Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 11

Ο Οδυσσέας Ελύτης, στο κέντρο της φωτογραφίας, με συμπολεμιστές του στην Πρώτη Γραμμή Πυρός, 1941

Η λειτουργία της προσωπικής και συλλογικής ποιητικής μνήμης

Αναφορά και απαγγελία στο/του δοκίμιο/δοκιμίου του Οδυσσέα Ελύτη «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος»



   Κυρίες και κύριοι,

η αφορμή για την αποψινή εκδήλωση δόθηκε από τον εικαστικό Σάββα Χριστοδουλίδη, όταν σε ανύποπτο χρόνο με ρώτησε αν είχα υπόψη μου κάποια βιβλία σχετικά με τη «Μνήμη», καθώς μία φοιτήτριά του τού είχε ζητήσει βιβλιογραφία ανάλογη με το θέμα. Ακαριαία μου ήρθε στο νου το δοκίμιο του Οδυσσέα Ελύτη «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος», μαζί με το «Argumentum» που το ακολουθεί και το επικυρώνει με τον πλέον προσωπικό και συλλογικό τρόπο –και τα δύο κείμενα στοιχειοθετημένα ποιητικά, κατιτίς (ας το εμπεδώσουμε) το ισχυρότερο κι απ’ τις, ας πούμε, αδιάσειστες αποδείξεις μίας ανέκκλητης καταδικαστικής απόφασης για εσχάτη προδοσία κατά τη διάρκεια κρίσιμων εθνικών καταστάσεων. Περιέχεται στο δεύτερο τόμο των πεζών κειμένων, του Ποιητή, των ετών 1972-1992, με τον τίτλο Εν λευκώ, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1992, σσ. 357-381, κι έως την προαναφερθείσα πρώτη έκδοση, ανέκδοτο. 

   Κακά τα ψέματα, αν κι αυτά είναι που ευδοκιμούν στον τόπο μας, τον Ελύτη δεν τον γνωρίζουμε, δεν τον έχουμε διαβάσει, δεν τον έχουμε πλησιάσει ούτε κατά διάνοια. Αναμασάμε μονάχα οτιδήποτε η τρύπια μνήμη μας, και βιασμένη από τον τελευταίο ελληνικό πόλεμο του 1974, έχει συγκρατήσει από τη χρονιά που του απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας κι εντεύθεν, αφορώντας κυρίως δημοσιεύματα/αφιερώματα του Τύπου, τηλεοπτικές εκπομπές… άντε κι αυτά που μας έχουν διδάξει στα σχολικά εγχειρίδια και κάποια τραγούδια που μελοποίησαν σημαντικοί Έλληνες συνθέτες, κι ίσως κάποια βιβλία του που αγοράσαμε ή μας έκαναν δώρο και σκονίζονται, εν πολλοίς αδιάβαστα μ’ άκοπες τις σελίδες, στις πανάκριβες μεγαλοαστικές βιβλιοθήκες σαλονιών ή γουμάδων ή άκυρων γραφείων. Απ’ εδώ και πέρα, πλήρες σκότος. Αφήνω δε ασχολίαστες τις όποιες ακαδημαϊκές μελέτες και μονογραφίες έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και την ποίησή του, μια και το μόνο που μπορούν να προσφέρουν σ’ έναν αναγνώστη και επαγγελματία εραστή της ποίησης είναι σύγχυση κι ίσως μόνιμη σεξουαλική ανεπάρκεια/ανικανότητα ή ακόμη κι ευνουχισμό. Εντούτοις, έχουν Γνώση -συμπεριφορών, πρακτικών, διαπλοκών, περιπλοκών, διαστρεβλώσεων, παρερμηνειών- οι Φύλακες, κι ας φαίνεται πως ό,τι επικρατεί τους διαφεύγει, καθώς εκπέμπουν κωδικοποιημένα ατράνταχτα υπομνήματα, ακατανόητα από την αχόρταγη μάζα ενός χρησιμοθηρικού συρμού, που κατά καιρούς και περιστάσεις αποκαλείται… «κυρίαρχος λαός».

   Έχω πει και στο παρελθόν ότι, ο Ελύτης, έχει δώσει ακλόνητες εξηγήσεις τόσο για/με τον εαυτό του όσο και για/με την ποίησή του, μέσα από τον πεζό/δοκιμιακό/φιλοσοφικό λόγο του, που συμπλέει σε πλήρη αρμονία με το κύριο σώμα των ποιημάτων του. Φυσικά, διάφοροι και διάφορες (αδιάφοροι κι αδιάφορες) μ’ αμφισβήτησαν και μ’ αμφισβητούν. Ας είναι, το θέμα είναι να διευθετείς σωστά τον κίνδυνο και να αδιαφορείς για τις εκάστοτε προκλήσεις των καιρών: απαράβατη εντολή ή πάγια διαταγή τού, ας μου επιτραπεί, «Αρχιστράτηγου» της Ελληνικής Ποίησης/Ποιήσεως. Κι εισάγω αυτόν το χαρακτηρισμό/βαθμό, έτσι για ν’ αποστομώσω τον περιβόητο τεχνοκριτικό και διπλωμάτη, σύγχρονο του Ελύτη, Αλέξανδρο Ξύδη, που έλεγε πως «συμπεριφέρεται ως στρατηγός ενώ δεν είναι παρά ένας ανθυπολοχαγός». Πού να ’ξερε… ο λίγος!

  Το λοιπόν, «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος» και «Argumentum», ήτοι επιχείρημα, τα κείμενα που με τη βοήθεια του Θεού και του Ελύτη, θα σας απαγγείλω ευθύς αμέσως από κάποιες διευκρινήσεις, κρίνοντας απαραίτητο να σας δώσω για την πλοήγησή σας σ’ ό,τι ακούσετε. Το πεζό κείμενο/δοκίμιο «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος» εκτείνεται σε μόλις τέσσερις παρά κάτι σελίδες, και ουσιαστικά μας εισάγει στις είκοσι σελίδες του «Argumentum» που το ακολουθεί. Εκεί, μέσα από την απαράμιλλη τεχνική του Ελύτη, επιβεβαιώνεται και ο τίτλος της σύντομης αυτής διάλεξης, «Η λειτουργία της προσωπικής και συλλογικής ποιητικής μνήμης». Συγκρατήστε τις εξής 14 χρονολογίες, και με τη σειρά που τις εκθέτει ο Ποιητής: 1917, 1940, 1941, 1923, 1948, 1960, 1951, 1922, 1943, 1979, 1944, 1965, 1971, 1979. Τις χρονολογίες αυτές, ο Ελύτης, έχει παραθέσει στο αριστερό περιθώριο των τυπωμένων σελίδων, κι αριστοτεχνικά ο λόγος/μνήμη εισέρχεται/εξέρχεται/πισωγυρίζει -όπως σε όνειρο- περιδιαβαίνοντας το συλλογικό δια μέσου του προσωπικού ενσταλαγμένου βιώματος. Ας σταματήσω, όμως, εδώ, κι επιτρέψτε μου να περάσω στην απαγγελία που ίσως σας κουράσει λόγω της έκτασής της. Αξίζει τον κόπο και την υπομονή σας, πιστέψτε με. Μετά το πέρας της ανά γνώσεως, δώστε μου το ελάχιστο του άχρονου/χρόνου να «προσγειωθώ», κι είμαι στη διάθεσή σας για τις όποιες ερωτήσεις ή απορίες ή διαφωνίες ή κρίσεις ή παρεμβάσεις ή ύβρεις σας. Σας ευχαριστώ πολύ.

Κώστας Ρεούσης (Παπαθανασίου)
Λευκωσία, Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014    


Η σύντομη αυτή διάλεξη ακούστηκε την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015 στο «Καφενείο 11», Πειραιώς 27, παλιά Λευκωσία.    

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Car je est un autre: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Οι ποιητές Κώστας Ρεούσης & Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, σε καφετερία -δίπορτης στοάς- κάπου Λήδρας & Ονασαγόρου, κάθετης στην εντός του Τείχους ελεύθερης Λευκωσίας, στις 3 Ιανουαρίου 2017, 17:31…  ακριβώς & ακριβοί, φωτογραφία Γεώργιος Κ. Μύαρης


ΟΡΕΣΤΗΣ

[Ἡ Ἑρμιόνη φεύγει για τον τάφο· ἡ Ἑλέ-
νη μπαίνει στο παλάτι· Ἠλέκτρα:]
Κι ἄν ἔκοψες θρῆνο ἐρεβνό μαλλιά ἀπό τά
μαλλιά σου
δέν πλήγωσες σιωπή – παρά στήν ἄκρη
Ξέρω: δέν θά δεχόσουν κἄν τήν ὓστερη πα-
ράδοση τῆς ὀμορφιᾶς στόν πόνο
Κι οὒτε πώς εἶδες μάτια στόν δικό νεκρό μου
κι οὒτε πώς ράγισες δάκρυ φωνή σ’ ἕνα ψο-
φίμι στόμα
Μόνη σου, τώρα: μι’ ἀράχνη μέταλλο ἀπό
φῶς τρέχει στό μέτωπό σου
Τίποτα, τίποτα – κάτι βουβά ὀστό κοιμᾶται
πόρνη αὐτή τήν πολιτεία:
βαθύ μαχαίρι· σπλάχνα οὐρανός· κι ὁ Ἕλ-
ληνας νεκρός σου.


Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, «Βόλια», εκδ. τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός, σειρά Λάλον Ύδωρ, Αθήνα, Μάρτιος 2015, σ. 21.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Ποιήματα 38

Ο προπάτορας του ποιητή, Χριστόδουλος -του παπά Θανάση Χριστοδούλου- Παπαθανασίου, από την/τον Τύμβου/Τύμβο της Μεσαορίας, επαρχία Λευκωσίας, νήσος Κύπρος, Ελλάς· στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαι(ε)δίου στο Άγιον Όρος, το Κύριο Πάσχα του 1991 (Ευαγγελισμός Της Θεοτόκου, 25.03, & Ανάσταση Του Κυρίου, 07.04), φωτογραφία ο εγγονός… Κώστας Ρεούσης


Σμπαράλια
στον Γιώργο Τριλλίδη 

Δέκατη Ώρα

ήττα ψυχής κουρέλι
κυρίευε
το λιγοστό του
σώμα
ενώ ο χρόνος αρμός
έσβηνε την αντοχή
μες σε σακούλες
σκουπιδιών
βημάτιζε περιττός
την ακεραιότητα
χρέους
αριθμού
έρωτα κι
αγάπης
πλυσταριό 

(η σισύφεια σφαίρα
εισέρχεται
ή
μια χαρακιά
στις φλέβες
παλεύει
ανίκανη
να εκπληρώσει)

κομμάτιασε χρόνια φυλακισμένος τόσα τον άνθρωπο που μακέλευε αιώνες τη βιαιότητα της σκέψης άρρωστος ανήκεστος αδάμαστος καταρρέων οργανισμός ανόργανου ήχου πεισματικά ιστοριολογούσε τον αντίλογο της αδιαφορίας των βλοσυρών δικαίως βλεμμάτων

  Ενδέκατη Ώρα

η φάρσα
του καταραμένου
νυχοκόπτη
παραμόνευε
την ημέρα του
ακονίσματος
αίφνης τα μπρούμυτα
στην άσφαλτο
κι ένα πόδι
στο γύψο
απ’ το χειρότερο
η ζωή του με τη
συνέχεια

(μπαστούνι μια και το
νεύρο
στην εσωτερική αριστερή
 του πέλματος ρωγμή
απροειδοποίητα
σφάζει τη στιγμή
παραγγέλνει λεπίδα
κι έρχεται
από τη χώρα των
Ανδαλουσιανών)

κατάψυξε την καρδιά εσώτερα του παράλληλου κόσμου που ζει στα όνειρα των μουσουλμάνων κι εκείνου του σύμπας της βασιλικής έως αυτοκρατορικής σειράς σκευάζοντας τον υπόκαυστο θαλαμίσκο σ’ ένα αόρατο στατικό έργο να θωρεί τη Θάλασσα του Οχότσκ απ’ τα νησάκια του Χοκάιντο με τη χριστιανική ορθόδοξη πίστη ν’ αλαργεύει σ’ ασφάλεια αστακού το σεισμικό ρειν που εντεταλμένα υπηρετεί ή ζει στο νησί τ’ Αλασίου τ’ Αλάσιου ή τ’ Άλας

      Δωδέκατη Ώρα

τότε ή πότε
που
έμπλεξε
εκείνο
το ιερό ποτέ
με
το ανοσιούργημα
που
είναι
εκείνη
η κοινή γυνή

(ζυγίζει
μες στην ταπείνωση
την άκρα
την εκκωφαντική
ογδόη
την των
χορδών
το διαπασών)

κάλπασε τη διαβίβαση ενώ ζηλοφθονώντας αδίστακτα στη στρέβλωση του ακριβές μνημονικού εκκινούσαν οι σχεδιασμοί των μιαρών παράσιτες βοσκούσαν οι παραπλανημένες κακόβουλες προθέσεις των πολυλογούδων εριφισσών μες στη βιασύνη που θριαμβολογεί εριστικά την ανισόρροπη νευρωτικά αιμομιξία των σπασμένων υδραυλικών της εποχής ενός κωλοχανείου ή κερχανά μιας λοκαντιέρας

τέλος…


Σημείωση
Στην «Ενδέκατη Ώρα», τρίτη στροφή κέντρο, οι δύο λέξεις με κυρτά γράμματα/στοιχεία, υπόκαυστο θαλαμίσκο, είναι από το ποίημα του Δημήτρη Καλοκύρη, «Θάλασσα της Ηρεμίας» και την ποιητική συλλογή «Χρώματα του υγρού ζώου», εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 1990, σελ. 46, τρίτη στροφή αριστερά έκτος στίχος. 

Ποιήματα 37

Στην «Ίλη Πεδίου Βολής Αρμάτων Λιτόχωρου» (νομός Πιερίας, Μακεδονία, Ελλάς), τον Ιούλιο του 1972. Από τ’ αριστερά, διακρίνονται: ψηλά όρθιοι στο άρμα ο ξάδελφος Αντώνιος Κ. Α. Αντωνίου & ο αδελφός Χριστόδουλος Α. Ει. Παπαθανασίου· στη μέση καθιστός στο άρμα με τη λευκή σαλιάρα ο ποιητής· χαμηλά όρθιοι στο άρμα η ξαδέλφη Παρθενία-Δόμνα Κ. Α. Αντωνίου & ο θείος Κωνσταντίνος Α. Π. Αντωνίου (αδελφός της μάνας του Κώστα Ρεούση-Παπαθανασίου), φωτογραφία Αθανάσιος Χ. Α. Παπαθανασίου
 

ΧΑΛΥΒΔΙΝΗ ΨΥΧΗ


στον υστγο ΤΘ (ε.α.) Κωνσταντίνο Α. Π. Αντωνίου



Είν’ η νυχτιά
Που συναντά
Η μέρα

Μ’ αίματα
Να σταλάζει η…

Είν’ η καρδιά
Που καιροφυλακτεί
Η προδοσία

Μ’ αινίγματα
Να ντροπιάζει η…

Είν’ η οργή
Που ταμπουρώνει
Η ευχή

Μ’ αιμασιές
Να σφαδάζει η…

Είν’ η φορά
Που αγρινεύει*
Η φοινικιά

Μ’ άρματα
Να δοξάζει η…

Λευκωσία, Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

*αγρινεύει˂αγρινεύω˂αγρινό



Από την ανέκδοτη και σε εξέλιξη, ποιητική συλλογή, του Κώστα Ρεούση, «Ξεκούρδιστος Λυγμός» [άχαροι στίχοι]. 

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Περιθωριακά 41

Το εξώφυλλο της έκδοσης

Γκράτσια Σπύρου Δεπούντη
«Αστέρια και πέλματα»

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Πως μια ποιητική συλλογή του 1974 «επαναμαγεύει» έναν γραφιά

Μπαίνοντας στο 16ο έτος του 21ου αιώνα, εμείς οι γραφιάδες-συντάκτες αισθανόμαστε -άλλος λίγο άλλος πολύ- «άστεγοι και περιττοί», που μας λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης σ’ εκείνο το αποκαλυπτικό του δοκίμιο «Η Μέθοδος του Άρα». Πληθώρα βιβλίων, πληθώρα λογοτεχνών, πληθώρα εικόνων, πληθώρα και πάλι πληθώρα άχρηστων πληροφοριών των εντυπώσεων και μόνο.
  Και να που ένα μικρό ταπεινό βιβλίο με ποιήματα μίας κυρίας με ήθος άλλης εποχής, έρχεται και «επαναμαγεύει», όπως αξίωναν οι πρώτοι υπερρεαλιστές για τον κόσμο (τόσο τον πραγματικό όσο και γι’ αυτόν της φαντασίας), έναν συντάκτη που πρέπει να παραδώσει κείμενο για την ύλη του «Ηδύφωνου» που κρατάτε στα χέρια σας.

Το βιβλιοπωλείο «Ελλάς»
Την ποιητική συλλογή στην οποία και αναφέρονται τα κυριακάτικα «Περιθωριακά», την ανακάλυψα τον Μάρτιο του 2013 στο βιβλιοπωλείο «Ελλάς», της γειτονιάς μου, στο κέντρο της Λευκωσίας. Η σχέση μου με το συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου και μαθητής δημοτικού στο Ελένειο πέρναγα καθημερινώς απ’ τη βιτρίνα του και συχνά-πυκνά αγόραζα βιβλία, χωρίς ποτέ να φείδομαι χρημάτων. Έκτοτε έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες, με το «Ελλάς» να βρίσκεται ακόμη εκεί στη Ζήνας Κάνθερ καλώντας σε ν’ ανακαλύψεις τους θησαυρούς γνώσης και απολαυστικής μελέτης που κρύβει στον υπόγειό του χώρο. Πάντα φιλικά και εξυπηρετικά τα παιδιά του ιδιοκτήτη κ. Κώστα Επιφανίου, τα οποία και έχουν αναλάβει τη διαχείρισή του, πάντα χαμογελαστός ο υπεύθυνος βιβλιοπώλης Σοφοκλής Κωνσταντίνου και το σπουδαιότερο με τις καλύτερες τιμές της αγοράς, ακόμη και σε εξαντλημένες και σπάνιες εκδόσεις. Δεν θα ήταν υπερβολή να αναφέρω, πως κοντά 35 χρόνια τώρα, έχω στις προθήκες και στα ράφια του ανακαλύψει κι αγοράσει «διαμάντια», όπως αυτό που παρουσιάζεται εδώ.    

Η Γκράτσια Σπύρου Δεπούντη
Αρνούμενος να χρησιμοποιήσω το διαδίκτυο για την εκμαίευση πληροφοριών, μένω πιστός στο έντυπο βιβλίο που έχω στα χέρια μου, μεταδίδοντάς σας τα στοιχεία που αναγράφονται στο οπισθόφυλλο για την κυρία Δεπούντη.
   «Η Γκράτσια Δεπούντη, ισπανικής καταγωγής, γεννήθηκε στη Δράμα. Τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε ταξιδεύοντας με τους γονείς της στην Ευρώπη. Στην επιστροφή, έζησε για ένα χρονικό διάστημα και στη Θεσσαλονίκη. Από το 1941 εγκαθίσταται μονίμως στην Αθήνα. Εργάζεται ως τραπεζιτικός υπάλληλος. Το 1949 παντρεύτηκε τον Σπύρο Δεπούντη.
   Με τα γράμματα και τη λογοτεχνία πρωτοασχολήθηκε δύο χρόνια μετά τον τραγικό θάνατο του συζύγου της. Πριν από τα «Αστέρια και πέλματα» (1974) εξέδωσε μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Αντίδωρο ψυχής» (1971), αφιέρωμα στη μνήμη του συζύγου της, και μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Διηγήματα» (1972).
   Επίσης πολλή εργασία της σε ποίηση και πεζά έχει δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορες ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει προς έκδοση πλήθος ποιημάτων και πεζών κειμένων, ασχολείται επίσης με την κριτική θεάτρου και τη μουσική. Έχει γράψει και μελοποιήσει αρκετά τραγούδια. Ένα από αυτά έχει κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Ο ουρανός πάλι γελά», το 1971».
  
Αστέρια και πέλματα
Αφιερωμένο το βιβλίο στον εκλιπόντα σύζυγο της ποιήτριας, Σπύρο, σε ξαφνιάζει με την άγουσα δυναμική που αποκτούν τα μονόστροφα ποιήματα καθώς τα διατρέχεις στίχο το στίχο και σελίδα τη σελίδα. Τυπωμένο στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1974, λίγο πριν το κακό στο Νησί, κρύβει φροντισμένα στα μηνύματα που μεταδίδει, όχι μόνο το άλγος για τον θάνατο του συζύγου της, αλλά κι ολάκερη τη ζοφερή ατμόσφαιρα της σκοτεινής εκείνης περιόδου, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Κύπρο.
   Ακούστε το ομότιτλο, «Αστέρια και πέλματα»: «Μια σταγόνα./Μια σταγόνα μονάχα ζητώ./Οι ουρανίσκοι φλέγονται./Χιλιάδες σίδερα κλείνουν τους δρόμους./Χιλιάδες τριαντάφυλλα κλείνουν/τα πέταλά τους./Χιλιάδες αστέρια κάτω απ’ τα πέλματά μας.», (σ.25). Και στη σελίδα 32, ένα εξάστιχο ακαριαίο ποίημα σε καθηλώνει, «Απόψε»: «Απόψε γεννήθηκε η αστραπή/κι έσβησε τα φώτα./Απόψε έπεσε ο κεραυνός/και γκρέμισε τα είδωλα./Απόψε πνίγηκαν κορμιά/και γίνηκαν κοχύλια.». Η συλλογή της Γκράτσια Σπύρου Δεπούντη είναι διάφανη όπως το νερό της πηγής Σάριζα στην Άνδρο, οποιαδήποτε φιλολογική μελέτη-προσέγγιση υποβιβάζει το μήνυμα κι εξαφανίζει την καθαρότητά του. Παραθέτω και το ποίημα της σελίδας 55, «Ποιος;»: «Ποιος θα βρεθεί να μας σώσει;/να δονήσει τα θεμέλια του κρανίου;/Να κινήσει το παράλυτο/βλέμμα;/Να σαλέψει τα διψασμένα/χείλη;/Να οδηγήσει τα χέρια που αργοπεθαίνουν/ σε χειροκροτήματα;/Ποιος θα βρεθεί να μπάσει/τον ήλιο στο σκοτάδι;/Όποιος κι αν είναι/πρέπει να βιαστεί/πριν σταματήσει να κυκλοφορεί/το αίμα στις φλέβες./Ας βιαστεί, γιατί/οι πολυφροντισμένοι φόβοι/φθάσανε στο λαιμό…/Δεν θ’ αργήσουν να μας πνίξουν…/Ποιος θα βρεθεί να ελευθερώσει/τις σκλαβωμένες ψυχές από το άγχος;/Ποιος θα βρεθεί να διασπάσει/τις αλυσίδες/του εικοστού αιώνα;».   

Εκδόσεις Σαμουράι
Δεκαετίες στο χώρο του βιβλίου, και κατά περιόδους εργαζόμενος σε βιβλιοπωλεία κι εκδοτικούς οίκους κυρίως των Αθηνών, ποτέ δε συνάντησα άλλο βιβλίο των Εκδόσεων Σαμουράι. Έτσι, δεν υπήρχε περίπτωση, έστω και μόνο από την επωνυμία -ασχέτως περιεχομένου- να μην το αγοράσω. Το βιβλίο, λοιπόν, τυπώθηκε τον Ιούνιο του ’74 στο τυπογραφείο Ι. Γαλαίου για λογαριασμό της Γκράτσια Σ. Δεπούντη, με επιμέλεια των εκδόσεων «Σαμουράι» και μακέτες της Αγγελικής Βαβανέλου. Σαράντα δύο χρόνια βιβλίο, και η ταπεινή αλλά σοβαρή τυπογραφία του το διατηρεί σε άψογη κατάσταση. Η ποιότητα των χαρτιών, τόσο του εξώφυλλου-οπισθόφυλλου όσο και των εσωτερικών σελίδων, το ραμμένο δέσιμο των τυπογραφικών και τα στοιχεία-στιγμές της κάσας… το προορίζουν για κάποια ίσως μελλοντική βιβλιοθήκη μιας κάποιας «επαναμαγεμένης» μυθικής Ατλαντίδος.




Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016, σ. 5.

Ποιήματα 36

Ο Κώστας Ρεούσης απαγγέλλει ορθός, στο πρώτο λογοτεχνικό (;) φεστιβάλ «Σαρδάμ», στο Παλιό Ξυδάδικο, Λεμεσός, στις 12 Οκτωβρίου 2013, 22:09… ακριβώς & ακριβός, φωτογραφία Γιάννης Ζελιαναίος ή Γιώτα Παναγιώτου


Δύο ακαριαία ποιήματα κι ένα τραγούδι


ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ

Είναι
Το έψιλον
Ορθό
Ένα ωμέγα
Ανάσκελο

Λευκωσία, Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017


ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ 2


Με γράμματα
Ελληνικά
Μπορείς να
Πλάσεις
Κόσμο

Λευκωσία, Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017


ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ 11-ΤΡΑΓΟΥΔΙ

στον Δημήτρη Πασχάλη

Μια ψηλοκάπουλη φοράδα
Βολτάρει μες στο μαγαζί
Κι όλοι οι μάγκες οι ρεμπέτες
Την κάνουνε στο τουμπεκί

Χρυσό χαλκά για χαλινάρι
Φοράει στ’ όμορφο αυτί
Χορεύει και λικνίζεται
Τινάζει χαίτη και μαλλί

Αχ! πρόσεχε λίγο σεβνταλού
Σαν τα ματάκια σου γυρνάς
Και μας την κάψεις την καρδιά
Κι ύστερα τρέχεις γι’ άλλα

Λευκωσία, Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017



Από την ανέκδοτη και σε εξέλιξη, ποιητική συλλογή, του Κώστα Ρεούση, «Ξεκούρδιστος Λυγμός» [άχαροι στίχοι].

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Ποιήματα 35

Ο πατέρας του ποιητή τον Μάιο του 1990, στη Βιέννη (Αυστρία), στο lobby του ξενοδοχείου, «Hilton Vienna Plaza», όπου καταλύσανε με τον υιό του



ΔΗΜΟΤΙΚΟ

τὸν φριχτότατον ὃρκο
τὸ φρικτότερο σκότος
τὸ φριχτὸ παραμύθι:
Libertad

Νίκος Ἐγγονόπουλος


Ένα αρματολόπουλο σεργιάνιζε
Μες στο καπετανάτο του Μιχάλη
Κι ήταν η θέα άξια
Γερά ταμπουρωμένη

Μονάχα η καρδούλα του
Μαράζωνε η μαύρη
Που αντικρύ ετήραγε
Το ερυθρό ασκέρι

Λευκωσία, Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017


Το ποίημα δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν», 17 Ιανουαρίου 2017, στη στήλη «Τα Επίκαιρα».   

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Car je est un autre: Octavio Paz 3

Octavio Paz
[1914-1998]



La llama doble: Amor y Erotismo

   Η σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και την ποίηση είναι τόσο παλιά, όσο και η ιστορία μας: άρχισε, όταν ο άνθρωπος άρχισε να είναι άνθρωπος. Οι πρώτοι κυνηγοί και συλλέκτες καρπών κάποια μέρα αντίκρυσαν τον εαυτό τους, έκπληκτοι, σε μια ατέλειωτη στιγμή στα ήσυχα νερά ενός ποιήματος. Από τότε οι άνθρωποι δεν έχουν σταματήσει να κοιτούν τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη των εικόνων. Και τον έχουν δει ως δημιουργό εικόνων και ως εικόνα των δημιουργών τους ταυτοχρόνως. Γι’ αυτό, μπορώ να πω με κάποια ασφάλεια ότι, όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχει ποίηση.
   Η σχέση όμως μπορεί να σπάσει. Γεννήθηκε από την κατεξοχήν ανθρώπινη ιδιότητα, τη φαντασία· μπορεί να σπάσει αν η φαντασία πεθάνει ή διαβρωθεί. Αν ο άνθρωπος λησμονήσει την ποίηση, θα λησμονήσει τον ίδιο τον εαυτό του. Θα ξαναγυρίσει στο αρχέγονο χάος.


Octavio Paz, «Η διπλή φλόγα: Έρωτας και Ερωτισμός», μτφρ. Σάρα Μπενβενίστε & Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Εξάντας, 1996.

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 41

Ο ποιητής στα ώριμα νιάτα του

Peter Reading
«Με δύναμη από το Λίβερπουλ»

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Ο ποιητής που μισεί να γράφει ποίηση

Ψάχνοντας στο αρχείο μου για το θέμα των «Πολιτισμικών Μετεωριτών» της πρώτης Κυριακής του 2016, κι έχοντας κάτι άλλο κατά νου, τράβηξα από τη βιβλιοθήκη ένα παλιό τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού «Ρεύματα» (τχ. 28, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1995). Τα «Ρεύματα» ήταν ένα ακόμη περιοδικό του δραστήριου Ντίνου Σιώτη, και θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτέλεσε, τουλάχιστον για τη δεκαετία του ’90, ένα από τα καλύτερα mainstream έντυπα του χώρου.
   Στο τεύχος, λοιπόν, που προαναφέραμε, το οποίο και ήταν-είναι αφιερωμένο στην ποίηση του 1995, με 88 ποιητές από την Ελλάδα-Κύπρο και 18 άλλες χώρες, υπάρχει στις αρχικές του σελίδες ένα εκπληκτικό όσο και αποκαλυπτικό κείμενο για έναν από τους κορυφαίους ποιητές του Λίβερπουλ και της Αγγλίας γενικότερα, τον Peter Reading.

Η ιδιορρυθμία ως κατάκτηση
Γεννημένος στο Λίβερπουλ στις 27 Ιουλίου του 1946, ο Peter Reading, εργάστηκε ως δάσκαλος (1967-1968) και δίδαξε Ιστορία της Τέχνης στο Liverpool College of Art (1968-1970). Το 1970 κυκλοφορεί την πρώτη ποιητική συλλογή του, «Water and Waste», εγκαταλείπει τη διδασκαλία και ξεκινά να εργάζεται ως χειριστής γεφυροπλάστιγγας. Έως το τέλος της ζωή του, στις 17 Νοεμβρίου του 2011, κυκλοφόρησε άλλες 25 ποιητικές συλλογές, απέσπασε τα σημαντικότερα βραβεία ποίησης της χώρας του, αλλά και των Η.Π.Α., υπήρξε προσκεκλημένος στο ίδρυμα Lannan, στη Marfa του Texas, έγραψε δοκίμια, κριτικές κι ανάμεσα σε άλλα βραβεία κέρδισε το Dylan Thomas Award για τη συλλογή του «Diplopic» το 1983.
   Πρωτοπόρος, πειραματιστής, σκληρός δεν μασούσε τα λόγια του κι αποδεχόταν και την πιο κακεντρεχή κριτική που του γινότανε, συνήθως καγχάζοντας. Το κείμενο που αναδημοσιεύουμε παρακάτω είναι από την εφημερίδα Times (25.7.1995). Πρόκειται για ένα άρθρο-συνομιλία της Ζιλ Κόρεν για και με τον ποιητή, όπως δημοσιεύτηκε στα «Ρεύματα» (με κάποιες σιωπηρές συντακτικές-μεταφραστικές αλλαγές κι αποκοπές), και όπως θα διαπιστώσετε διαβάζοντάς το αποκαλύπτει ένα σπουδαίο κι αληθινό ποιητή.

Ο δαφνοστεφής του βούρκου
Ο Peter Reading απεχθάνεται τη λογοτεχνική σκηνή του Λονδίνου χαμογελώντας πλατιά σαν μαθητής. Δεν ανέχεται τους εν ζωή ποιητές που θα μπορούσε να βάλει κανείς σε ένα κατάλογο μέσα σε λιγότερο από δυο ώρες. Απεχθάνεται τη διδασκαλία κι αυτός είναι ο λόγος που πέρασε 22 χρόνια εργαζόμενος ως χειριστής γεφυροπλάστιγγας. Επειδή όμως μισεί τις φόρμες εργασίας δεν είναι χειριστής πια. Απεχθάνεται τις τηλεοράσεις, τα αυτοκίνητα και τα τηλέφωνα (πράγμα που καθιστά δύσκολη την επικοινωνία μαζί του). Δεν είναι λάτρης των τυπικών σχέσεων και δεν του αρέσουν οι άνθρωποι που τον ρωτούν για την ποίησή του. Αυτό που του αρέσει είναι ένα ποτό και ο πεζός λόγος του Τζόναθαν Σουίφτ, που απεχθανόταν με μεγαλύτερη αδιακρισία απ’ ό,τι ο ίδιος.
   Ίσως, όμως, ήρθε η ώρα για μια πιο συγκαταβατική στάση εκ μέρους του. Η πρώτη αναδρομική συλλογή ποιημάτων του, «Ποιήματα 1970-1984», εκδίδεται σήμερα από τον Bloodaxe και συμπίπτει με τη συμπλήρωση των 49 χρόνων του. Του χρόνου όταν θα είναι 50 ετών, θα δημοσιευτούν τα «Ποιήματα 1985-1996». Ύστερα λέει ότι δε θα ξαναγράψει ούτε ένα ποίημα. Η Κάρολ Αν Ντάφι τον θεωρεί αληθινά πρωτότυπο, αλλά ταυτόχρονα δύσκολο κι ευχάριστο, και οι Times χαρακτήρισαν την ποίησή του ως έξυπνη, πνευματώδη κι εφευρετική. Δυστυχώς απεχθάνεται να γράφει ποιήματα. Τα νέα θα προκαλέσουν ανακούφιση μόνο σ’ εκείνους οι οποίοι έχουν εκφράσει οργή με την όχι αυστηρή επιλογή των λέξεων που χρησιμοποιεί, τα σκληρά θέματά του, την απαισιόδοξη νοοτροπία του και τις σκατολογικές έμμονες ιδέες του. Τον έχουν ονομάσει «ο ανεπίσημος δαφνοστεφής της Αγγλίας του Βούρκου».
   Πιστεύουμε ότι οι ποιητές το έχουν συνήθειο να πεινάνε. Μπορεί όμως να επιβιώσει χωρίς να γράφει; «Όχι, είμαι πάμπτωχος», λέει, πίνοντας σ’ ένα μπαρ του Σρούσμπερι, την κωμόπολη όπου μένει για ν’ αποφεύγει τους άλλους ποιητές. Επιπλέον επιμένει να πληρώνει το ποτό του ο ίδιος. «Όταν εγκατέλειψα τη γυναίκα μου πριν από τρία χρόνια, της έδωσα το σπίτι, το οποίο δεν ήταν υποθηκευμένο και ήταν όλα όσα είχα. Αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Έτσι αγκάλιασα την κυρία φτώχεια, αυτή την άστατη γυναίκα». Λέγοντάς το, καγχάζει, όπως κάνει όταν μισεί κάτι.
   «Θα ήμουν αρκετά ευτυχής αν ζούσα σ’ ένα βαρέλι, αρκεί το κλίμα να ήταν λίγο καλύτερο. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι η ποίηση, περισσότερο κι απ’ την αγάπη, τη ζωή, όλα αυτά. Από τον καιρό που ήμουν μαθητής, η τέχνη ήταν το μόνο πράγμα που μ’ έκανε να νιώθω ολοκληρωμένος». Στην αρχή προσπάθησε να διδάξει. «Το θεωρούσα αυθάδεια να λέω στους ανθρώπους τι να σκέφτονται. Έκανα διαλέξεις πάνω στην Ιστορία της Τέχνης, αλλά αυτό θεωρούσα ότι θα έπρεπε να είναι θέμα ατομικού ενδιαφέροντος, κι όχι κάτι που το διδάσκει ένας δάσκαλος».
   Στο «C», μία συλλογή εκατό στροφών με εκατό λέξεις η κάθε μία με θέμα τον καρκίνο, γράφει: «Ο στίχος είναι για τους υγιείς. Αυτοί που πεθαίνουν/και οι χειρουργοί χρησιμοποιούν πεζό λόγο». Είπε επίσης ότι «η ποίηση στις καλύτερες των περιπτώσεων μπουρδολογεί για ασύστατες μειοψηφίες». Η σκοτεινή του πρόγνωση αφορά έναν κόσμο «μεταλλαγμένων αρθρόποδων τα οποία δεν είναι πλασμένα για, ή δεν είναι ικανά, να διαβάσουν λογοτεχνία». Αυτός όμως διαβάζει, «το κάνω γιατί πρέπει κι όχι γιατί μου αρέσει. Το μισώ». Παρόλα αυτά, αυτή η μάταιη αναζήτηση είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή του. Ένιωσε περήφανος όταν διόρθωσε τα δοκίμια όλης του της δουλειάς και είδε τη συνάφειά τους. Δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του να κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το γράψιμο. Υπάρχει μια αντίφαση εδώ κι αυτό τον δυσαρεστεί.
   Από το μηλίτη περνάει στο κρασί και ξαφνικά δυστυχεί καθώς σκέφτεται τη δουλειά για την οποία ήταν περήφανος πριν από λίγο. Μιλάει για αποτυχία και λέει ότι γνωρίζει πως η αίσθηση της ματαιότητας είναι μια άμυνα σε μια πιθανή επίθεση. Λέει ότι κλέβει σαμπάνια από γιορτές εκδοτών, μεθάει και παραφέρεται -πράγμα που δεν κάνει σκόπιμα- αλλά πάντα είναι ξεμέθυστος όταν γράφει, πράγμα που θα πάψει να κάνει από εδώ και στο εξής.

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016, σ. 4.

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Car je est un autre: Γιώργος Χριστοδουλίδης

Από αριστερά, οι Κύπριοι ποιητές Μιχάλης Παπαδόπουλος, Γιώργος Χριστοδουλίδης, Γιώργος Καλοζώης & ο Έλλην Κύπριος ποιητής Κώστας Ρεούσης, την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016, στο «Καφενείο 11», στην παλιά Λευκωσία, στην παρουσίαση του βιβλίου του πρώτου, «Εκδοχές Ενός Ποιήματος», εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, Ιούλιος 2016, 21:22… ακριβώς & ακριβοί, φωτογραφία Χάρης Παναγιώτου


Το Θαύμα Της Ζωής


Αν το καλοσκεφτείς
ένας παλμός μάς διατηρεί
και μαζί του
χιλιάδες άλλες λεπτομέρειες
που η μια από την άλλη
χωρίς να δίνουν λογαριασμό
εξαρτάται και διαπλέκεται.
Έτσι λοιπόν
οι αυτόχειρες είχανε πάντοτε
ένα πλεονέκτημα:
Έζησαν όσο ήθελαν
οι υπόλοιποι
όσο μπορούσαν.


Γιώργος Χριστοδουλίδης, «Δρόμος Μεταξύ Ουρανού Και Γης», εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, Φεβρουάριος 2013, σ. 33.