, παρακαλώ, τώρα στους στίχους του: «Ας έρθει μια φωνή/που δεν θα είναι μουνόκλαμα…/Ντούρα, με μπάσα βραχνάδα, έστω κι από βήξιμο/Ας έρθει μια φωνή/αντίβαρο στα συνθήματα/ταραχοποιός απέναντι στη βία/που ασκεί η γαλήνη/απομνημονευτική ήχων απερινόητων/Ας έρθει μια φωνή, που ξέρει/πως στα μεγάλα της έργα κέρδος ο όλεθρος/πως γραφή είναι μια εξολόθρευση/που εφαρμόζει περίφημα στο στήθος/Ας έρθει μια φωνή/χαρτορίχτρα και θεομπαίκτισσα/οίηση του απέριττου/Ας έρθει μια φωνή που δεν την άκουσε/ποτέ κανένας και ουρλιάζει/καταραμένη μαινάδα/στα εσωτερικά τοιχώματα/Ας έρθει μια φωνή/που δεν θα έχει το Θεό της/και θα μπουκάρει/από παντού στον κόσμο/άξεστη μουσικότητα των σπλάχνων/Ας της κάνουμε χώρο/να έρθει/μ’ έναν ψίθυρο/κι ένα πλατάγιασμα».
     
   Συνυφαίνω είναι το ρήμα με το οποίο πορεύομαι και στην Άτροπο ατραπό της νέας ποιητικής συλλογής του Μιχάλη Παπαδόπουλου, «Εκδοχές Ενός Ποιήματος», εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, Ιούλιος 2016. Η «εκκρεμότητα» του τόπου, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό και μ’ ό,τι αντιλαμβάνεσθε, ορίζει τη χάραξη των ποιητών που σκαλίζουν στίχους ζώντας στενάχωρα (με την έννοια της στενότητας του χώρου, του τρόπου και του χρόνου) κι άμεσα στη/τη Νήσο τούτη, και ιδιαίτερα στη/τη Χώρα της… μισή ας πω ελληνική, σίγουρα κυπριακή de jure, κι ακόμη πιο σίγουρα κι από το σίγουρο μισή de facto τουρκεμένη. Ανάγκη να επαναλάβω κάποιες λέξεις που χάραξα και διάβασα στην παρουσίαση, πριν λίγους μήνες, του βιβλίου, «Χομχάχ», του ποιητή Βάκη Λοϊζίδη, και δημοσίευσα τόσο στο κυριακάτικο πολιτιστικό ένθετο «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», όπου και συνεργάζομαι/συνεργαζόμουν, όσο και στο προσωπικό μου ιστολόγιο, «Ασκληπιείο της πικροσύνης»: «Τον ποιητή Βάκη Λοϊζίδη τον θεωρώ ως τον πλέον συνεπή δημιουργό της γενιάς που εμφανίστηκε στα Ελληνικά Γράμματα -«από το μερτικόν της Κύπρου», για να θυμηθούμε και τον ποιητή Μιχάλη Πιερή- τη δεκαετία του 1990. Μαζί με τους Γιώργο Καλοζώη, Μιχάλη Παπαδόπουλο και Γιώργο Χριστοδουλίδη είναι μέρος της ποιητικής τετράδας που ξεχωρίζω, μελετώ και παρακολουθώ. Και όχι μόνο το έργο τους, αλλά και τη συμπεριφορά, κίνηση ή ακινησία τους στο ποιητικό πεδίο της νήσου, της μητροπολιτικής Ελλάδας και του υπόλοιπου βάρβαρου ή πολιτισμένου κόσμου. Κι αν ξενίζει η αναφορά μου σε ‘βάρβαρο ή πολιτισμένο κόσμο’, είναι που -τουλάχιστον όταν ακούω να πραγματοποιούνται ταξίδια λογοτεχνικού τουρισμού στην Ευρώπη μέσω των ύποπτων προγραμμάτων της- οι κωδωνοκρούστες στίχοι του ποιητή Νίκου Καρούζου, από το ποίημα ‘Πέρ’ απ’ την κατανάλωση’ κι από τη συλλογή τού 1974, ‘Χορταριασμένα Χάσματα’: ‘Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ’ άλλο,/είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά!’, ξεσπαθώνουν το ποιητικό credo που υπηρετώ.». Επίσης, στην εισαγωγή μίας ανθολογίας που ετοίμαζα καιρό, αλλά πικραμένος έως χολωμένος κι άκρατα ζοχαδιασμένος εγκατέλειψα… έχω σκαλίσει και σας διαβάζω: «Δε σκέφτηκα να γράψω μία συμβατική εισαγωγή, παρουσιάζοντας το έργο τεσσάρων σύγχρονων ποιητών (Γιώργος Καλοζώης, Μιχάλης Παπαδόπουλος, Βάκης Λοϊζίδης, Γιώργος Χριστοδουλίδης) που ζουν και δημιουργούν στην Κύπρο και δη στη Λευκωσία, μέσα από μία απλή έρευνα στη μέχρι στιγμής εργογραφία τους και δράση. Κι αυτό, διότι και τους τέσσερις, συγκεκριμένους, ποιητές τους έχω συναναστραφεί -τολμώ να πω- απροκάλυπτα. Έτσι, μετά από 15 χρόνια ενασχόλησης (ανάγνωσης, μελέτης, απαγγελίας) με τα ποιήματά τους και μαζί τους, κρίνω πως «ρομβοειδώς» σχηματίζουν την πλέον ανανεωτική ομάδα/μονάδα της ποίησης που παράγεται και εκτίθεται στο νησί… έκτοτε. Εμφανίζονται τη δεκαετία του 1990 και συγκρούονται, με τη ματιά τους ν’ αλλάζει πολυπρισματικά.». Στο πέμπτο τεύχος, Φεβρουάριος 2015, του πλέον ενδιαφέροντος περιοδικού που εκδίδεται, με χίλιους κόπους, στη Λευκωσία και ταξιδεύει εντυπωσιάζοντας στην/την Ελλάδα, κι όχι μόνο, «Straw Dogs», επιμελήθηκα μαζί με τον εκδότη του, και ποιητή-μεταφραστή, κύριο Γιάννη Ζελιαναίο, προδημοσιεύσεις ποιημάτων του κυρίου Παπαδόπουλου, που τώρα υπάρχουν στο βιβλίο του, «Εκδοχές ενός ποιήματος». Εκεί δημοσίευσα, για τον Μιχάλη Παπαδόπουλο, ένα σύντομο υπόμνημα που συνέλαβα και κατέγραψα ακαριαία, στις 10 Νοεμβρίου του 2014: «Ένας από τους σημαντικούς ποιητές του νησιού, ο Μιχάλης Παπαδόπουλος, ωσάν γυρολόγος διαλαλεί τα ποιήματά του προσφέροντας μύηση στο τραυλό. Μια αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία στην Κύπρο, λόγω και της επαγγελματικής του ιδιότητας ως πολιτιστικός/πολιτικός/αθλητικός δημοσιογράφος/συντάκτης, ξενίζει τους απληροφόρητους και αδαείς με την ποιητική του παράλληλη διαδρομή. Μία διαδρομή εν πολλοίς θλιμμένη, ευγενική, συγκαταβατική και φορές κεκαλυμμένα καταγγελτική εάν όχι ύπουλα επιθετική. Η κατάθεση στο λευκό χαρτί επεμβαίνει λογοκριμένη από τη γραφίδα του ποιητή, σχεδόν άκαπνη, αναφορικά με τα τεκταινόμενα του βίου και της εποχής του ως κάτοικος/πολίτης της βραχονησίδας τούτης. Είναι που απαιτείται η πλήρης έλλειψη συναισθηματισμού για να κτίσεις το άκτιστο. Αυτά.».

   Ο κύριος Παπαδόπουλος, όσα σκληρά, μάλλον, καταμαρτύρησα, τα έπραξε ευφάνταστα απογυμνωμένα, στο «Εκδοχές ενός ποιήματος». Ο ποιητής και μεταφραστής, Γιάννης Λειβαδάς, έχει πει και καταγράψει το εκπληκτικό εξής, το οποίο και συμμερίζομαι: «Είμαι υπεύθυνος για όσα γράφω και λέω, όχι όμως για όσα καταλαβαίνεις». Η προσέγγισή μου στο έργο του κυρίου Παπαδόπουλου, όπως και σ’ άλλων ποιητών (ανδρών και γυναικών), είναι αυτή του ποιητή-αναγνώστη, κι όχι αυτή ενός φιλολόγου, γραμματολόγου ή νεοελληνιστή, εάν θέλετε. Οι προαναφερθείσες επαγγελματικές ιδιότητες όσο το καλό πράττουν τόσο το έγκλημα τελούν. Λέει, ο Οδυσσέας Ελύτης: «Το φάσμα ωστόσο του εξοπλισμένου με νυστέρια δοκιμιογράφου, που εξοντώνει το πλάσμα που αγαπά μόνο και μόνο για να του κάνει ανατομία, έφτανε για να με σταματήσει». Λέει, ο Κώστας Ρεούσης: «αχόρταγοι ουραγκοτάγκοι ξεδιψούν τη λαχτάρα τους με αίμα σε φιλανθρωποφαγικά εγκαίνια διαδρόμων τέχνης αχαρακτήριστοι ποιητές στρουθοκαμηλίζουν σε αίθρια μελετητών παζαρεύοντας το ζύγι της εγχείρησης με χασάπηδες νεοελληνιστές ο υπερπραγματικός στιχοπλόκος πλοηγεί την τρέλα στην ανάσα». Το λοιπόν, εύδρομο υποβρύχιο καταβυθίζομαι και κόβομαι στις σελίδες τού «Εκδοχές ενός ποιήματος» και στους αιμάτινους στίχους του. Σελίδα 53, δίστιχο ποίημα με τίτλο, «Χρονίζουσα ελεημοσύνη»: «Αυτός ο καταγάλανος ουρανός εκεί πάνω/δεν λέει να το κουνήσει». Εύγε, κύριε Παπαδόπουλε, πραγματικά ήταν/είναι έκπληξη η απευθείας και χωρίς μεσάζοντες συνομιλία σας με τον Οδυσσέα Ελύτη: «Θε μου/τι μπλε ξοδεύεις/για/να μη σε βλέπουμε!», («Σηματολόγιον», πρώτη έκδοση, εκδόσεις Ερμείας, Αθήνα, 1977). Σελίδα 31, ποίημα με «πιντερικό τίτλο», «Πάρτι Γενεθλίων». Σταματώ στο στίχο 11 και διαβάζω έως τον 15: «ώσπου, στα 1970, είδα στην άκρη ενός χωματόδρομου/την πέτρα για την οποία έγραψε/ο Κάρλος Ντρουμόντ ντε Αντράντε το 1928/και μου παρουσιάστηκε ο μονόλογος/του Μολόι σε μορφή μουσικού παλίμψηστου». Τον μεγάλο Βραζιλιάνο ποιητή, που αναφέρει ο κύριος Παπαδόπουλος, είμαι σχεδόν σίγουρος πως τον έδειξε και στους δυο μας ο φίλος Ανδρέας Παγουλάτος, που έχει, πλέον, ταξιδέψει προς τ’ άστρα κι αποτελεί αστερισμό κάποιου σύμπαντος. Μεταφράζει, ο Παγουλάτος από τα πορτογαλικά της Βραζιλίας κι από το ποίημα «Αμερική»: «Λίγο λίγο μαράθηκαν τα χρώματα, δεν μένει παρά ο σκοτεινός τόνος μες στο σκοτεινό κόσμο./Στην Ιταμπίρα αρχίζει μια οδός, που θα τελειώσει οπουδήποτε στη γη./Απ’ την οδό αυτή περνούν Κινέζοι, Ινδιάνοι, Νέγροι, Μεξικάνοι, Άραβες, Ουρουγουανοί./Τα βιαστικά τους βήματα ηχούν στην πέτρα,/ηχούνε μέσα μου.». Για το μονόλογο του Μολόι, ας αφήσουμε τον Σάμιουελ Μπέκετ να μας τον θυμίσει, αποσπασματικά, επιβεβαιώνοντας τα εμβριθή και κατασταλαγμένα αναγνώσματα του κυρίου Παπαδόπουλου, και το γεγονός της αβίαστης συνομιλίας μαζί τους, χωρίς φόβο και με περισσό πάθος, αν και άτακτα χαοτικός στη μετάδοση της μνήμης ή πληροφορίας και αγεωμέτρητα απείθαρχος στην ακαριαία εκτέλεση ποιητικών προσταγμάτων ή διαταγών: «Είμαι στο δωμάτιο της μάνας μου. Εγώ μένω τώρα σ’ αυτό. Δεν ξέρω πως έφτασα ως εδώ. Με ασθενοφόρο ίσως, με κάποιο όχημα πάντως, οπωσδήποτε. Με βοήθησαν. Μόνος μου δε θα ’φτανα ποτέ ως εδώ. Αυτός ο άνθρωπος που έρχεται κάθε εβδομάδα, ίσως βρίσκομαι εδώ χάρη σ’ αυτόν. Αυτός λέει πώς όχι. Μου δίνει λεφτά και παίρνει τις σελίδες. Τόσες σελίδες, τόσα λεφτά. Ναι, δουλεύω τώρα, λιγάκι όπως άλλοτε, μόνο που δεν ξέρω πια να δουλεύω. Αυτό δεν έχει σημασία, απ’ ό,τι φαίνεται. Εγώ θα προτιμούσα τώρα να μιλήσω για τα πράγματα που μου έχουν απομείνει, να κάνω τ’ αποχαιρετιστήρια, να πάψω να πεθαίνω. Αυτοί δε θέλουν. Ναι, είναι πολλοί, όπως φαίνεται. Αλλά έρχεται πάντα ο ίδιος. Αυτό θα το κάνετε αργότερα, λέει. Μάλιστα. Δεν έχω πια πολλή θέληση, είν’ αλήθεια. Όταν έρχεται να πάρει τις καινούργιες σελίδες, μου φέρνει πίσω εκείνες που είχε πάρει την προηγούμενη εβδομάδα. Είναι μουντζουρωμένες με κάτι σημάδια που δεν καταλαβαίνω. Άλλωστε δεν τις ξαναδιαβάζω. Όταν δεν έχω κάνει τίποτα δε μου δίνει τίποτα, με κατσαδιάζει. Πάντως δε δουλεύω για τα λεφτά. Τότε γιατί; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω πολλά πράγματα, είν’ αλήθεια. Ο θάνατος της μάνας μου λόγου χάρη. Ήταν ήδη πεθαμένη όταν ήρθα; Ή πέθανε αργότερα; Εννοώ πεθαμένη για θάψιμο. Δεν ξέρω. Ίσως δεν την έχουν θάψει ακόμα. Δεν ξέρω. Πάντως εγώ έχω το δωμάτιό της. Κοιμάμαι στο κρεβάτι της. Τα κάνω στο καθήκι της. Έχω πάρει τη θέση της. Πρέπει να της μοιάζω όλο και πιο πολύ. Το μόνο που μου λείπει είναι ένας γιος. Μπορεί να έχω έναν κάπου.». Όποιος έχει έρθει σε επαφή με την ποίηση του Μιχάλη Παπαδόπουλου, και εξακολουθητικά έως παροξυντικά μελετά, θέλω να πιστεύω πως έχει αντιληφθεί πόσο βαθιά πολιτικός ποιητής είναι. Σελίδα 49, ποίημα «Κόκκινο»: «Κόκκινο του Maximilien/Isidore Robespierre/και άλικο κόκκινο της Ρόζας/κόκκινο αρίφνητο της ελπίδας/στου παγωμένου ορίζοντα το γκρίζο/κόκκινο των ματιών μας ανάμεσα/σε δυο πυρωμένους πόθους/και κόκκινο αξεθώριαστο των απεργιών/στην Μπολόνια, στην Τεργέστη, στο Βερολίνο/όπως κόκκινο των λουλουδιών/που μου έφερνες στη φυλακή το ’56/Ε, λοιπόν, κείνο το κόκκινο που αγάπησες/κείνο το κόκκινο που αγαπήσαμε/το χρώμα του έρωτα, της επανάστασης/του αγώνα/απλώνει τώρα γύρω μας/ένας κόκκινος θηριώδης/κυματισμός». Πόσο βαθιά έχει μελετήσει τον Φραντς Κάφκα, που επανέρχεται φανερά ή κεκαλυμμένα και στις τέσσερις ποιητικές συλλογές του, που έχει προσφέρει στο «σφαγείο» του κόσμου τούτου. Σελίδα 17, ποίημα «Κάφκα»: «Συνέχεια καίνε το σπίτι του Κάφκα/μα εκείνος έχει πάντα ένα άλλο να μπει». Πόσο βαθιά έχει καταφέρει να συνομιλεί συνεχώς, και δεκαετίες τώρα, με τον μεγάλο Έλληνα Ποιητή, Νίκο Καρούζο. «Αρνησίκακος», κι αυτός, όπως στο ποίημα από τη συλλογή του τεράστιου Ποιητή, «Φαρέτριον», του 1981, το οποίο και σας υπενθυμίζω: «Θα πεθάνω ζητώντας έναν ήλιο/στα μεγάλα χρονικά μυστήρια/κομματιάζοντας τη νύχτα μ’ ένα σμήνος από γαλαξίες/αιωρούμενος δίχως τη μητρυιά μας/την αλύγιστη Βαρύτητα/δίχως τα δάκρυα που μας επιβάλλει η Ελλάδα/τουτ’ η χώρα που παιδεύει τα δροσερά ελληνόπουλα/κι ανεμίζει τους αμέτρητους γραικύλους.». Ο κύριος Μιχάλης Παπαδόπουλος, στην ποιητική συλλογή του «Εκδοχές ενός ποιήματος», δεν έχει στίχο που να μην έχει φτύσει το αίμα του, δεν έχει στίχο που να μην έχει βλαστημήσει το βυζί που τον βύζαξε, δεν έχει στίχο που να μην τον έχει πληρώσει με τον ιδρώτα της ψυχής του. Σελίδα 48, ποίημα «Το κουβαράκι της Εκάβης», κι εδώ ο Παπαδόπουλος εκτοξεύεται επάξια -ηττημένος, νικητής, τροπαιοφόρος- σε μια αρχέτυπη ποιητική αποικία-κατάκτηση, που ολοκληρωτικά του ανήκει: «Μην πειράξεις την εκδίκηση/Μην πειράξεις το αιματοστάλαχτο/κουβαράκι της Εκάβης/Μονάχα αναμείξου με αστραποβόλα κριτική/στο εφέσιο κλάμα/σπίλωσε τον πόνο με την ομορφιά/δες στα μισοσκότεινα παράθυρα των εραστών/τη λάμπα της δυστυχίας να σβήνει/Κι αν νόμισες πως μπορείς/ακόμα να κρύβεσαι/μες στην κωφότητα των ωραίων λέξεων/δεν μπορείς να μιλάς ούτε και να σωπαίνεις/αν δεν ακουμπήσεις στη σάρκα την κοινή/της σιωπής και του λόγου/στην άκρη που τα πράγματα καταποντίζονται/Δεν μπορείς να περπατάς άλλο στη Λευκωσία/σαν κάποιος που γεννήθηκε μέσα της/αν δεν γίνεις Ξένος/που αφοπλίζει την οικειότητα/χωρίς αιτία ή πρόθεση/Και μη γυρέψεις βοήθεια στη μαλακή/φτερούγα ενός ανώτερου όντος/που εποπτεύει από ευσπλαχνία τα σύμπαντα/Θεός, πια, είναι/ανάμεσα σε κείνον και σε σένα/αυτή η δυσανάγνωστη σκιά στο ενδιάμεσο/σάρκα των μετοικήσεων/από σώμα σε σώμα». Η κριτική, που ασκείται ακόμη από γραφιάδες βουτηγμένους στη φορμόλη και στη ναφθαλίνη δαφνοστεφών ή τραγικών εποχών και υπερτιμημένα στόλισε/στολίζει τους κραυγαλέους στίχους ποιητών και ποιητριών της επονομαζόμενης «Γενιάς του Πολέμου», και όχι μόνο, κατάφορα αδικεί τη νεότερη ποιητική ελληνική-κυπριακή γενιά. Κι αυτό γιατί, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης έδειξε/δείχνει, στο «Σηματολόγιον», και κάποιοι, τουλάχιστον πιστά, ασπαζόμαστε: «Όταν/η συμφορά/συμφέρει/λογάριαζέ την/για πόρνη.».       

   Και τα 41 ποιήματα της συλλογής, «Εκδοχές Ενός Ποιήματος» (18 στην πρώτη άτιτλη ενότητα και 23 στη δεύτερη με τον τίτλο, «Το κουβαράκι της Εκάβης»), όπως και η  προηγούμενη, από το 1997, κατάθεση στο Μαραθώνιο Δρόμο της Ποιήσεως, του Μιχάλη Παπαδόπουλου, τον καθιστούν, στο ποιητικό δαιμόνιο που είμαι, αδιαμφισβήτητο μέλος-μέρος της περίφημης «Άλλης Φωνής», ενός Μεξικανού Ποιητή, που ιδιαίτερα εκτιμώ, και δεκαετίες μελετώ το έργο του, του Octavio Paz. Κι αυτό, καλό θα είναι να το θυμάται ο προσφιλής ομότεχνός μου κύριος Παπαδόπουλος. Λίγα λόγια του Paz τώρα, σε μετάφραση Πέγκυς Πάντου, μπας και ψυχανεμιστείτε τι ακριβώς ξεστομίζω: «Ανάμεσα στην επανάσταση και στη θρησκεία, η ποίηση είναι η άλλη φωνή. Η φωνή της είναι άλλη γιατί είναι η φωνή των παθών και των οραμάτων· είναι φωνή άλλου κόσμου και φωνή αυτού του κόσμου, είναι αρχαία και είναι σημερινή, αρχαιότητα χωρίς χρονολογίες. Ποίηση αιρετική και σχηματική, ποίηση αθώα και διεστραμμένη, διαυγής και λασπωμένη, αέρινη και υπόγεια, ποίηση του ερημητηρίου και του μπαρ της γωνίας, ποίηση χειροπιαστή και πάντοτε ποίηση ενός πέραν που είναι ακριβώς εδώ. Όλοι οι ποιητές σ’ αυτές τις μεγάλες ή μικρές στιγμές, επαναλαμβανόμενες ή μοναδικές, στις οποίες είναι στ’ αλήθεια ποιητές, ακούν την άλλη φωνή. Είναι δική τους κι είναι ξένη, δεν ανήκει σε κανέναν και ανήκει σε όλους. Τίποτε δεν ξεχωρίζει τον ποιητή από τους υπόλοιπους άνδρες ή γυναίκες, εκτός από αυτές τις στιγμές -σπάνιες παρότι είναι συχνές- όπου, όντας ο ίδιος, είναι κάποιος άλλος. Κατοχή παράξενων δυνάμεων και εξουσιών, ανάβρυσμα ενός ψυχικού βάθους θαμμένου στο εσώτερο είναι του, ή σπάνιο χάρισμα να συνδυάζει λέξεις, εικόνες, ήχους, μορφές; Δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε σ’ αυτές τις ερωτήσεις. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι πρόκειται μόνο για ένα χάρισμα. Αλλά κι αν είναι έτσι, από πού έρχεται; Είτε το ένα, είτε το άλλο, το βέβαιο είναι ότι η βασική ιδιομορφία του ποιητικού φαινομένου μας κάνει να σκεφτούμε ότι πρόκειται για μία ασθένεια που περιμένει ακόμη τη διάγνωση του γιατρού. Η αρχαία ιατρική -όπως και η φιλοσοφία, με πρώτο τον Πλάτωνα- απέδιδε το ποιητικό χάρισμα σε μία ψυχική διαταραχή. Ήταν μία μανία, δηλαδή ένα ιερό μένος, ένας ενθουσιασμός, μια έκσταση. Ωστόσο, η μανία δεν είναι παρά ο ένας από τους πόλους της διαταραχής· ο άλλος είναι η absentia, το εσωτερικό κενό, αυτό το ‘μελαγχολικό χασμουρητό’ για το οποίο μιλάει ο ποιητής. Πληρότητα και κενότητα, πτήση και πτώση, ενθουσιασμός και μελαγχολία: ποίηση.».

   Είναι με πίκρα που ολοκληρώνω την ομιλία αυτή. Αύριο-μεθαύριο οι πλείστοι/πλείστες θα έχετε φροντίσει να ξεχάσετε τι ίσως ακούσατε, θα έχετε φροντίσει να ξεχάσετε τι ίσως διαβάσατε, τι ίσως θα διαβάσετε στο «Εκδοχές ενός ποιήματος», του Μιχάλη Παπαδόπουλου. Έτσι λειτουργείτε -δεκαετίες τώρα που σας παρακολουθώ-, και με την άξια αναγωγής σε επιστήμη ικανότητά σας να παρεξηγείτε, διαστρεβλώνετε, παρερμηνεύετε, παραχαράσσετε τα πάντα. Ας είναι: «Είναι φορές που αισθάνομαι αληθινή έχθρα προς την κοινωνία, επειδή δε μου μοιάζει. Έπειτα συλλογίζομαι ότι κι ένας φιλοτελιστής θα αισθάνεται το ίδιο, άμα βλέπει πόσο αδιαφορούμε για τα γραμματόσημα, πόσο αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε την αξία τους· και συνέρχομαι. Δεν ξέρω. Μπορεί και η τέχνη να είναι μια αρρώστια, όπως θα μπορούσε να ήταν άλλη μία η υγεία των αγροτών για μας τους μεγαλοπολεόπληκτους. Όλα είναι σχετικά. Να μη λέμε όμως ότι είναι παράλογο μέσα σε πολέμους και σκοτωμούς ν’ ασχολούμαστε με λουλούδια και φεγγάρια. Να λέμε απλώς ότι προτιμούμε το ποδόσφαιρο. Επειδή ούτε για φεγγάρι ακριβώς πρόκειται όταν μιλεί ένας ποιητής για το φεγγάρι ούτε οι πόλεμοι κι οι σκοτωμοί είναι φαινόμενα που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην εποχή μας· ίδιοι ήταν ανέκαθεν. Αν στις μέρες μας ξενιζόμαστε περισσότερο μπροστά στη φαντασία είναι γιατί έχουμε γίνει νεόπλουτοι της μεγάλης μας συλλογιστικής ικανότητας, της περίφημης, που έφτασε να κατευθύνει διαστημόπλοια με ακρίβεια δεκάτων του δευτερολέπτου αλλά παραμένει ανήμπορη μπροστά σε μια φράση διάφανη σαν το νερό. Τι να πει κανείς;». Τούτα, κατά τον Οδυσσέα Ελύτη, όπως τα καταγράφει στο δοκίμιό του, «Η Μέθοδος του Άρα».

   Κύριε Μιχάλη Παπαδόπουλε, ελπίζω η Ανεξάρτητη Κυπριακή Ληστοκρατία, οι παρακατιανοί που στελεχώνουν τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παραπαιδείας & Βαρβαρισμού, όπως και η όποια νεκροφανής διορισθείσα κριτική επιτροπή, σας απονείμει το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, εάν βέβαια της έχει μείνει τσίπα πάνω της.

   Κυρίες & κύριοι, εν κατακλείδι και παραφράζοντας τον Ηράκλειτο, πιστεύω πως, αλίμονο, έχουμε βάρβαρες ψυχές, και τα μάτια μας και τ’ αυτιά μας είναι κακοί μάρτυρες. Σας ευχαριστώ.  

Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία, Αύγουστος 2016



Η ομιλία αυτή διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, του Μιχάλη Παπαδόπουλου, «Εκδοχές ενός ποιήματος», εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, 2016, την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016, στο «Καφενείον 11», του Δημήτρη Πασχάλη, στην παλιά Λευκωσία.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

Car je est un autre: Νίκος Καρούζος

Ναύπλιο, 17 Ιουλίου 1926-Αθήνα, 28 Σεπτεμβρίου 1990
(Η σαρωμένη φωτογραφία του Ποιητή κοσμεί το οπισθόφυλλο της ποιητικής συλλογής του, «Φαρέτριον», εκδ, ύψιλον/βιβλία, σειρά: Υψικάμινος, επιμέλεια σειράς: Δημήτρης Καλοκύρης, Α΄ έκδοση, Αθήνα, Ιούνιος 1981)


Σχεδίασμα για σύγχρονο ευχέλαιο

Πρέπει να υψώσω ψελλίζοντας ένα όραμα· ύστερα να κάνω έναν περίπατο στα βιβλία και ν’ αδράξω απ’ το παμπάλαιο ράφι την ξεχασμένη «Μυστική Νεκρονομία». Πρέπει να λησμονήσω ολότελα τα φωνασκούντα σοσιαλιστικά στόματα με τα άγρια αστικά στομάχια. Τελευταία ίσως φράση μου σ’ αυτό το σκοτεινό πρελούδιο: Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΡΟΒΑΡΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΑΤΗ ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΣΠΙΝΘΗΡΩΝ. Ένα τηλεφώνημα στη μάνα μου· σα λυχναράκι στα νοτισμένα Μυστήρια της Απτότητας.

Αγάπη αγάπη
οντολογικό ικρίωμα.
Ύστερα, βέβαια, η τελείως νυχτερινή διατύπωση:
Γραμματική της αγωνίας· όταν
τα φωνήεντα πλεονάζουν
την αθώα πραγματικότητα
υπονομεύοντας. Μα όμως
γιατί περιζώνουμε το ασύνηθες;
Σ’ αυτό το σημείο θα βάλω τη φωνοληψία Ωμέγα της Αρχαιότερης Βιολογικής Εαροκρατίας και αμέσως ύστερα θα μιλήσει ολομόναχος ο κύκλος.

Το ζώο βασιλεύει στην όσφρηση
-ραγιάδες, ραγιάδες-
τη γεύση την αφή·
το πνεύμα ζητιανεύει στην όραση
-ραγιάδες, ραγιάδες-
και μας κλαδεύει την ακοή.
Τέλος και τα μαλλιά σου πρέπει ναν τα κάνεις σκέψη: μονόλογος του Θανάτου, τα κάπως αναμμένα κίτρινα, δίχως όμως οξείες θανάσιμες και βαρείες. Ένας ανάγλυφος και ανοξείδωτος μονόλογος. Εδώ και η χημική πανοπλία των όντων· εδώ και ο κατάστιχτος από νεογνά φιλήματα στίχος
χιλιάδες τα βλογήματα τριγύρω στο μυαλό σου
μεσολαβώντας άνεμος
ή τίποτα
ή τίποτα
και τέλος η μεγάλη βυσσινιά καμπύλη του λεγόμενου φωτός:
                                                      ο ήλιος απάνω στα υγρά φυλλώματα
                                                           την έχει κατακόψει τη φιλοσοφία.
Πιλότος της ψυχής ο θάνατος. Η ζωή είν’ ωραία το βράδυ.
Καλή ανάσταση.

Νίκος Καρούζος, «Αναμνηστική Λήθη», εκδ. Γοργώ, Αθήνα, 1982, σσ. 15-16.


Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης της ποιητικής συλλογής, «Αναμνηστική Λήθη», εκδόσεις Γοργώ, Αθήνα, 1982, με μεταγενέστερο σχέδιο του Κώστα Ρεούση