Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Κριτικές 4


Κώστας Ρεούσης, Ένα τσεκούρι κάθεται, Εκδ. Φαρφουλάς, 2015, σελ. 112

Γιώργος Τριλλίδης: «Εμεωυτόν»

   Μέχρι πρόσφατα πίστευα κι εγώ -όπως όλοι μας άλλωστε- πως ο Κώστας Ρεούσης δεν υπάρχει· πως «Κώστας Ρεούσης» είναι απλώς το nom-de-plume ή, μάλλον -ας όψεται η πολεμοχαρής φύση του-, το nom-de-guerre του Κώστα Παπαθανασίου.
   Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να αλλάζω γνώμη. Νομίζω πως μόνο ο Κώστας Ρεούσης υπάρχει. Νομίζω, δηλαδή, πως ο Κώστας Ρεούσης έχει επινοήσει τον Κώστα Παπαθανασίου, τον Κωνσταντίνο Α. Παπαθανασίου και τον Κωνσταντίνο Α. Ει. Παπαθανασίου (άλφα τελεία έψιλον γιώτα τελεία, δηλαδή «αεί», δηλαδή όχι μόνο «νυν»;). Και σα να μην έφτανε ότι τους επινόησε, έχει αναθέσει σε έκαστο εξ αυτών την επιτέλεση εν μέρει διακριτών πλην εν όλω ζωτικών λειτουργιών, παραδείγματος χάριν την εκπροσώπηση του ποιητή σε πάσης φύσεως αβαρίες ληξιαρχικής τελετουργίας ή, φέρ’ ειπείν, την παρεπιδημία του ποιητή σε χώρους βιοποριστικού εξαναγκασμού ή, ξέρω ’γω, την ιχνηλάτηση διανυκτερευόντων περασμάτων προς το επόμενο ποτήρι Γκίνες. Ή, ακόμα, -όπερ έδει δείξαι- τη μεσίτευση (ή μήπως την πρακτόρευση;) του νοήματος του Κώστα Ρεούση στο ακροατήριό του προκειμένου να επιτευχθεί μια κάποια συνεννόηση ή, έστω, μπας και αποσοβηθεί η ολοσχερής παρανόηση.     
   Θα παρακαλούσα να μη βιαστείτε να αναφωνήσετε: «Ντάξει, δηλαδή, οι ετερώνυμοι του Πεσσόα, απ’ την ανάποδη». Κάτι τέτοιο θα παραήταν απλό, κάτι τέτοιο θα παραήταν αισιόδοξο. Το σχέδιο του Κώστα Ρεούση -διότι περί καλοζυγισμένου σχεδίου πρόκειται, είμαι βέβαιος πια-, είναι πιο σατανικό. Οι ετερώνυμοι του Πεσσόα αναλάμβαναν απλώς -έχουμε, άραγε, ογδόντα χρόνια μετά την αποδημία του, κατακτήσει τέτοια ύψη νεωτερικότητας ώστε το ανδραγάθημα του Πορτογάλου να φαντάζει απλό;- την εξωτερίκευση των μύχιων του συγγραφέα υπό διαφορετικά προσωπεία – πλήρη βιογραφικών στοιχείων και εντυπωσιακών διαπιστεύσεων ομολογουμένως, προσωπείων ωστόσο. Ο φορμαλιστής Ρικάρντο Ρέις. Ο αγροίκος Αλμπέρτο Καέιρο. Και ούτω καθ’ εξής. Ο λογιστής Μπερνάρντο Σοάρες υπεύθυνος, εξάλλου, για το ανυπέρβλητο «Βιβλίο της Ανησυχίας».            
   Όμως οι περσόνες που σκαρφίστηκε ο Ρεούσης, οι διάφοροι Παπαθανασίου, δεν είναι ούτε προσωπεία, ούτε doppelganger, ούτε οι αντ’ αυτού. Έχω την υποψία (έχω και αποχρώσες ενδείξεις) πως είναι εντολοδόχοι που αμόλησε ο ποιητής να ζουν και να υπάρχουν ανάμεσά μας, να συγχρωτίζονται και να συναγελάζονται με εμάς. Αποστολή τους; Η συλλογή και μεταφορά πληροφοριών στον εντολέα τους ώστε ο τελευταίος να καταφέρει να λειτουργήσει ως πράκτορας της εποχής και του βίου του. Διότι πράκτορας χωρίς τσιράκια, πράκτορας δίχως χαφιέδες, τι σόι πράκτορας είναι; 
   Ωραία, λοιπόν. Έχει σχέδιο ο ποιητής, έχει μέθοδο. Έχει ατζέντα. Ωστόσο η ατζέντα του δεν είναι εντελώς κρυφή και, καίτοι πράκτορας, ο Κώστας Ρεούσης δεν είναι ακριβώς μυστικός. Ως ένα βαθμό μυστικιστικός, ερμητικός ενίοτε, αεροστεγής σε σημεία, καμία αντίρρηση. Παρά ταύτα, οι προθέσεις του είναι, τολμώ να πω, διάφανες ή, πάντως, ορατές σε όποιον θέλει να τις δει.
   Εν αντιθέσει με τον άνακτα των Δελφών, ο οποίος «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει», το ποίημα που γράφει ο Ρεούσης εδώ και χρόνια -ας μη γελιόμαστε, ένα ποίημα γράφει εδώ και χρόνια (a propos το ποίημα φέρει τον υπέρτιτλο «εμεωυτόν») απλώς το γράφει με διαφορετικές λέξεις κάθε φορά- το ποίημα, λοιπόν, και λέγει και κρύπτει και σημαίνει. Πρόσφατες εκφάνσεις του:

«Λέγει»: 
  
ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΔΕ ΘΑ ΜΠΕΙΤΕ ΠΟΤΕ

Τα χειρότερά σας λόγια
Ζητώ
Να με στολίζουν
Την ώρα
Που μιλώ.

«Κρύπτει»: 

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ

Έτσι
Προσθαλασσώθηκαν
Κύπρο
Οι άλφα
Πελασγοί.

«Σημαίνει»:

Εδώ αρχίζουν τα ζόρια. Εδώ δεν μπορούμε να ποντάρουμε μόνο στην ικανότητα πρόσληψης ενός εκάστου αναγνώστη. Εδώ χρειαζόμαστε το αυτί μας, εδώ η ακοή πρέπει να συνδράμει την όραση. Οκέι, αλλά ποιος θα βοηθήσει το αυτί; Φρονώ πως χρειαζόμαστε τη φωνή του ίδιου του ποιητή. Διότι ναι μεν το μάτι βλέπει…

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Αναληφθήκανε τρεις
Ληστές
Δεν
Ήταν
Εκατέρωθεν.

, αλλά τι ακούει το αυτί; Τι καταλαβαίνουμε; Πού μπαίνει η παύση; Ποια είναι η συναρμογή του κειμένου; Για να μιλήσουμε πρακτικά: Πώς διάολο διαβάζεται; Έτσι: «Αναληφθήκανε τρεις / Ληστές / Δεν ήταν εκατέρωθεν». Ή μήπως έτσι: «Αναληφθήκανε τρεις / Ληστές δεν ήταν / Εκατέρωθεν»; Ή εντελώς αλλιώς; Η απαγγελία, στην περίπτωση του Ρεούση δεν είναι απαγγελία – δεν είναι περφόρμανς δηλαδή (πιο σωστά, δεν είναι μόνο περφόρμανς), δεν είναι εφέ, δεν είναι συμπλήρωμα. Η απαγγελία είναι αναγγελία άφιξης του νοήματος. Η εκφορά είναι βηματοδότης. Ο ήχος είναι μπούσουλας.   
   Και μια τελευταία σκέψη που θα ήθελα να θέσω προς προβληματισμό. Μολονότι υπερπραγματιστής (της φράξιας της Χώρας, του Παλιού Λιμανιού της Χώρας αν θέλουμε να είμαστε ακριβολόγοι) έχω την εντύπωση πως ο Κώστας Ρεούσης θέλγεται τρομερά από το πραγματικό, πως η καρίνα του ποιητή έχει έρμα (σ)την πραγματικότητα. Τα ποιήματα σφύζουν από οικείες -αν και όχι απαραιτήτως οικειωμένες- αναφορές, από απτές -αν και όχι απολύτως ψηλαφητές- εικόνες. Από τον Πενταδάχτυλο (την οροσειρά με τα στίγματα) ίσαμε την οδό Τεθλασμένης. Από τον Ορφέα μέχρι το Βερεγγάρια.   
   Προσπαθώ να πω: ο Ρεούσης μού φαίνεται πως είναι βαθιά και εξόφθαλμα πολιτικός ποιητής. Αν και υπερπραγματιστής, δεν μοιάζει -προσώρας τουλάχιστον- να έχει διάθεση να πάει να ταμπουρωθεί σε κάποιον εβένινο πύργο παρέα με τον Έκτορα Κακναβάτο (για να θυμηθούμε τον Αρανίτση) ή, ας πούμε, τον Σπύρο Κανιούρα.
   Ο Κώστας Ρεούσης -κι ας μοιάζει να ζει στον κόσμο του, ταραγμένος από έμβρυο-, ζει στην εποχή του, ζει την εποχή του. Μες στα παζάρια του Νότου, δεν διακονεύει το σούρουπο· σουλατσάρει νυχθημερόν και αφήνει ένα τσεκούρι να κάθεται στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας. Πολύ φοβούμαι πως στην (υπερπραγματική ή μη) πράξη, το τσεκούρι κάθεται στο λαιμό όλων μας.   

Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Ρεούση, «Ένα τσεκούρι κάθεται», εκδ. Φαρφουλάς, 2015, στις 2 Μαρτίου του 2016, στη «Φωτοδό», στην παλιά Λευκωσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου