Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 21

© φωτογραφίας, κληρονόμος Οδυσσέα Ελύτη-Αλεπουδέλη, Ιουλίτα Ηλιοπούλου: Στο σπίτι του Διονυσίου Σολωμού, Ακρωτήρι, Ζάκυνθος, 1979

Οδυσσέας Ελύτης-Κώστας Ρεούσης
18.03.2019
«Πρόζακ»
Λευκωσία-Κύπρος

Καλησπέρα σας, και σας ευχαριστώ που με τιμάται με την παρουσία σας. Φυσικά, παράλειψη θα ήταν να μην ευχαριστήσω από καρδιάς τον κύριο Ορέστη Κάλβαρη, ιδιοκτήτη του «Πρόζακ», για την παραχώρηση του χώρου.

23 χρόνια, το λοιπόν, από τον θάνατο ή την κοίμηση ή το κατευόδιο (όπως προτιμάτε ονοματίστε το), του Οδυσσέα Ελύτη, και 20, συνάμα, έτη από τον επαναπατρισμό μου στο νησί, τόπο καταγωγής των προγόνων μου, και δεν είναι η πρώτη φορά που τον απαγγέλω, μεταβιβάζοντάς σας τα μηνύματα που έχω αντιληφθεί πως εξακολουθεί να μας στέλνει ο Ποιητής.

Δε θα σας κουράσω με περιττές εισαγωγές, που συνήθως αφορούν πανεπιστημιακούς ή και ποιητές-συγγραφείς, οι οποίοι φροντίζουν να εκτίθενται μοναχά για την κοινωνική προβολή τους, για την πληρωμένη συμμετοχή τους και την ανεγκέφαλη συμβολή τους στο οτιδήποτε μπορεί να συμπεριληφθεί στο γελοίο έως γελοιωδέστατο που αποτελεί και είναι η «πνευματική» Κύπρος.

Το τριμερές δοκίμιο που θα σας απαγγείλω περιλαμβάνεται στον τόμο «Ο κήπος με τις αυταπάτες» και κυκλοφόρησε στην Αθήνα, τον Νοέμβριο του 1995, από τις εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, όπου βρίσκεται μόνον εκεί. Εννοώ πως μάλλον δεν έχει συμπεριληφθεί, εξ όσων δύναμαι να γνωρίζω, στις επόμενες εκδόσεις του δεύτερου τόμου με τα δοκίμιά του, «Εν Λευκώ», μια που διατηρώ στη βιβλιοθήκη μου την πρώτη έκδοση της εκδοτικής εταιρίας «Ίκαρος», του 1992.

Ο Ελύτης στο δοκίμιό του, «Επιστροφή από την παρ’ ολίγον Ελλάδα» συνοψίζει την πλεύση τού πνεύματός του στον αιώνα που έζησε, δηλαδή στον 20ό, αφήνοντας στους όποιους επιγόνους του -στον ελληνικό και παγκόσμιο ποιητικό χώρο-, διαθήκη το σκοτάδι και τη λάμψη της χάραξής του ως Έλλην που κατοίκησε τον πλανήτη Γης.

Με τη βοήθεια του Θεού, το λοιπόν, ας ευχηθώ καλή απαγγελία στον εαυτό μου, και καλή ακρόαση σ’ εσάς.

Κώστας Ρεούσης-Παπαθανασίου
[26.02.2019]


Το κείμενο αυτό διαβάστηκε, αντί εισαγωγής, τη Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019, στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε από την Υπερπραγματική Φράξια Λευκω©ίας και τον Κώστα Ρεούση, στο καφενείο «Πρόζακ» του Ορέστη Κάλβαρη στη Λευκωσία, με αφορμή και αιτία τη συμπλήρωση 23 χρόνων από τον θάνατο του Οδυσσέα Ελύτη (02.11.1911-18.03.1996).

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

Λοξά Υπομνήματα 2

Arthur Cravan, «Ο Oscar Wilde ζει!», μτφρ. Νίκος Σταμπάκης, εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, Νοέμβριος 2009, σ. 80


«Η τέχνη υπάρχει μονάχα μέσα από την κλεψιά, την απάτη και τη μηχανορραφία, εκεί όπου η ζέση και το πάθος γίνονται αντικείμενα υπολογισμού, η τρυφερότητα αντικαθίσταται από το συντακτικό και η καρδιά από τον ορθολογισμό, όπου μήτε ένας ευγενής καλλιτέχνης δεν μπορεί να ανασάνει, ενώ εκατό άνθρωποι βγάζουν το ψωμί τους εμπορευόμενοι καινοτομίες», γράφει σε μια επιστολή του, το 1916, ο Arthur Cravan.
  Γεννήθηκε το 1887 στη Λοζάνη  και εξαφανίστηκε το 1918, αποπλέοντας απ’  την ακτή του Μεξικού μ’ ένα μικρό ιστιοφόρο, προσπαθώντας να διασχίσει την Καραϊβική Θάλασσα. Ποιος ήταν όμως; Καθώς το έθετε ο ίδιος: « Είμαι όλα τα πράγματα, όλοι οι άνθρωποι κι όλα τα ζώα!». Ένας αερόλιθος, ένα άσβεστο αστέρι, ένας ανεμοστρόβιλος των αρχών του 20ού αιώνα. Ανιψιός του Oscar Wilde, διάσημος μποξέρ, άμεσος πρόδρομος του ντανταϊσμού και του υπερρεαλισμού, βασική αναφορά των καταστασιακών, των beat και του πανκ. Στα 31 χρόνια της γνωστής ζωής του, πρόλαβε να προσβάλλει ολόκληρο το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κατεστημένο της εποχής του.   
  Μεταξύ 1912-1915, ο Cravan, εκδίδει το περιοδικό «Maintenant (Τώρα)», στο Παρίσι, τυπωμένο σε χασαπόχαρτο και το πουλά αυτοπροσώπως, κουβαλώντας τα τεύχη σε καροτσάκι ωσάν πλανόδιος πωλητής οπωροκηπευτικών, διαλαλώντας εμπρηστικά την ύλη του. Το γράφει εξ ολοκλήρου ο ίδιος, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του συγκρίνονται μ’ αυτές του Alfred Jarry (1873-1907). Μέσα από τις σελίδες τού περιοδικού του διασύρει κάθε τι «ιερό και όσιο». Ανατέμνει τους αστούς εις τα εξ ων συνετέθησαν. Στο τέταρτο τεύχος του περιοδικού, το 1914, δημοσιεύει ένα άκρως προσβλητικό και σκανδαλώδες κείμενο «κριτικής τέχνης», που αφορούσε στην έκθεση των «Ανεξάρτητων» στο Παρίσι, προκαλώντας τη μήνι του Guillaume Apollinaire (1880-1918) που τον καλεί σε μονομαχία. Το 1917 βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και γνωρίζεται με τους Marcel Duchamp και Francis Picabia. Γνωρίζει την ποιήτρια Mina Loy και παντρεύονται το 1918 στο Μεξικό. Ζουν σε άθλιες συνθήκες κι αποφασίζουν να χωρίσουν προσωρινά, με τη γυναίκα του να κατευθύνεται στο Μπουένος Άιρες αναμένοντας την άφιξή του. Ο Arthur Cravan, όπως γράφεται παραπάνω, εξαφανίζεται οριστικά. Η Mina Loy φεύγει για την Αγγλία, και τον Απρίλιο του 1918 γεννιέται η κόρη τους, Fabienne.
  Τα κείμενα που μεταφράζει και παρουσιάζει από τις εκδόσεις «Φαρφουλάς»  ο συγγραφέας και ιδρυτικό μέλος της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, Νίκος Σταμπάκης -με εξαντλητική εισαγωγή και κατατοπιστικότατες σημειώσεις, που αφορούν στα ‘έργα’ και στις ‘ημέρες’ του Cravan- , καλύπτουν σχεδόν ολόκληρη την ύλη των 5 τευχών του περιοδικού.  

Κώστας Ρεούσης


Περιοδικό «Το Πεζοδρόμιο», 4ο τχ., Λευκωσία, Δεκέμβριος 2018, σ. 31.

Λοξά Υπομνήματα 1

Μπλεζ Σαντράρ, «Σκότωσα», μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Futura, Αθήνα Μάιος 2017, σ. 48


Στην παγκόσμια ιστορία της λογοτεχνίας υπάρχουν κάποια κείμενα τα οποία, ακόμη κι αν έχουν γραφτεί δεκαετίες ή και αιώνες πριν, έρχονται στο σήμερα διασαλεύοντας την εικόνα που έχουμε για πράγματα και καταστάσεις του παρελθόντος, του παρόντος, ίσως, και του μέλλοντος κόσμου. Ένα τέτοιο κείμενο είναι και το «Σκότωσα» του σπουδαίου Ελβετού ποιητή, συγγραφέα και πολλά άλλα, Μπλεζ Σαντράρ (1887-1961).
  Πρόκειται για ένα ολιγοσέλιδο κείμενο που γράφτηκε το 1918, και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά στο Παρίσι, σχεδόν στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ποιητής Σαντράρ, αποφάσισε, αν και Ελβετός πολίτης, να καταταγεί το 1914 στη Λεγεώνα Των Ξένων, βοηθώντας έτσι την πατρίδα που επέλεξε ο ίδιος για τον εαυτό του, τη Γαλλία. Κι έναν χρόνο αργότερα στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου χάνει το δεξί του χέρι στην πρώτη γραμμή πυρός. Σε αντίθεση με άλλους λογοτέχνες, που βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης, και στα κείμενά τους επικαλούνταν ή σχολίαζαν μόνο τις ένδοξες στιγμές ή αναπολούσαν την αβρότητα και τη γαλήνη της ζωής πριν τον πόλεμο, ο Μπλεζ Σαντράρ, δεν παρακάμπτει τη βλοσυρή πραγματικότητα της ανθρώπινης θηριωδίας.
  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο μεταφραστής του βιβλίου, Γιάννης Λειβαδάς, στην εμβριθή εισαγωγή του: « Στο Jai tué, ο Σαντράρ εξιστορεί μια όψη της ποίησης, πιθανόν τη δυσμενέστερη μα ταυτοχρόνως αγλαή. Λέξη προς λέξη όλα όσα συνέβησαν στο μέτωπο. Το κείμενο επιβεβαιώνει τον εξευτελισμό, την αγριότητα και τη φρίκη του πολέμου, με το σκοτωμό ενός Γερμανού στρατιώτη να μετατρέπεται σε νίκη της ζωής, της ελεύθερης βούλησης, δίχως ενοχή. Ο Σαντράρ απεικονίζει το αίσχος του πολέμου τόσο έντονα, τόσο περιγραφικά, που αμέσως μετά την έκδοση του κειμένου, το 1918, ένας αρθρογράφος τον αποκάλεσε βάρβαρο και αμφισβήτησε τη λογοτεχνική φύση και αξία του κειμένου.», σ. 14.
  Παραθέτω την καταληκτική παράγραφο του πολύτιμου αυτού κειμένου, στην ακόμα πιο πολύτιμη μετάφραση του ποιητή, Γιάννη Λειβαδά, που είχε και τη φροντίδα της όλης έκδοσης (εισαγωγή και σημειώσεις), για να αντιληφθεί ο αναγνώστης τη σφοδρότητα του κειμένου: «Θα αντιμετωπίσω τον άνθρωπο. Που μου μοιάζει. Έναν πίθηκο. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος. Τώρα είμαστε οι δυο μας. Μια γροθιά, μια μαχαιριά. Χωρίς οίκτο. Ρίχνομαι στον ανταγωνιστή μου. Καταφέρνω ένα μοιραίο χτύπημα. Το κεφάλι του σχεδόν αποκολλάται. Σκότωσα τον Γερμαναρά. Ήμουν πιο σβέλτος και πιο γρήγορος. Πιο ακαριαίος. Χύμηξα πρώτος. Είχα αίσθηση της πραγματικότητας, εγώ, ο ποιητής. Ενέργησα. Σκότωσα. Όπως κάποιος που θέλει να ζήσει.», σ. 38.

Κώστας Ρεούσης


Περιοδικό «Το Πεζοδρόμιο», 3ο τχ., Λευκωσία, 1η Οκτωβρίου 2018, σ. 31.