Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Car je est un autre: Τάσος Κόρφης

Ο ποιητής, διηγηματογράφος, μεταφραστής, μελετητής της ελληνικής λογοτεχνίας και εκδότης Τάσος Κόρφης (Αντιναύαρχος Πολεμικού Ναυτικού & επίτιμος Αρχηγός του Στόλου, Αναστάσιος Ρομποτής, Κέρκυρα 1929-Αθήνα 1994)


Της Νύχτας


Δεν ξέρω
Αν πρέπει ν’ ακολουθήσω
Εκείνο τον ακαθόριστο δρόμο,
Που δεν είναι αδιέξοδο, ούτε δημοσιά,
Αλλά ένα υγρό μονοπάτι,
Που σέρνεται από γκρεμό σε γκρεμό,
Τυλίγοντας τα περασμένα σαν βρόχος.
Υπάρχουν εκεί
Δάχτυλα που αλλάζουν επιδέσμους σε πληγές,
Το ύπουλο σφύριγμα του τραίνου σαν του φιδιού,
Ο χειμώνας με τα κλεισμένα σπίτια, οι βόγκοι
Των πληγωμένων.

Είναι όμορφη πόλη τα Χανιά, έστω και τα Χανιά,
Όταν ακούς τα τραγούδια των ναυτών που γυρίζουν από την έξοδο
Και είσαι μόνος, ολομόναχος όχι, αλλά
Κοντά στους ανθρώπους, στη διάχυση.
Μπορείς ν’ αγρυπνήσεις, να ζήσεις τη νύχτα.
Το φως και το ημίφως που μπερδεύονται, η σκιά
Που ενώνει τα βήματα, η θύελλα
Που μαστιγώνει τα δέντρα, η ταλάντευση
Στον αναπόφευκτο ιστό της αράχνης.


Τάσος Κόρφης, «Εγκώμια», εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα, Οκτώβριος 1993, σελίδα 32.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Car je est un autre: Κώστας Καρυωτάκης

Κ. Γ. Καρυωτάκης
[30 Οκτωβρίου 1896-21 Ιουλίου 1928]


Μαρμαρωμένε Βασιλιᾶ


Καὶ ρίχτηκε μὲ τ᾿ ἄτι του μὲς στῶν ἐχθρῶν τὰ πλήθια,
τὸ πύρινο τὸ βλέμμα του σκορποῦσε τὴν τρομάρα,
καὶ τὸ σπαθί του τὴ θανή. Στὰ χάλκινά του στήθια,
ἐξέσπασε ἡ ὄργητα σὲ βροντερὴ κατάρα.

Ἐθόλωσαν τὰ μάτια του. Τ᾿ ἁγνὸ τὸ μέτωπό του,
θαρρεῖς ὁ φωτοστέφανος τῆς Δόξας τ᾿ ἀγκαλιάζει.
Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Θρηνῆστε τὸ χαμό του.
Μά, μή! Σὲ τέτοιο θάνατο ὁ θρῆνος δὲν ταιριάζει.

Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Κυλίστηκε στὸ χῶμα,
ἕνας Τιτᾶν π᾿ ἀκόμα χτὲς ἐστόλιζ᾿ ἕνα θρόνο,
κι ἐσφάλισε - ὀϊμένανε! - γιὰ πάντ᾿ αὐτὸ τὸ στόμα,
ποὺ κάθε πίκρα ρούφαγε κι ἔχυν᾿ ἐλπίδες μόνο.

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολὺ δὲ θὰ προσμένεις.
Ἕνα πρωὶ ἀπ᾿ τὰ νερὰ τοῦ Βόσπορου κεῖ πέρα
θὲ νὰ προβάλει λαμπερός, μιᾶς Λευτεριᾶς χαμένης,
ὁ ἀσημένιος ἥλιος. Ὤ, δοξασμένη μέρα!



Κωνσταντῖνος Γ. Καρυωτάκης, «Ἐφηβικοί Στίχοι, 1913-1916»

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Κριτικές 11



Ιδού και ο πιθανότερα πιο ανάδελφος ανάμεσα στους συνομήλικους μ’ αυτόν ποιητές. Ο Κώστας Ρεούσης (γεν. 1970) είναι ασυγκρίτως πιο κοντά στη γραμμή του ορθόδοξου υπερρεαλισμού. Έχοντας αποδιαρθρώσει τη λογική αλληλουχία της ποιητικής έκφρασης ή, πάντως, έχοντας τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός λόγου όπου συμφύρονται εικόνες μιας άκρως ελλειπτικής αφήγησης, σαν σε κατάσταση παραληρήματος. Ωστόσο, αξίζει να προσεχτεί η εσωτερική, ηχητική αρμονία των λέξεων οι οποίες συνδυάζονται με ευφάνταστο τρόπο.   

Από την εισαγωγή του Αλέξη Ζήρα στην έκδοση του βιβλίου που απεικονίζεται σε αυτή την ανάρτηση, σελίδα 21.

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Ποιήματα 41


ΜΟΝΟ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ


Τσακιρισμένος ένα πρωινό
Μες στο νεκροταφείο των εχθρών
Μπήκα στον τάφο τους νεκρός

Συντρίβοντας την πίστη των
Προτεσταντών κι άλλων
Πολλών αιρετικών

Μ’ έναν κασμά δίχως καρπό
Και με το κόκαλο το ελληνικό
Σκότωσα εκ νέου έναν λοχαγό


Λευκωσία, Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017



Από την ανέκδοτη και σε εξέλιξη, ποιητική συλλογή, του Κώστα Ρεούση, «Ξεκούρδιστος Λυγμός» [άχαροι στίχοι].

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Car je est un autre: Mario Domínguez Parra

Ο μεταφραστής, δοκιμιογράφος και ποιητής, Mario Domínguez Parra (Alicante, España, 6 de Mayo de 1972)


X
Al pie de la Acrópolis


Porcentaje de signos
y clave en el viento
           macizo,
mensaje parentético
del anatema
Me sojuzga un
rellano de disputas
entronizadas
una vez la maleza
despoja de grúas
la cuenta atrás
de tus párpados.
Y soy joven
como el agua que respire
entre las rocas
y rompe sus pulmones
para estirarse
sobre los estandartes
Sin estertor
de espuma mural
El sol lacrado
en tu vientre
en un cromatismo
primitivo y lactante
Hachazo a las
minuciosas baldosas
de los mapas
las escalan
se encarnizan
en el devenir
fluyente
2-6-98

Mario Domínguez Parra, «Apolonía», ediciones Idea, Santa Cruz de Tenerife y Las Palmas de Gran Canaria, España, 2006, páginas 51-52.

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 60

Το εξώφυλλο του άλμπουμ


Στέλλα Ν. Χρίστου
«Η ΝΙ·ΚΟ προσγειώνεται»

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Την περασμένη Κυριακή, 8 Μαΐου, είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε στην κατάμεστη «Αίθουσα Μελίνα Μερκούρη», στην παλιά Λευκωσία, τη συναυλία-παρουσίαση του πρώτου προσωπικού δίσκου της καλής συνθέτριας

Με τη Στέλλα Χρίστου συνομιλήσαμε μέσα από αυτήν τη στήλη (Ηδύφωνο #38, 20.12.2015), λίγο πριν «απογειωθεί» για την Αθήνα με σκοπό την ηχογράφηση του πρώτου της δίσκου, «ΝΙ·ΚΟ».  Έτσι μετά από το διάστημα που μεσολάβησε των ηχογραφήσεων, της επεξεργασίας του ήχου κι όλων αυτών των εργασιών που απαιτούνται για να έχουμε στα χέρια μας έναν άξιο λόγου δίσκο ακτίνας, η συνθέτρια, μαζί με τους συνεργάτες της μουσικούς κι όλους τους ανθρώπους που τη βοήθησαν, έδωσε μία καθόλα συγκινητική συναυλία, εκτελώντας όλα τα τραγούδια του δίσκου, μπροστά σ’ ένα θερμό κοινό.

Η συναυλία
Η ηλεκτροακουστική συναυλία του κύκλου τραγουδιών «ΝΙ•ΚΟ» σε στίχους, μουσική,  και ενορχήστρωση της Κύπριας συνθέτριας Στέλλας Ν. Χρίστου εντάσσεται στις δράσεις του πολιτιστικού οργανισμού «Φανερωμένης 70», με τίτλο «Αστικές Λεπτομέρειες». Μετά από μήνες προετοιμασιών, ηχογραφήσεων, προβών και αγωνιών η συνθέτρια παρουσίασε τον πρώτο της ολοκληρωμένο δίσκο ακτίνας. Συμμετείχαν οι μουσικοί: Μόρφω Παπαδημητρίου (βιολί), Παύλος Μιχαηλίδης (βιολί), Χάρης Παζαρούλας (κοντραμπάσο), Δημήτρης Γιασεμίδης (φλάουτο & τρομπόνι), Κώστας Τζέκος (κλαρινέτο), Guido De Flavis (βαρύτονο σαξόφωνο), Ευάγγελος Χριστοδούλου (φαγκότο), Άντρια Νικοδήμου (κρουστά), Θοδωρής Βαζάκας (κρουστά), Γιάννης Αναστασάκης (ηλεκτρονικά αναλογικά), Αντώνης Αντωνίου (ηλεκτρονικά ψηφιακά), Έλλη Αλωνεύτου (φωνή), Τώνια Ράλλη (φωνή), Στέλλα Ν. Χρίστου (κιθάρα & φωνή) και το σύνολο διεύθυνε ο μαέστρος Στάθης Σούλης.
   Φανερά συγκινημένη η συνθέτρια, και με μία ταπεινότητα που αγγίζει τα όρια της καλώς νοούμενης υπερβολής, καλωσόρισε το κοινό, ευχαρίστησε όλους όσοι τη βοήθησαν στην πραγματοποίηση όχι μόνο του δίσκου αλλά και της συναυλίας, εκθείασε τη συμβολή και την υπομονή του Σύμη Σουκιούρογλου και με την καθοδήγηση του μαέστρου αρχίνησε το μελωδικό ταξίδι στις ατραπούς των συνθέσεών της.
   Είχα την τιμή να μου εμπιστευτεί πριν εβδομάδες την ακρόαση ολόκληρου του δίσκου της, πριν αυτός κυκλοφορήσει. Κι είχα την ευκαιρία να τον «συλλάβω» μέσα από ακουστικά εκεί ακριβώς που τον εμπνεύστηκε, στο καφενείο «Καλά Καθούμενα» όπου εργάζεται ως σερβιτόρα. Η συνοχή του κύκλου τραγουδιών της με εντυπωσίασε, το πέρασμα απ’ το ένα κομμάτι στο άλλο συνέβαινε απρόσκοπτα κι απαλά με μια ηδύτητα που μόνο οι ψυχές των παιδιών μπορούν να σου προσφέρουν. Ύστερα απ’ αυτό περίμενα, συμμεριζόμενος χωρίς να το αντιλαμβάνεται την αγωνία της, τη συναυλία της με μια κρυφή πεποίθηση πως όλα θα κυλούσαν κατ’ ευχή.
   Πράγματι, η ζωντανή εκτέλεση απογείωσε και τις συνθέσεις της και την ίδια. Με την αρμονική-άκρως επαγγελματική συμβολή μουσικών και μαέστρου, με τον άψογα συντονισμένο σχεδιασμό ήχου, με το ακριβές και ελάχιστο του φωτισμού η Στέλλα Χρίστου έδωσε την ψυχή της μέσα από τις εκτελέσεις των τραγουδιών της προσφέροντάς μας μία ειλικρινέστατη έκθεση του εαυτού της, χωρίς ίχνος πόζας ή θεατρινισμού (όπως βιάστηκαν κάποιοι να πουν μετά το τέλος της συναυλίας, που δεν γνωρίζουν ούτε από μουσική ούτε από το τι μπορεί να είναι ένας καλλιτέχνης, πιστοί στη συνήθεια του γνωστού κυπριακού πικρόχολου κοινωνικού σχολιασμού).
   Πότε η φωνή της ενός κοριτσιού π’ ανοίγει τα μάτια του στη φαντασία και το θαύμα του κόσμου, πότε η φωνή της μίας γυναίκας αυστηρής, επιθετικά ή αμυντικά υπερασπιζόμενης την ύπαρξή της έναντι της ασχήμιας που μας περιβάλει, πότε η φωνή μίας καλής ερμηνεύτριας που πιστεύει το στίχο και τον ήχο που χάραξε με το αίμα της ψυχής της. Οι κινήσεις της αέρινες, όχι σαν αυτές μιας ανεράδας, αλλά σαν αυτές ενός αποδημητικού ή όχι ευθυτενούς πουλιού όπου αποζητά μονάχα την ελευθερία του φτερουγίσματος και τη δροσιά μίας πηγής από τον κάματο της πτήσης στους αιθέρες, χωρίς ποτέ να μην ξεχνά πως κάποιος, ίσως, κυνηγός παραμονεύει τον/την κατάρρευσή του/της.        

«ΝΙ•ΚΟ» 
Ο δίσκος αποτελείται από 14 κομμάτια που διανύουν μία κυκλική πορεία, προς τα εμπρός και προς τα πίσω. Μπορεί κανείς να τα ακούσει απ’ την αρχή, απ’ το τέλος ή κι ανάκατα, χωρίς ο κύκλος που σχηματίζουν -τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά- να διασπάται. Ηχητικά κολάζ παρεμβαίνουν στις πρωτότυπες συνθέσεις της Χρίστου, γνώριμες φωνές της παλιάς πόλης (όπως αυτή του Σύριου-Κύπριου ζωγράφου Ahmad Adi Atassi), φωνές μικρών παιδιών, ήχοι από λανθάνοντα ή όχι αστικά τοπία, κραυγές ή οιμωγές δένουν ευφάνταστα με τους λαρυγγισμούς/φωνές της συνθέτριας, της Έλλης Αλωνεύτου, της Τζένης Καπάδαη και της Τώνιας Ράλλη.
   Οι τίτλοι των τραγουδιών φλερτάρουν δημιουργικά με τους πειραματισμούς των ντανταϊστών, των υπερρεαλιστών και των λετριστών, αφήνοντας διαστήματα ανάμεσα στις συλλαβές και χρησιμοποιώντας γράμματα, αριθμούς κι ανορθογραφίες που συνάδουν με την τραγουδιστική εκφορά τους: «η χολυ Μάμι», «ΝΙ.ΚΟ», «οτμμ», «αγέ ρα-αγέ ρα», «οι κρυ μμ ένοι», «Ψέ μμα-τά», «Συν νεφιά», «Γνώριμα Παλαιά Ψάρια», «1+3», «Μο νο S.», «Έλενα», «καντήλι», «πα ρά θυ ρο» και «2 πεταλλάκια Παπαρούνας». Αναζητήστε το δίσκο, ακούστε τον προσεκτικά, αφήστε να σας συνεπάρει η ώριμη παιδικότητα της συνθέτριας κι αποδεχτείτε, επιτέλους, τέτοιου είδους προσπάθειες που σαφέστατα λοξοδρομούν από τις μουσικές νόρμες που έχουνε συνηθίσει, αβρόχοις ποσίν, τ’ αυτιά σας.
   Και κάτι τελευταίο: Ο αυτοσχεδιασμός στην είσοδο του τελευταίου κομματιού από την Άντρια Νικοδήμου στο βιμπράφωνο και τον Αντώνη Αντωνίου στα ψηφιακά ηλεκτρονικά είναι, τουλάχιστον, εμπνευσμένος και στη ζωντανή του εκτέλεση ολοκλήρωσε τη συναυλία με τον πλέον χαρμόσυνο και σιωπηλό ομιλούντα τρόπο.     

Βιογραφικό σημείωμα
Η Στέλλα Ν. Χρίστου γεννήθηκε το 1979 στο χωριό Ασκάς της Κύπρου. Γράφει μουσική από τα παιδικά της χρόνια, ημερολογιακά σχεδόν ή και αναστοχαστικά. Είναι απόφοιτος του τμήματος Μουσικών Σπουδών του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με κατεύθυνση την Ανθρωπολογία της Μουσικής. Έκανε επίσης σπουδές στο πιάνο, στο κλασικό τραγούδι και στα ανώτερα θεωρητικά της Μουσικής. Την απασχολεί έντονα ο σχεδιασμός και η δημιουργία ανοιχτών μορφών έκφρασης μέσω της σύνθεσης ήχου και λόγου. Συνέθεσε, επίσης, μουσική για ταινίες εμψύχωσης και βίντεο-τέχνης μικρού μήκους, για θέατρο και χορό.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 15 Μαΐου 2016, σ. 4.

Περιθωριακά 60

Το εξώφυλλο ενός σπάνιου βιβλίου

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
«Οι θρυλικές συνυφάδες ή που ’σαι θείε Κάρολε»

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Πίσω στην Αθήνα του 1981, μια πειραματική έκδοση σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, κυκλοφορεί «συνωμοτικά» μεταξύ φίλων και φυσικά εκτός εμπορίου, πράξη που τουλάχιστον τότε χάλαγε τη χρησιμοθηρική πιάτσα

Λίγο πριν μας αφήσει ο 20ός αιώνας, σ’ ένα κλασικό δυάρι στην περιοχή της πλατείας Αμερικής, εκεί χαμηλά κάπου στην Κνωσού κοντά στο ζαχαροπλαστείο «Σαράι» με τα πλέον εύγεστα προφιτερόλ της πόλης, στη βιβλιοθήκη του μέγιστα «ανισόρροπου» φίλου Θ.Δ., ανακαλύπτω το βιβλιαράκι του τίτλου του ταπεινού τούτου κειμένου. Ο φίλος, πρώτος ξάδερφος του Θάνου Σταθόπουλου (ενός εκ των τριών «σωματοφυλάκων» του μεγάλου Νίκου Δ. Καρούζου -οι άλλοι δύο, γνωστό στο πανελλήνιο, ήταν ο συγγραφέας που μας απασχολεί εδώ και ο Γιώργος Κακουλίδης) απ’ τον οποίο του είχε προσφερθεί, χωρίς δεύτερη κουβέντα μου το χάρισε με την προτροπή της αναδίφησης σ’ αυτό σε χρόνο άδηλο.
   Έτσι, δεκαπέντε χρόνια μετά την απόκτηση του πολύτιμου αυτού βιβλίου και τριάντα τέσσερα μετά την κυκλοφορία του, μία ανάγκη χαιρετισμού (κατά το «χαιρέτωσαν») στο πρόσωπο του συγγραφέα του -που ειρήσθω εν παρόδω κατοικοεδρεύει στο «Ηδύφωνο» με τη στήλη «Καντράν» δύο σελίδες παρακάτω- με ωθεί να μιλήσω με το ελάχιστο που μου αναλογεί.
   Μία πρωτοποριακή, εάν όχι επαναστατική, «φωτοβολίδα» σκάει λοιπόν στην Αθήνα των αρχών του ’80. Στην Αθήνα του «ζιβάγκο» και της «κλαδικής», ο εικοσάχρονος Γ.-Ι. Μπαμπασάκης προερχόμενος από το Βόλο αρχίζει να αλώνει και να αλώνεται τις/στις μέρες και τις/στις νύχτες του αθηναϊκού κέντρου παρέα με τους όμορφους/όμορφες φίλους/φίλες του. Επιλέγοντας την πλέον ρηξικέλευθη χρήση του μονοτονικού συστήματος (εισήχθη στην ελληνική παιδεία με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1981) όπου, ανάμεσα σε άλλους κανόνες, οι λέξεις που τονίζονται στη λήγουσα δεν παίρνουν τονικό σημάδι, ο Μπαμπασάκης εκθέτει απροκάλυπτα όλα τα στοιχεία που θα αποτελέσουν τη συγγραφική βάση του, με τη γλώσσα να κινείται απρόσκοπτα μεταξύ δημοτικής, καθαρεύουσας και ευφάνταστων νεολογισμών.
   Στο συγγραφικό σινάφι σήμερα, ο νεαρός τότε συγγραφέας, είναι απλά ο «Ίκαρος», κι όταν μιλάμε γι’ αυτόν (φορές εκθειάζοντας, φορές καταβαραθρώνοντας, φορές ανυψώνοντας, φορές χλευάζοντας -προσωπικά αυτό το «λαϊκή ελίτ» που, σαν το «Κύριε ελέησον… ο παπάς πίνει καρνέισιον», κοπανάει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, ποτέ δεν το συμμερίστηκα-, φορές υπερβάλλοντας αβανταδόρικα και τα λοιπά) αναγνωρίζουμε την αγάπη που τρέφουμε για και με την αφεντιά του… ακόμη κι όταν (ποτέ πισώπλατα) του σέρνουμε τα εξ αμάξης.
   Για το ντοκουμέντο, λοιπόν, της υποθέσεως (που ανεξιχνίαστη, είθε Θεέ μου, να μείνει) παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο, το εξώφυλλο και μία φωτογραφία-κολάζ του νεαρότατου τότε Ίκαρου που υπάρχει στις σελίδες του. Διατηρώ τη στίξη, τον τονισμό και την ορθογραφία του πρωτοτύπου:

   «Ο συγγραφευς αφοσιώνεται πλέον ανενόχλητος και απερίσπαστος στο έργο του. Κατά καιρους εξοντώνει τους θρασεις, περίεργους κι ενοχλητικους οι οποίοι κωλύουν την δημιουργία του. Τέρμα στην οποιαδήποτε ατασθαλία. Θα παταχθει κάθε έντομο. Έξω οι μυιγές απο το γάλα. Εργασία και χαρα. Και πολλες συνεντεύξεις.
-Τι έχετε να μας πείτε για το νέο σας έργο;
-Τιτλοφορείται «ΟΙ ΘΡΥΛΙΚΕΣ ΣΥΝΥΦΑΔΕΣ Ή ΠΟΥ ’ΣΑΙ ΘΕΙΕ ΚΑΡΟΛΕ» όπως ίσως γνωρίζετε. Πρόκειται για μια συρραφη καταστάσεων, γεγονότων, περιπτώσεων, απόψεων και κειμένων απαλλοτριωμένων απο γραπτα σοφων και μη ανθρώπων.
-Πιστεύετε ότι θα συνταράξει και θα συγκλονίσει το πανελλήνιον;
-Οπωσδήποτε ναι! Και το παγκόσμιον! Διάσημοι κύριοι, δεν επιτρέπω στον εαυτο μου να προβει στην αποκάλυψη των ονομάτων τους, με ενεθάρρυναν και μου διαβεβαίωσαν την ευαρέσκειά τους…
-Φημολογείται ότι συναντήσατε κάποιες δυσκολίες με τους ήρωές σας!...
-Ομολογω πως ναι. Πλην όμως δεν είταν παρα οργανωμένο σαμποταζ, προβοκάτσια, απο πανικοβλημένους συναδέλφους συγγραφεις.
-Πανικοβλημένους;…
-Μάλιστα. Το ζωηρον φως της μυθιστορίας ετύφλωνε τους ποταπους αυτους κυρίους. Το αφαντάστου ωραιότητος αυτο έργον μου οριστικοποιει την εκμηδένισή τους. Ο πανικος της εν λογω εκμηδενίσεως τους ωδήγησεν στην αποτρόπαια όσο και σπασμωδικη ενέργεια του σαμποταζ, ελπίζοντες την καταστροφην της μυθιστορίας. Ηγνόησαν όμως τους αστάθμητους παράγοντες και υπετίμησαν την Κλαουζεβιτσικην παιδείαν μου. Εξ άλλου δεν έλαβον υπόψιν τους το σημαντικο γεγονος ότι η μυθιστορία είναι «αυτοκαταστρεφόμενη».
-Τι εννοείτε «αυτοκαταστρεφόμενη»;
-Εμελέτησα επι έτη πολλα την τέχνην του λόγου. Φρονω, εν ολίγοις, ότι η λογοτεχνία εδέχθη πλήγματα θανατηφόρα κυρίως απο το κατηραμένο έκτρωμα του Dada. Έκτοτε πάσα απόπειρα λογοτεχνικη ναυαγει αμετακλήτως. Εγω επιθυμώντας να εκφράσω πιστότερα το λυπηρον αυτο γεγονος απεφάσισα να δημιουργήσω ένα «αυτοκαταστρεφόμενο» έργο. Πάντως, εν γένει, δεν διακρίνω ουδεμίαν ευοίωνον προοπτικην. Γεγονος όμως το οποίον ουδόλως με πτοει. Άλλωστε υπάρχουν και άλλες πολλες ενδιαφέρουσες ασχολίες.
-Όπως;;
-Όπως η κηπουρικη, η βαλλιστικη, η ξιφασκία, το ποδόσφαιρο, το video, ο έρως, η ρουλέττα…
-Ειρωνεύεσθε ασφαλως.
-Ομολογω πως όχι. Καθόλου μάλιστα. Όσον αφορα εσας τους δημοσιογράφους πιστεύω ότι είστε ο απόπατος του αποπάτου.
   Η συνέντευξη διακόπτεται βιαίως. Ο συγγραφευς με άψογα κεφαλοκλειδώματα καταφέρνει να ακινητοποιήσει τον δημοσιογράφο και να αρπάξει την κασέτα απο το μαγνητοφωνάκι του. Το βάζει στα πόδια. Χώνεται στο πρώτο καφενείο που βρίσκει μπροστα του. Παραγγέλνει φραπε με γάλα. Στα χείλη του ανθίζει αργα-αργα ένα θριαμβευτικο μειδίαμα. Την νύχτα κοιμήθηκε ήρεμα και βαθεια σαν μωρο.».

[ΑΥΝΑΝΙΣΜΟΣ σ. 25-ΒΑΥΚΑΛΙΣΜΟΣ σ. 26]


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015, σ. 5.

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Περιθωριακά 59

Bartolomeo Vanzetti (11.06.1888-23.08.1927) & Nicola Sacco (22.04.1891-23.08.1927)

Σάκο και Βαντσέτι

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Οι δύο Ιταλοί αναρχικοί που καταδικάστηκαν σε θάνατο χωρίς να υπάρχουν ενοχοποιητικά στοιχεία, είδαν τη ζωή σαν ένα όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο. Σαν έναν αγώνα όλων των καταπιεσμένων που ζούσαν στο πετσί τους την άγρια εκμετάλλευση.


Ο Νικόλα Σάκο, που γεννήθηκε το 1891, και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι, κατά 3 χρόνια μεγαλύτερός του, Ιταλοί μετανάστες στις Η.Π.Α., θύματα μιας δικαστικής πλάνης κατά τη δεκαετία του ’20, καταδικάστηκαν σε θάνατο και αποκαταστάθηκαν πολύ αργότερα το 1977. Η υπόθεσή τους για πολλές δεκαετίες ενσάρκωνε τον αγώνα της ελευθερίας κατά της αδικίας και του αμερικανικού συντηρητισμού.
   Το 1920, ο λογιστής και ταμίας ενός εργοστασίου υποδημάτων της Μασαχουσέτης δολοφονείται αφού του αφαιρέθηκαν 16.000 δολάρια τα οποία μετέφερε. Δύο Ιταλοί αναρχικοί (και αυτοί οι δύο προσδιορισμοί θα παίξουν καθοριστικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια της υπόθεσης) συλλαμβάνονται. Οι καταθέσεις τους αρχικά είναι λίγο συγκεχυμένες και έπειτα δεν έχουν καλή υπεράσπιση στη διάρκεια της δίκης. Επιπλέον ο δικαστής Γουέμπστερ Θάγιερ μεροληπτεί σαφώς εις βάρος τους. Έτσι, οι Σάκο και Βαντσέτι θα καταδικαστούν σε θάνατο το 1921. Θα επιχειρηθούν τα πάντα για να γλιτώσουν από την ηλεκτρική καρέκλα: τα συνδικάτα κινητοποιούνται σε ολόκληρο τον κόσμο, οι ομάδες των αναρχικών οργανώνουν μια από τις πιο μαζικές εκστρατείες του αιώνα, οι ίδιοι συνεχίζουν τη μάχη τους μέσα στη φυλακή, όπου ο Βαντσέτι ηγείται πολλών απεργιών πείνας.
   Απέναντι στους υποστηρικτές της αναθεώρησης της δίκης, ο δικαστής Γουέμπστερ εκφράζει το αίσθημα της συντηρητικής Αμερικής: ακόμη και αν δεν διέπραξαν το έγκλημα, τα «ιδανικά τους ήταν κατ’ ουσίαν εγκληματικά». Είναι ένοχοι επειδή επαναστάτησαν εναντίον της τάξης. Ακριβώς έτσι ο καθένας καταλαβαίνει το «πράγμα», ακόμη και ο ίδιος ο Σάκο που γράφει στο γιο του μερικές ώρες πριν από την εκτέλεσή του, την Τρίτη 23 Αυγούστου 1927: «Να είσαι δυνατός και να μην κλαις! Μην ξεχνάς ποτέ να συντρέχεις τους αδύναμους που ζητούν βοήθεια και τους κατατρεγμένους γιατί αυτοί είναι οι καλύτεροι φίλοι σου. Έχουν συντρόφους που πολέμησαν και πέθαναν, όπως ο Μπάρτο και ο πατέρας σου, γιατί πολέμησαν για την ελευθερία όλων των φτωχών εργαζομένων».
   Πολυάριθμες διαδηλώσεις, συχνά βίαιες, οργανώθηκαν τότε σε όλον τον κόσμο, έχοντας σαν στόχο τις αμερικανικές πρεσβείες. Μια κραυγή οργής ξεχύνεται: «Τώρα όλα τελείωσαν. Είναι νεκροί. Είναι νεκροί επειδή ονειρεύτηκαν μια καλύτερη ανθρωπότητα. Και εσείς που, παρά την απόσταση που μας χωρίζει, έχετε μοιραστεί τον πόνο τους και τις αγωνίες τους, δεν θα ξεχάσετε (εφημερίδα «Libertaire» ειδική έκδοση της 23ης Αυγούστου 1927). Μια κραυγή οργής που θα αντηχεί σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα.
   Πενήντα  χρόνια μετά τη δολοφονία των Σάκο και Βαντσέτι, στις 23 Αυγούστου 1977, ο τότε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Μάικλ Ντουκάκις (γιος μεταναστών ελληνικής καταγωγής ο ίδιος), αναγνώρισε ότι η πολιτεία χάλκευσε και απέκρυψε στοιχεία στη δίκη, τους αποκατέστησε επίσημα και κήρυξε την 23η Αυγούστου «Ημέρα Σάκο και Βαντσέτι, ενάντια στον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και υπέρ της ανοχής», καλώντας τους πολίτες της Μασαχουσέτης κάθε τέτοια μέρα «να αφήνουν για λίγο τη δουλειά τους για να αναλογιστούν τους κινδύνους του ρατσισμού και των προκαταλήψεων και την ανάγκη της συνδιαλλαγής με κάθε ιδέα, ακόμα και αυτή που μοιάζει ακραία».


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 30 Αυγούστου 2015, σ. 5.

Περιθωριακά 58

Κάποιες απ’ τις αφίσες του γαλλικού Μάη του ’68

Οι αφίσες του Γαλλικού Μάη ’68

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

«Qui sème la misère
Récolte la colère
Révolution sociale et libertaire!»
!*!
«Όποιος σπέρνει τη μιζέρια
Θερίζει την οργή
Κοινωνική επανάσταση ελευθεριακή!»

(Σύνθημα του Γαλλικού Μάη ’68 σε τοίχο της Σορβόννης)


Λίγοι μήνες κατάφεραν στον 20ό αιώνα, να γίνουν «αυθύπαρκτοι», να μην έχουν ένα συγκεκριμένο χρόνο για να προσδιοριστούν με ακρίβεια. Στην Ελλάδα είχαμε τα «Δεκεμβριανά» και κατόπιν τα «Ιουλιανά». Στην Κύπρο τα «Οχτωβριανά του ’31» και αργότερα τον «Ιούλιο του ’74». Όμως, ο «Οκτώβρης», ο ισπανικός «Μάης» της Βαρκελώνης και ο γαλλικός «Μάης» δεν ανήκουν σε μια χώρα, είναι πια παγκόσμια σύμβολα! Είναι απλούστατα, ορόσημα για όλους. Στην πραγματικότητα, ο Μάης δεν είχε τριάντα ημέρες. Δεν ήταν καν μόνο γαλλικός. Ήταν και η «Άνοιξη της Πράγας», ο ξεσηκωμός των αμερικανικών πανεπιστημίων, οι φοιτητικές διαδηλώσεις στη Βαρσοβία, η προολυμπιακή σφαγή των 650 σπουδαστών στην πόλη του Μεξικού, ο έρπων Μάης των ιταλικών σχολών και εργοστασίων, η γενικευμένη κοινωνική έκρηξη σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο! Ήταν προφανώς τα «κόκκινα πανεπιστήμια» και η «φοιτητική εξουσία». Ήταν όμως, και κυρίως, τα 10 εκατομμύρια των Γάλλων απεργών στα εκατοντάδες εργοστάσια που είχαν καταλάβει, στο μεγαλύτερο απεργιακό κίνημα του εικοστού αιώνα! Ήταν οι πρωτόγνωρες διεθνιστικές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις για το Βιετνάμ και την Πράγα στις μητροπόλεις της Δύσης. Ήταν η φοιτητική και εργατική νεολαία που αμφισβητούσε τα πάντα, από τις αξίες των πατεράδων της έως τις ίδιες τις βάσεις του συστήματος που την έκανε να ασφυκτιά. Κι όπως ήταν φυσικό, αυτή η καίρια αμφισβήτηση δεν μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτα ούτε τα σύνορα, ούτε τις κλασικές σκοπιμότητες της real politic. Στο διάβα της υποχωρούσαν τα ταμπού, κλυδωνίζονταν οι αμετακίνητες αστικές αξίες και απελευθερώνονταν οι δημιουργικές ικανότητες των καλλιτεχνών. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, άλλαζε δραστικά το καθημερινό μας τοπίο, έστω κι αν παρέμεινε ανέγγιχτη η ουσία των προβλημάτων. Τι ήταν λοιπόν, αυτός ο κοσμογονικός Μάης; Ένα ανεπανάληπτο ομαδικό ψυχόδραμα ή μήπως μια πρώτη γεύση του μέλλοντός μας; Σ’ αυτό το σημείο οι γνώμες διίστανται. Κατά σύμπτωση, οι υποστηρικτές της πρώτης εκδοχής είναι ακριβώς οι ίδιοι, που λίγες εβδομάδες πριν τις οδομαχίες στο Καρτιέν Λατέν και τις κόκκινες σημαίες στο εργοστάσιο της Renault, μονοπωλούσαν τις προθήκες των μεγάλων βιβλιοπωλείων με τα πονήματά τους περί της μικροαστικοποίησης της εργατικής τάξης και της απάθειας της νέας γενιάς!  

Atelier Populaire
Σ’ αυτό το κλίμα οι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών μετέτρεψαν την κατάληψή τους σ’ ένα «Λαϊκό Εργαστήριο» -το Atelier Populaire. Πάνω από 600 αφίσες σχεδιάστηκαν τις ημέρες του Μάη, για τις ανάγκες των απεργιών και των καταλήψεων και κυκλοφόρησαν σ’ ένα τιράζ, που ξεπερνούσε τα 200.000 αντίτυπα.
  Στις 15 Μαΐου η γενική συνέλευση των φοιτητών της Σχολής Καλών Τεχνών διακήρυσσε: «Γιατί κλιμακώνουμε τον αγώνα μας; Ενάντια σε τι παλεύουμε; Παλεύουμε ενάντια στο ταξικό πανεπιστήμιο. Ενάντια στο σύστημα της ταξικής επιλογής, που λειτουργεί σε βάρος των παιδιών της εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτών. Αναγνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να νικήσουμε σ’ αυτόν τον αγώνα μόνοι μας. Η πάλη ενάντια στο ταξικό πανεπιστήμιο πρέπει να συνδεθεί οργανικά με την πάλη όλων των εργατών ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση. Γι’ αυτό αφιερώνουμε όλες μας τις δυνάμεις στον κοινό αγώνα ενάντια στο σύστημα. Καθήκον του Atelier Populaire είναι να δώσει αποφασιστική στήριξη στο μεγάλο κίνημα των εργατών. Δεν πρέπει να πέσουμε στην παγίδα του κοινοβουλευτισμού και της ταξικής συνεργασίας. Η απάντηση στον Ντε Γκολ και το σύστημά του είναι η εξουσία του λαού και γι’ αυτό επιλέγουμε το πεδίο μάχης των εργατών (τις απεργίες και τις καταλήψεις) σαν το πεδίο, του δικού μας συλλογικού αγώνα ενάντια στην εξατομικευμένη αστική καλλιτεχνική δημιουργία».
  Η πρώτη αφίσα ήταν μία λιθογραφία που είχε ως έμβλημα τα τρία U: Usines-Universités-Union (Εργοστάσια-Πανεπιστήμια-Ένωση). Η λιθογραφία όμως ήταν μία πολύ χρονοβόρα διαδικασία, κι έτσι ένας καλλιτέχνης ο Guy de Rougemont, πρότεινε στη συνέλευση τη λύση των πολλαπλών αντιτύπων, που τότε δεν έχαιρε και τόσο μεγάλης εκτίμησης όσο η λιθογραφία και τα άλλα χαρακτικά. Έτσι, μια και το αίτημα ήταν η ταχύτητα και η ποσότητα, ακολουθήθηκε αυτή η τυπογραφική λύση. Οι φοιτητές ανασκουμπώνονται και αναπαράγουν χιλιάδες αφίσες κάθε μέρα, οι οποίες είναι απλές, συνήθως μονοχρωματικές και με συνθήματα άμεσης πρόσληψης.

Τα συνθήματα
Οι φοιτητές αποφάσιζαν συνολικά και μέσα από τα καθημερινά πολιτικά συμβούλια, ή ακόμα και σε συνεργασία με τους εργάτες απεργούς, για τα συνθήματα που αναγράφονταν στις αφίσες. Πάνω από 300 καλλιτέχνες, εκτός από τους φοιτητές ήρθαν και συνέδραμαν σ’ αυτή την τιτάνια προσπάθεια, ενώ και Τσέχοι δημιουργοί από την Πράγα έφτασαν στο φλεγόμενο Παρίσι και βοήθησαν. Οι αφίσες ήταν ανυπόγραφες, ενώ σήμερα γνωρίζουμε μερικούς από αυτούς τους δημιουργούς, όπου μεταξύ άλλων ήταν και οι Gérard Fromanger, Guy de Rougemont, Julio le Parc.
  Τα κυριότερα χαρακτηριστικά και τα ωραιότερα στοιχεία, αυτών των αφισών, ήταν ο αυθορμητισμός, η ιδιόχειρη γραφή, η φαντασία, η φρεσκάδα αλλά και η αποφασιστικότητα των μηνυμάτων που ήθελαν να περάσουν. Είχαν άλλωστε προηγηθεί και οι Καταστασιακοί που έβαλαν τη σφραγίδα τους σε πολλά από τα συνθήματα που τις κοσμούσαν.
  Οι αφίσες που παράγονταν με εργοστασιακούς ρυθμούς, τόσο στην Καλών Τεχνών όσο και στη Σχολή των Διακοσμητικών Τεχνών του Παρισιού, είχαν στην κυριολεξία επενδύσει όλους τους δρόμους του κέντρου και τοποθετούνταν παντού: στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, στις εισόδους των πανεπιστημιακών σχολών, στη Σορβόννη, στο θέατρο Odéon, στα εργοστάσια (Renault, Citroën) και αλλού.
  Μία νέα, πολιτική σκηνογραφία με αριστερά, αναρχικά, σουρεαλιστικά και καταστασιακά συνθήματα πλημμύριζε την πόλη. Έτσι η πολιτική αφίσα, αντικατέστησε στην κυριολεξία τη διαφημιστική, κάνοντας πράξη το όνειρο πολλών Καταστασιακών για κατάργηση της κοινωνίας του καταναλωτισμού σύμφωνα και με το όραμα του Guy Debord.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 3 Μαΐου 2015, σ. 5.