Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 1

Ο Κώστας Ρεούσης (αριστερά) & ο Παύλος Μπαλλίνη (δεξιά) μέσα από το φακό του Χάρη Παναγιώτου, στην μπάρα της «Βαλίτσας»


Παύλος Μπαλλίνη: «Παλαιόθεν η χαρμολύπη»
[Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]

Να συναντιέσαι στην παλιά Λευκωσία μ’ ανθρώπους που πάντα έχουν κάτι να σου πουν, ακόμη και με τη σιωπή, είναι… αντικειμενικά τυχαίο

Λέει ο Οδυσσέας Ελύτης: «Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα, οι μέτριοι από τα αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι. Το εκ του μη όντος ον λογαριάζει.», (Εκ του πλησίον, εκδ. Ίκαρος, 1998, σ. 34). Κάτι ανάλογο ισχύει και για όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους: κάποιοι αναλίσκονται αναμασώντας την επιδερμική επικαιρότητα, άλλοι κλαψουρίζουν ή χαριεντίζονται εξ επαγγέλματος, και μερικοί εντελώς απρόσμενα κι άδολα σου φτιάχνουν ή ακόμη σου χαλάνε την ημέρα/νύχτα εκστομίζοντας… αλήθειες… από το πουθενά που είναι το «εκεί πέρα»!
   Τον Παύλο Μπαλλίνη τον πρωτοσυνάντησα στο καφενείο «Βαλίτσα», που διατηρεί με τη σύντροφό του, Ειρήνη Ανδρέου, στην παλιά Λευκωσία. Είχα ακούσει γι’ αυτόν από γνωστούς και φίλους που περιδιαβαίνουν και συχνάζουν σε, εκτός ρεύματος και άκρατου καταναλωτισμού, ιδιαίτερους χώρους της παλιάς πόλης. Έτσι, τυχαία, άρχισα τον τελευταίο χρόνο να πηγαίνω συχνά στον καφενέ του, να αράζω με τις ώρες, κι από νωρίς, και να καταναλώνω καφάσια μπίρες που συνήθως μ’ οδηγούν σ’ ένα παραλήρημα, τολμώ να πω, ποιητικού λόγου… που ώρες-ώρες σταματημό δεν έχει, κι ας μην αντιλαμβάνονται οι θαμώνες -τις πλείστες των περιπτώσεων- τι στον εξαποδό… ξεστομίζω.
   Ας μη φανεί περίεργο, που επιλέγω στους «Πολιτισμικούς Μετεωρίτες» αυτής της Κυριακής να αναφερθώ σ’ έναν άνθρωπο με πολλαπλές ιδιότητες ή στον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες», για να θυμηθούμε και τον Ρόμπερτ Μούζιλ. Ο Άνθρωπος είναι Πολιτισμός και ο Πολιτισμός Άνθρωπος. Βέβαια, κάτι τέτοιο για να το εμπεδώσεις πρέπει να έχεις πάει πολύ μακριά ή πολύ κοντά με πάντα τον κίνδυνο της μη επιστροφής ή αυτόν του εξοβελισμού από τις συμβατικές διαπροσωπικές κι άσχετες σχέσεις-επαφές.

Σε μία άλλη άλωση  
Ο Παύλος Μπαλλίνη γεννήθηκε στις 11 Μαΐου του 1962, στην Κωνσταντινούπολη, «σε μία άλλη άλωση» όπως χαρακτηριστικά μου ανέφερε, από γονείς Ρωμιούς της Πόλης. Λόγω λανθασμένων χειρισμών του Πατριαρχείου, και μια που ήταν χριστιανός καθολικός το δόγμα, φοιτά σε τουρκικό δημοτικό σχολείο –κάτι που του έδωσε τη δυνατότητα να μάθει την τουρκική γλώσσα και να λάβει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση μακριά από εθνικιστικούς-θρησκευτικούς φανατισμούς. Τον Αύγουστο του 1973 η οικογένειά του «μεταναστεύει» στην Αθήνα. «Ξένος» σε μία μεταπολιτευτική, «άρρωστη», Ελλάδα αρχίζει να εργάζεται σκληρά στην οικοδομή και να μαθητεύει σε νυχτερινό, τότε εξατάξιο, γυμνάσιο. Μεταξύ 1982-1984 υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στο σώμα Τεθωρακισμένων του Ελληνικού Στρατού. Μετά την απόλυσή του, και μέχρι το 1990, εργάζεται στο εστιατόριο του πατέρα του στο Παλαιό Φάληρο, όπου προσφέρει αυθεντική πολίτικη κουζίνα.
   Το σαράκι της υποκριτικής τέχνης τον οδηγεί στην περίφημη «Δραματική Σχολή Βασίλη Διαμαντόπουλου», όπου την παρακολουθεί με επιτυχία από το 1990 έως το 1994. Από το 1994 έως το 1996 συμμετέχει στις δραστηριότητες της θεατρικής ομάδας «Σφαίρα», στην Αθήνα. Το 1996 τον βρίσκει παντρεμένο, έχοντας αποκτήσει και τον πρώτο του γιο, στην Κύπρο. Δεύτερη φορά στη ζωή του «ξένος», δραστηριοποιείται στο χώρο των πολιτιστικών εκδηλώσεων (ανάμεσα σε άλλες δουλειές), και καταφέρνει να εργαστεί και ως ραδιοφωνικός παραγωγός στο σταθμό «Άστρα». Το 1999 ανοίγει το «Καφωδείο» στην οδό Ονασαγόρου στην παλιά Λευκωσία, όταν ακόμη δεν την είχαν ανακαλύψει οι, ας μην τους χαρακτηρίσω, κάτοικοι της «πρωτευούσης» τούτης. Το «Καφωδείο» υπήρξε κυλικείο-εντευκτήριο, με την παλιά έννοια, διοργανώνοντας ανελλιπώς πολιτιστικές εκδηλώσεις που αφορούσαν στο θέατρο, στη μουσική, και πάνω απ’ όλα στην ποίηση. Το 2001, ίσως απογοητευμένος, επιστρέφει στην Ελλάδα ενώ έχει αποκτήσει και τον δεύτερο γιο του… τρίτη φορά «ξένος» στην Αθήνα. Ξεκινάει την πορεία του στο χώρο του βιβλίου, εργαζόμενος αρχικά στο, πάλαι ποτέ, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου συμβάλλοντας στο «Έτος Εμπειρίκου» με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Έλληνος Υπερρεαλιστή Ποιητή. Εν συνεχεία εργάζεται για ένα φεγγάρι στις εκδόσεις «Καλειδοσκόπιο», και τον Οκτώβριο του 2003 προσλαμβάνεται από τις σημαντικές εκδόσεις «Οδυσσέας».
   Παράλληλα δημιουργεί το θεατρικό εργαστήρι, «Αδρανώς εν κινήσει»-αντάρτικο πολιτισμού, στην οδό Ασκληπιού στο κέντρο της Αθήνας, εκεί ανάμεσα στα βιβλιοπωλεία και στους εκδοτικούς οίκους. Με motto του εργαστηρίου, όπως μου ανέφερε, τη/τους ρήση/στίχους του Β. Μέγερχολντ… γιατί ο ηθοποιός: «… δημιουργεί μέσα στη μοναξιά/φλέγεται ενώπιων όλων/κι έπειτα πίσω στο κελί του!...», καταφέρνει να το κρατήσει ζωντανό προσφέροντας τις θεατρικές και όχι μόνο γνώσεις του έως το 2006. Το 2011 παραιτείται από τις εκδόσεις «Οδυσσέας», φροντίζει τις εκκρεμότητές του, κι επιστρέφει στο νησί το 2013… τέταρτη φορά «ξένος». Το 2014 ανοίγει, όπως ανέφερα παραπάνω, με τη σύντροφό του Ειρήνη Ανδρέου, το καφενείο «Βαλίτσα», που διατηρεί έως σήμερα.

Ένας τζουράς παραπονιάρης
Όταν πρωτομπήκα στον καφενέ του τον είδα να γρατζουνάει έναν τζουρά, προσπαθώντας να βρει τους δρόμους ή τα μακάμια… της καθημερινότητας… εκτός ρουτίνας ή μίζερης επανάληψης ημερών και νυχτών.
   Σταδιακά μιλήσαμε/μιλάμε για το χώρο του βιβλίου, για το θέατρο (στο θέμα αυτό τον ακούω πολύ προσεκτικά), για την ποίηση (στο θέμα αυτό με ακούει, θέλω να πιστεύω, αυτός πολύ προσεκτικά), για την πολιτική (διότι ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον, κι ας το έχουμε ξεχάσει ως κοινωνία διαστρεβλώνοντας τον αριστοτελικό κανόνα), για τον πολιτισμό εν γένει. Μη παραλείποντας και τα παράπονά μας (που δεν γίνονται ποτέ κακέκτυπα αισθημάτων), για τους καημούς μας (που δεν μετατρέπονται ποτέ σε μελοδράματα) εκστομίζοντας ο ένας στον άλλο και ξαφνικά, στροφές επί στροφών ποιημάτων και υπέροχους μονολόγους θεατρικών έργων.
   Έτσι βιώνεις την πόλη, έτσι μετέχεις στο ανθρώπινο, έτσι συγκρούεσαι και φιλιώνεις ή όχι με την ύπαρξή σου, έτσι σπουδάζεις τη ζωή, έτσι γιατί: «η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:/η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε/να πεθάνουμε», (Νίκος Εγγονόπουλος, «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο ντε λα Φουέντε», Εν Ανθηρώ Ελλήνι Λόγω, 1957). 
 

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 22 Μαΐου 2016, σελ. 4.
    


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου