Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Ποιήματα 3

La careta que cae, Federico del Sagrado Corazón de Jesús García Lorca (1898-1936)

Η επικόλληση της αυτόματης γραφής

τα λεπιδόπτερα εκκινούν από την Ιουράσιο περίοδο σε ουρανούς σφαιρικούς ατμούς αναπνέουν ήχους πλασματοφαγικούς και αντηχούν την κάθοδο των υπερσμηναγών λευκών χαοτικών νερολεόντων εκριζώνοντας λάλουσες θηλυκές πολυλογίστρες τις δήθεν αύρες τοφαλικών ανέντιμων αιδοιοπισθιωνπέη τεμαχίζουν οι εξωμότες ένα ακαριαίο ποίημα η κατάρα σφάκελος είναι υπερσυντέλικος τετελεσμένου μέλλοντος πάγια διαταγή ή νέκρωση καταρκυθμεύω ευφθείροντας θνητών λανθάνουσες αναπνοές άοκνη αιχμή βάλλω προς εταίρας θάνατο δασύ διαπομπεύω αλάλα βδελυρό γύναιο χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας τον ύπνο ράζοντας ταρά σελήνης πάνυ καλό ανάκρουσμα κριτών οι Ώρες αδυσώπητες αρχέγονου βάρδου κάλεσμα λαβυρινθώδες έναυσμα της εκατόμβης ως Ενδυμίων ή ως Ελπήνωρ σκελετός ατέρμονος πλους κωπηλατών αρχαιοπτέρυγων καταβάσεως εύδρομος όρθρος μια διαπίστωση στα μονοπάτια του άδολου έρωτα ή η εκσπερμάτωση του ρευστού στιχοπλόκου στα πλοκάμια της εύφορης μήτρας που πραγματικά δεν υπάρχει και δολοφονήθηκε ερχοτευμευμένος ή ερχωτευμευμενός χάσκει ο άνθρωπος καθώς ένα μουνί μελαχρινό σ’ ένα παλιό μου ποίημα το ρήμα χαζεύω μου επιτρέπει να γνωρίζω καλά έναν Έλληνα εμποροράφτη του περασμένου αιώνα η πόλη που βλέπω κατοικείται από αποδημητικούς Ασιάτες η ζωή ως τα τώρα ζεύεται ακατάπαυστα τα χειρόγραφα της αλγηδόνος εκείνης νύχτας έτσι κινήθηκε όπως ανάβει το τσιγάρο ο χαρμάνης ρουφώντας μ’ ορμή ό,τι αργότερα ξερνά η αηδία ως το οκτώ μετρά και μετρά εκ νέου ποιος το Τέρας σκέφτεται ποιος η Αγάπη μίσησε Έρωτα που σου πρέπει φαινομενικά νεκρή άκαρδη αλληγορικά μεταφορικά σαβανωμένη αγαπημένη ειλικρινά έστω καρατομημένη υπερπραγματικά τροχοφόρα διασταυρώνονται την υπομονή μίας αγέλης γαϊδουριών χαράζοντας μία συγκεκριμένη ψυχογεωγραφία η αινιγματική απέναντι οδός εμφανίζεται όπως εξαφανίζεται ο οδοκαθαριστής μάταια προσπαθεί να γεωμετρήσει μια κερδοφόρα περιορισμένης ευθύνης χρωματιστή γραμμή ο Σκυβαλόφωνος Πολιτισμός ξεδιπλώνεται καλειδοσκοπικά σε καταφύγιο ή πυριτιδαποθήκη οι αναμνήσεις μετατρέπονται σε μνήμες του τώρα διατηρώντας τον άθραυστο εύθραυστο προορισμό τους λήθη ή έκρηξη τα έργα παράλληλα τέμνονται μία ευγενική άναρχη σύγκρουση διαιρείται σε εικόνες που μεταναστεύουν αφαιρείται σε εγκλωβισμένα αλλοπρόσαλλα μικροκείμενα που απαγγέλλουν τα βαρέλια εάν νομίζετε ότι είστε πολύ μικροί για να μπορέσετε να τους εμποδίσετε μάλλον δεν έχετε κοιμηθεί στο ίδιο δωμάτιο μ’ ένα κουνούπι

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, «Κλήδονας», τχ. 6, Μάιος 2015.

1 σχόλιο:

  1. Αιματορουφήχτρας κώνωψ
    Μα επικινδυνότερος όλων
    Ο αιματορουφήχτρας άνθρωπος…

    ΑπάντησηΔιαγραφή