Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 20

Ο Κώστας Ρεούσης υπό το βλέμμα του Γιώργου Λίκου, στο καφενείο «Καλά Καθούμενα», στις 20 Δεκεμβρίου 2014, 20:02… ακριβώς & ακριβοί, φωτογραφία Γιάννης Αδειλίνης


Μια νύχτα με και για τον Γιώργο Λίκο

  
Κύριοι και κυρίες,

αντιστρέφοντας τη συνήθη προσφώνηση προς το ακροατήριο, μίας σύντομης διάλεξης -θέτω πρώτα τους «κυρίους» μια κι αυτοί ορίζουν τις «κυρίες», συλλαμβάνοντας την πορεία της συμπεριφοράς τους- προχωρώ στο διά ταύτα.
 
Ο Γιώργος Λίκος γεννήθηκε στον Πρίγκηπο της Προποντίδας με καταγωγή από τη Σίφνο, το 1920. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύματα στα περιοδικά «Νέα Γράμματα» (1944) και «Το Τετράδιο» (1945). Το 1949 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Τέσσερις προσωπίδες του ανέμου». Ακολούθησε μια μεγάλη περίοδος κατά την οποία εργάστηκε σε πλοία, με τα οποία ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Γης, από τη Γη του Πυρός ως τη Μέση Ανατολή. Το 1977 επανεμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή «Χερρόνησος». Το 1983 κυκλοφόρησε η τρίτη ποιητική δουλειά του με τίτλο «Εικοσιπέντε στάσιμα». Πέθανε στην Αθήνα, όπου ζούσε, την 1η Δεκεμβρίου 2000. Ο Γιώργος Λίκος τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά των Ελλήνων ποιητών. Φίλος του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νίκου Εγγονόπουλου, του Νίκου Γκάτσου, του Μίλτου Σαχτούρη και του Οδυσσέα Ελύτη, κινείται στον ευρύτερο χώρο του ελληνικού υπερρεαλισμού. Η πηγή τούτου του σύντομου βιογραφικού σημειώματος του ποιητή, που μόλις ακούσατε, προέρχεται από το Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ..

Αποφεύγοντας τις φιλολογικές φιοριτούρες ή παγίδες, μου επιτρέπω να παραθέσω δύο συγκεκριμένα αποσπάσματα από το «Αντί προλόγου, διάλογος» της κυρίας Ιουλίτης Ηλιοπούλου (Αλεπουδέλη-Ελύτη), που ανοίγει την απόδοσή της στο βιβλίο του Σέλεϊ, Υπεράσπιση της Ποίησης,  εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 1996, μήπως και συνεννοηθούμε μέσω του ασχέτου:

«Η παρερμηνεία όμως ελλοχεύει όπως το ψέμα σε κάθε αλήθεια. Κι είναι φορές που μοιάζει να μην έχουμε απαντήσει ακόμη σε πλείστα όσα ερωτήματα θέτει ο Σέλεϊ, να μην έχουμε εκτιμήσει τις έννοιες, να μένουμε κρατούμενοι μιας ατελεύτητης συναισθηματικής υπερχείλισης ή ενός απλού ταχυδρομείου μηνυμάτων που κατά καιρούς θεωρείται ποίηση. Φαίνεται σαν να μην έχουμε ακόμη αποσαφηνίσει την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και σ’ έναν ευρύ κύκλο γεγραμμένων πλησίον κι ολόγυρά της. Ακόμη και όσοι γράφουμε, και όσοι υπερασπιζόμαστε την αλήθεια, ακόμη και ο ίδιος ο Σέλεϊ, που η ποίησή του δεν πρόλαβε ίσως να πραγματώσει τη θεωρητική του σκέψη.
   Είναι όμως αυτός που θα μας οδηγήσει πίσω στην αφετηρία της τέχνης του λόγου, εκεί όπου η ποίηση γίνεται η πιο καίρια διαδικασία του ποιείν, του συνθέτειν, του γεωμετρείν, του ευλαβείσθαι εντέλει τη ζωή.
   Έννοιες όπως θρησκεία, νομοθεσία, γλώσσα, ηθική, εν, φαντασία, διανοητική δύναμη, συναντώνται και διαπλέκονται στις πλέον καθαρές τους μορφές για να υπερασπιστούν το δικαίωμα στην ομορφιά και την τελειότητα· το δικαίωμα της ποίησης, το δικαίωμα της ζωής. Γιατί το ίδιο είναι. Ένα ισχυρό μέσον προσδιορισμού και δράσης μέσα στη ζωή είναι η ποίηση, αυτό το διαρκώς γυμνό σπαθί της αστραπής. Και τώρα πια ξέρουμε: ό,τι σώσεις στην αστραπή καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει.», (σσ. 8-9).
   «Ο Σέλεϊ γράφει σε καιρούς ρομαντικούς, όπου το ιδεώδες υπερίπταται πάνω απ’ τους τόνους των λέξεων, καιρούς που γι’ αυτό ίσως μπορούν να καταστρατηγήσουν τη λογική, να αποδεσμεύσουν δυναμικά χαμένα και μη μετρήσιμα· μέσα στην ένταση του αισθητισμού τους να κινήσουν τις ανενεργούς δυνάμεις της φαντασίας προς μια διαρκέστερη αλήθεια.
   Η εποχή μας, απ’ την άλλη μεριά, βγαίνοντας σχεδόν ηττημένη από την ελευθερία που της αποκάλυψε ο υπερρεαλισμός, υπέταξε τη φαντασία στην υπηρεσία της λογικής, για να υπολογίζει επ’ άπειρον και μεθοδικά ποσά δύναμης διανοητικής και μη, να συλλέγει ποικιλόχρωμες πληροφορίες από παντού· ενώ απογύμνωσε τον εαυτό της από τη δυνατότητα να υπάρξει αυθεντικά, μέσα στα φυσικά της γνωρίσματα, και δι’ αυτών να οδηγηθεί πέραν.», (σσ. 10-11).

Και από το βιβλίο που προανέφερα ο Σέλεϊ λέει ή δείχνει: «Λίγοι είναι οι μεγάλοι ποιητές που διάλεξαν να παρουσιάσουν την ομορφιά των δημιουργημάτων τους γυμνή, με τη λάμψη μόνο της αλήθειας τους. Ίσως ενίοτε να είναι και απαραίτητο το κράμα αυτό, ώστε η εκκωφαντική μουσική του αιωνίου να φθάνει πιο απαλή στ’ αυτιά των ανθρώπων.», (Σέλεϊ, Υπεράσπιση της Ποίησης, απόδοση Ιουλίτα Ηλιοπούλου, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 1996, σελ. 39).

Ένας τέτοιος μεγάλος ποιητής είναι και ο Γιώργος Λίκος. Ένας κρυπτός, μυστικός υπερρεαλιστής ποιητής. Κι η Ώρα (το ωμέγα κεφαλαίο) είναι τέτοια που οι κρύπτες άνοιξαν ή ανοίγουν κι εμφανίζονται οι μυστικοί, αφθόνιοι ερχόμενοι, προσφέροντας το άφατο. Έτσι, καταλήγοντας και στην απαγγελία, που θα ακολουθήσει της σύντομης αυτής διάλεξης, του ποιήματος «Ωδή αφιερωμένη στους τσακισμένους πελαργούς» γραμμένο τον Ιούνιο του ’45 και δημοσιευμένο στο περιοδικό «Τετράδιο», τρίτο τεύχος, Δεκέμβριος του 1945, σσ. 61-65, ένα έχω να πω: Ακούστε προσεκτικά με τα μάτια σας και δείτε προσεκτικότερα με τ’ αυτιά σας τις αλλαγές που ακολούθησαν την πρώτη δημοσίευση/εμφάνιση του ποιήματος, απ’ όπου εγώ θα σας απαγγείλω, και αντιπαραβάλλετε με τη μνήμη σας την ανάγνωση του ποιητή που ηχογραφήθηκε το 1993, και έπεται της δικής μου, ολοκληρώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εκδήλωση «Μια νύχτα με και για τον Γιώργο Λίκο». Αυτά προς το παρόν. Περνώ στην απαγγελία. Gracias!

Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία, Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014



Το σύντομο αυτό υπόμνημα ή κείμενο-διάλεξη, διαβάστηκε στην εκδήλωση για τον Γιώργο Λίκο, που οργάνωσε η Υπερπραγματική Φράξια Λευκω©ίας & ο Κώστας Ρεούσης, το Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014, στο καφενείο «Καλά Καθούμενα», στην παλιά Λευκωσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου