Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 61

Ο μεταφραστής στην ελληνική γλώσσα του έργου του Νίτσε, Ζήσης Σαρίκας


Άπαντα Νίτσε
Ένας μεταφραστικός άθλος

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου



Λίγο πριν εκπνεύσει το 2014, οι θεσσαλονικιές εκδόσεις «Πανοπτικόν», ολοκλήρωσαν το μεταφραστικό και εκδοτικό θαύμα της κυκλοφορίας των απάντων του Φρίντριχ Νίτσε, τυπώνοντας και τον τελευταίο 15ο τόμο του έργου του Γερμανού φιλοσόφου.

Συνέντευξη με τους Ζήση Σαρίκα (μεταφραστή) και Κώστα Δεσποινιάδη (εκδότη)


Το έργο ενός φιλοσόφου, όπως του Φρίντριχ Νίτσε, είναι πάντα επίκαιρο. Αν και στο εμπόριο κυκλοφορούν πολλές και διάφορες μεταφράσεις, εντούτοις κάθε νέα μεταφραστική προσπάθεια/πρόταση είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Άλλωστε, έχουμε ανάγκη από νέες, παλλόμενες, σύγχρονες και πιο αξιόπιστες αποδόσεις έργων τέτοιου βεληνεκούς. Ο Ζήσης Σαρίκας ασχολείται με τον Νίτσε, τα τελευταία 25 χρόνια, και θα έλεγε κανείς ότι η σειρά σε ομοιόμορφους τόμους όλων των βιβλίων του φιλοσόφου, αποτελεί πόνημα ζωής. Η συνεργασία του δε με τον εκδότη Κώστα Δεσποινιάδη, όπου χωρίς εκπτώσεις ανέλαβε το άχθος της συνολικής έκδοσης των απάντων, οδήγησε σ’ ένα αξιοθαύμαστο -μεταφραστικό και εκδοτικό- αποτέλεσμα τέτοιο που σίγουρα ζηλεύουν, αν όχι φθονούν, μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι και στρατιές μεταφραστών.

Κύριοι, σας ευχαριστώ για την αποδοχή να μας μιλήσετε για το κοπιώδες έργο σας. Μπορείτε να μας πείτε πότε ξεκίνησε η συνεργασία σας και σε ποια βάση;
Κ.Δ.: Εγώ ήξερα το όνομα του Σαρίκα από τα διαβάσματα της εφηβείας μου (Νίτσε, Φουκώ, Καστοριάδη, Σχολή της Φραγκφούρτης κλπ.) που το συναντούσα συνεχώς σε αυτά που με ενδιέφεραν. Τον γνώρισα το 2002 με αφορμή μια εκδήλωση για τον Νίτσε που διοργάνωσα στην Κοζάνη. Γίναμε φίλοι και από το 2004 αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε στο «Πανοπτικόν» που μετρούσε ήδη 4 χρόνια ζωής.  
Ζ.Σ.: Η φιλία μου με τον Κώστα και οι δυσάρεστες περιπέτειες που είχα με 3 προηγούμενους εκδότες των μεταφράσεών μου των έργων του Νίτσε μάς ώθησαν να αποφασίσουμε να συνεργαστούμε και να ολοκληρώσουμε επιτυχώς τη σειρά αυτή, παρά τα οικονομικής κυρίως φύσεως εμπόδια που ορθώνονταν μπροστά μας. Ένα παράπλευρο σημαντικό όφελος ήταν η δυνατότητα που μου δόθηκε να επεξεργαστώ εκ νέου τα βιβλία που είχαν εκδοθεί παλαιότερα από τους άλλους εκδότες και να διορθώσω ορισμένα λάθη.

Ποιες δυσκολίες συναντήσατε και πώς τις αντιμετωπίσατε/ξεπεράσατε στην πορεία της μεταφραστικής και εκδοτικής εργασία σας;
Κ.Δ: Στο κομμάτι το εκδοτικό/εμπορικό το βασικότερο πρόβλημα από την αρχή ήταν και παραμένει η δική μας έλλειψη κεφαλαίων (στην περίπτωση του Νίτσε αυτό το λύσαμε με τον γενναίο και γενναιόδωρο δανεισμό από μια φίλη μας, την Νατάσα Ψαρρά), και κυρίως τα «φέσια» και οι αργοπορημένες πληρωμές από βιβλιοπώλες και χοντρεμπόρους σε μια αγορά βιβλίου που καταρρέει. Προσθέστε και το ότι ένας στους τρεις συμπολίτες μας είναι άνεργος ή φυτοζωεί με πενιχρούς μισθούς, κι έχετε την εικόνα. Συνολικότερα μιλώντας, όσο πιο μικρός είναι ένας εκδότης, τόσο πιο δύσκολα διακινεί τα βιβλία του, κι επίσης αδυνατεί (ή δεν θέλει) να βάλει διαφημίσεις (που πολλές φορές λειτουργούν ως μια έμμεση εξαγορά της Κριτικής σε αυτή τη χώρα). Για το μεταφραστικό κομμάτι, θα σας μιλήσει ο Ζήσης.
Ζ.Σ.: Η μετάφραση ενός φιλοσοφικού κειμένου στα ελληνικά παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες λόγω της «ανεπάρκειας» της νεοελληνικής γλώσσας (μιας γλώσσας καθημαγμένης από διάφορες «επεμβάσεις»). Επιπλέον, όταν έχεις να κάνεις με τον καλύτερο ίσως στιλίστα της γερμανικής γλώσσας και με μια γραφή υπαινικτική, αφοριστική και πολλές φορές απόκρυφη τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο. Χρειάζεται εγρήγορση, επινοητικότητα και ιδίως επιμονή.

Υπήρξαν αντιδράσεις, θετικές ή αρνητικές, απ’ το σινάφι των άλλων εκδοτικών οίκων;
Κ.Δ.: Θετικές αντιδράσεις υπήρξαν από φίλους και γνωστούς. Από το σινάφι μην περιμένετε τέτοια μεγαλοκαρδία. Τρικλοποδιές και μικρότητες ναι, υπήρξαν και θα υπάρξουν. Δεν ασχολούμαστε με τέτοια. Έχουμε δουλειές να κάνουμε.

Απευθυνθήκατε σε ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς, ακόμα και στο Ινστιτούτο Γκαίτε, που θα μπορούσαν, ίσως, να επιχορηγήσουν τη σειρά;
Κ.Δ.: Όχι. Έχουμε μάθει να στηριζόμαστε στις δικές μας πλάτες. Τα ιδρύματα προκαλούν ιδρυματισμό κι εμείς έχουμε μάθει να αναπνέουμε καθαρό αέρα.
Ζ.Σ.: Όχι, αντιπαθώ τους σπόνσορες..

Μιλήστε μας για το ουσιαστικό μέρος της εργασίας σας. Είστε ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα;
Κ.Δ: Εγώ νιώθω χαρά και υπερηφάνεια που το μικροσκοπικό Πανοπτικόν έφερε σε πέρας αυτό το εκδοτικό έργο και που ο φίλος μου ο Ζήσης μού εμπιστεύτηκε τούτο το μεταφραστικό έργο ζωής που πέρασε από σαράντα κύματα
Ζ.Σ.: Απόλυτα, αν και η μετάφραση είναι εξ ορισμού ατελεύτητη διαδικασία.

Ποια ήταν η αποδοχή του έργου από το αναγνωστικό κοινό;
Κ.Δ.: Για τα δεδομένα της εποχής ικανοποιητική, αλλά μην φανταστείτε τα τρελά νούμερα πωλήσεων των εύπεπτων μπεστ-σέλερ. Οι Έλληνες γενικά δεν πολυδιαβάζουν, προσθέστε και το ότι πολλοί δυσκολεύονται οικονομικά, ότι η κριτική συνήθως προωθεί ασημαντότητες, τον ρόλο των δημοσίων σχέσεων τις οποίες εμείς δεν έχουμε και βγάλτε το άθροισμα.
Ζ.Σ.: Νομίζω καλή, αν λάβουμε υπόψη ότι πρόκειται για δύσκολα κείμενα. Έχοντας στο νου μου τον αναγνώστη, έγραψα και ένα δικό μου βιβλίο, με τον τίτλο «Το όραμα του υπεράνθρωπου», που κυκλοφορεί μαζί με τα έργα του Νίτσε από τις εκδόσεις Πανοπτικόν. Πρόκειται για έναν «οδηγό ανάγνωσης» όχι μόνο για το κορυφαίο έργο του Νίτσε, τον Ζαρατούστρα, αλλά και για τη φιλοσοφία του γενικά.

Τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ελλάδας ή και της Κύπρου, δημόσια και ιδιωτικά, έδειξαν ενδιαφέρον να συμπεριλάβουν τη σειρά στις βιβλιοθήκες τους, και οι καθηγητές φιλοσοφίας στη βιβλιογραφία για τον Νίτσε, που συνήθως προτείνουν στους φοιτητές τους;
Κ.Δ.:  Όχι, σχεδόν κανένα ενδιαφέρον δεν υπήρξε μέχρι τώρα από βιβλιοθήκες. Ελάχιστοι καθηγητές μοίρασαν ή πρότειναν κάποιο βιβλίο στα πανεπιστήμια.

Σας ευχαριστώ πολύ και πάλι, για όλα αυτά που μοιραστήκατε μαζί μας.
Κ.Δ. & Ζ.Σ.:  Κι εμείς ευχαριστούμε


Ο Ζήσης Σαρίκας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1953. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία και φιλοσοφία στο Α.Π.Θ. Έχει μεταφράσει θεωρητικά κείμενα (Νίτσε, Καστοριάδη, Σχολή της Φρανκφούρτης, Φουκό, Μποντριγιάρ κ.ά.) και λογοτεχνικά (Θερβάντες, Φλομπέρ, Νερβάλ κ.ά.). Έχει συγγράψει δύο δοκιμιακά βιβλία («Μύθοι της τεχνολογίας», 1987 και «Το όραμα του υπεράνθρωπου. Μια ερμηνεία του Ζαρατούστρα», 2003) και τέσσερα λογοτεχνικά («Ψίχουλα», 1998, «Μακριά απ’ τον κόσμο», 2008, «Ανθρώπινες σκιές», 2013 και «Κυριακή ρεπό», 2014).
Ο Κώστας Δεσποινιάδης γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1978. Από το 2001 έχει ιδρύσει το περιοδικό και τις εκδόσεις «Πανοπτικόν», με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Εκτός από το «Πανοπτικόν», κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα κι έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ισπανικά και τα αγγλικά. Ως επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής έχει συνεργαστεί με πολλούς εκδοτικούς οίκους.  Από το Πανοπτικόν κυκλοφορούν και τρία δικά του βιβλία: «Φραντς Κάφκα. Ο Ανατόμος της εξουσίας» (2007), «Πόλεμος και ασφάλεια» (2008), «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» (2010).

Άπαντα Φρίντριχ Νίτσε-Εκδόσεις «Πανοπτικόν»-Μτφρ. Ζήσης Σαρίκας
1. Χαραυγή, σελ. 388
2. Η χαρούμενη επιστήμη, σελ. 424
3. Η περίπτωση Βάγκνερ/Οι Διθύραμβοι του Διονύσου, σελ. 146
4. Πέρα από το καλό και το κακό, σελ. 341
5. Κείμενα για την Ελλάδα, σελ. 249
6. Η γέννηση της τραγωδίας, σελ. 259
7. Ecce Homo (Ίδε ο Άνθρωπος), σελ.181
8. Το λυκόφως των ειδώλων, σελ. 175
9. Ο αντίχριστος, σελ. 136
10. Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, σελ. 480
11. Τα κείμενα της νεότητας, σελ. 187
12. Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο, σελ. 711
13. Θέληση για δύναμη, σελ. 631
14. Γενεαλογία της ηθικής, σελ. 261
15. Παράκαιροι στοχασμοί, σελ. 409


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 19 Απριλίου 2015, σ. 4.

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 13

Ο λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus

#13
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής
Ο διασπαστικός εμπαιγμός των ημιμαθών αστών ή φελλών


Σε καθηλώνουν για να σε αποκαθηλώσουν και σε λερό σάβανο φασκιώσουν. Με μία άδικη αιτία, πάντα, σ’ αποφεύγουν χαχανίζοντας ή γκαρίζοντας. Δικαιολογούνται ξεστομίζοντας τη δύσθυμη απολογία της δυσγενεσίας τους. Βλαχαδερά ολκής, κάκιστης πάστας προϊόντα, τενεκέδες ξεγάνωτοι. Βασανίζουν τις λέξεις στο κρεματόριο της χαοτικής γραφής μιας νεκρής φωνής που δεν άκουσαν ποτέ τη νότα, το φθόγγο ή το γράμμα της. Να πατήσουμε πάνω στην Ψυχολογία, στην Πολιτική, στην Κοινωνιολογία, ηλιοκαμένοι μ’ ένα σκέτο άσπρο πουκάμισο., (Οδυσσέας Ελύτης, «Τα Ετεροθαλή-Villa Natacha II», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1980, σ. 47).  

Ο διασπαστικός εμπαιγμός των ημιμαθών αστών ή φελλών κυριαρχεί στο νησί του χαλουμιού. Η ύποπτη τάση και ανοησία αποκρυπτογράφησης ενός κρυπτογραφημένου μουσικού-ποιητικού μηνύματος συμπαντικών δημιουργών εγκαθιδρύει το κρατίδιο εξυπηρετήσεων και υπηρεσιών της δυστοπίας με τ’ όνομα Κύπρος. Τα προκεχωρημένα ηχοτοπία και οι ποιητικές εγχαράξεις, όταν συμβαίνει να συναντηθούν, προτάσσουν το καινό στην ατραπό του παρελθόντος και του παρόντος καταγεγραμμένου άχρονου. Η ορατή απουσία ή αόρατη παρουσία του ανθρώπινου σχήματος -αδιαφορώντας για την κακομεταχείριση καταθέσεων μελλοντικής πρόληψης ή ώσμωσης από αναίσχυντους έως άτιμους κατασκοπευτικούς πνευματικούς κούσπους- δεν έχει ανάγκη θεούς, που τη λατρεία τους προσκυνάτε στο σκοτάδι, και λεξικά γραφιάδων παραχαρακτών.

Εδράζομαι στη Μεσόγειο Θάλασσα: Οικίζοντας σε γη που από νερό αρμυρό περιδίνεται, (Κώστας Ρεούσης, «Ένα Τσεκούρι κάθεται», εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, 2015, σ. 55). Ο T. S. Eliot είναι σύμμαχος του οφτού κλέφτικου, όλων όσοι διατηρούν την αποικία μέσα τους κι εξακολουθητικά μεταδίδουν, με το αζημίωτο, συγκεχυμένες πληροφορίες στις δυνάμεις μιας φανερής υπηρεσίας.

Συμμαχώ με το αμφιλεγόμενο, αντικαθιστώντας -έτσι, γιατί μου κάνει κέφι κι αυθαίρετα, ΣΑΦΩΣ (όπου σίγμα: σιωπή, σιγή ή σιγαστήρας, όπου άλφα: επιφώνημα αγγέλλοντας φως)- τη μεξικανική διανόηση με την κυπριακή και τη δικτατορία του Δίας μ’ αυτήν του Μούσκου: Incurriría en una grosera simplificación quien afirmase que la cultura mexicana es un reflejo de los cambios históricos operados por el movimiento revolucionario. Más exacto sera decir que esos cambios, tanto como la cultura mexicana, expresan de alguna manera las tentativas y tendencias, a veces contradictatorias, de la nación -esto es, de esa parte de México que ha asumido la responsabilidad y el goce de la mexicanidad-. En ese sentido sí se puede decir que la historia de nuestra cultura no es muy diversa a la de nuestro pueblo, aunque esta relación no sea siempre estricta. Y no es estricta ni fatal porque muchas veces la cultura se adelanta a la historia y la profetiza. O deja de expresarla y la traiciona, según se observa en ciertos momentos de la dictadura de Díaz. Por otra parte, la poesía, en virtud de su misma naturaleza y de la naturaleza de su instrumento, las palabras, tiende siempre a la abolición de la historia, no porque la desdeñe sino porque la trasciende. Reducir la poesía a sus significados históricos sería tanto como reducir las palabras del poeta a sus connotaciones lógicas o gramaticales. La poesía se escapa de historia y lenguaje aunque ambos sean su necesario alimento., (Octavio Paz, La “inteligencia” mexicana, «El laberinto de la soledad», 1950).

Είναι στα πρόσωπα μιας παρωδίας που εκτοξεύομαι: Sucia ciudad orgullosa de sus vísceras estropeada de la mujer pubis que se agostó los humores de quién pedirás salvaje el vástago retrocede para que dentro de él saludes al viento nerviosamente dejando letras palabras incoherentes esquizofrénicos asesinos se encuentran con poetas esquizofrénicos en los santuarios de un burdel quirófano de una gran puta que es de repente su madre que lleva puesta ropa vieja de otra fiesta oliendo a libertinaje sangre de un cerdo inmolado podredumbre de una muela del juicio en el funeral del dulce dentista terapeuta todos los gritos que vienen a continuación traen la mandrágora que queda por saborear un nervioso coplero un poco antes del suicidio de su edad de repente mortal el verano brinca hacia el poema y resollando se despierta mujeres que pasan señalan correctamente hacienda saltar por los aires el objetivo en el centro círculo en con círculo la cola del veraneante., (Costas Reúsis, «La irrealidad submarina», 1993-2015, antología bilingüe,  traducción de Mario Domínguez Parra, ediciones de La Isla de Siltolá, Sevilla (España), colección Siltolá Poesía, nº 40, Mayo 2017, p. 97).

-Στους ελληνικούς αρχαίους βασιλικούς όρχεις μου φακελώνω τα λυρικά, αφηγηματικά και άλλα εμετικά σ (τοι) χήματά σας: Κύπριοι ποιητές (που είστε/πού είστε;), Έλλην Αλάσιος ή αλασιωτικός/ισοπεδωτικός (που είμαι/πού είμαι;) ποιητής και -δυστυχώς ή ευτυχώς- δεν πράττουμε την ίδια εργασία ή γλώσσα ελληνική.


Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Οκτώβριος 2017

Σημείωση

Ο Έλλην, ακόμη και ο ελληνόφωνος, αναγνώστης μπορεί να συναντήσει τα δύο ισπανικά αποσπάσματα του κειμένου, μεταφρασμένα, στα εξής βιβλία: α) Οκτάβιο Πας, «Ο λαβύρινθος της μοναξιάς», μτφρ. Ντιάνα Μπόμπολου, επίμετρο Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, «Η μεξικανική “διανόηση”», δεύτερη έκδοση διορθωμένη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, Δεκέμβριος 1995 (πρώτη έκδοση), σσ. 203-204, και β) Κώστας Ρεούσης, «Ο κρατήρας του γέλιου μου», «Τα πρόσωπα μιας παρωδίας», πρώτη έκδοση με παροράματα, εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, Οκτώβριος 2009, σ. 57. 

Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα», στις 28 Οκτωβρίου 2017, με παροράματα. 

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Κριτικές 12




La irrealidad submarina (1993-2015), de Costas Reúsis, en traducción de Mario Domínguez Parra, ha sido publicada por «La Isla de Siltolá». Se trata de una antología de sesenta poemas seleccionados y anotados por su autor, que nació en Atenas en 1970, pero chipriota de origen. Sin título universitario, aunque con estudios (de lenguas extranjeras, por ejemplo), Reúsis ha trabajado en múltiples oficios y ha colaborado en prensa y en revistas. Es el fundador de Facción Irreal Nico©ia, de la sólo él es miembro. Sus poemas están traducidos al italiano y, ahora, al español.
De él ha dicho el poeta chipriota Yorgos Kalosóis que es «salvaje» y añade: «Aquí no hay nada que tenga que ver con el gatito del posmodernismo, que deja que lo acariciemos. Hay algo que tiene que ver con poemas-leopardo que suben con sus presas a las descomunales acacias de la sabana». Por su parte, Mario Domínguez afirma que es un «admirador y practicante él mismo de las vanguardias».
Poesía rigurosa, hermética a rachas, que exige la complicidad del lector. Si persevera, encontrará en ella hallazgos dignos de elogio, como el poema «En las tinieblas»: La mirada se aferra al ocaso / En su color mortal / El cielo de Nicosia / Agoniza y está poseído por / Mi muerte / Que conozco.

Álvaro Valverde (Plasencia, 1959)
 [SOLVITUR  AMBULANDO: blog de  Álvaro Valverde, «Los griegos», 27.07.2017, https://mayora.blogspot.com.es/2017/07/los-griegos.html]


Nota: Este artículo se ha publicado en el número 19 la revista griega «Φρέαρ/Frear».