Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Περιθωριακά 5


Ο ποιητής Κώστας Ριτσώνης (Αθήνα, 24.06.1946-Αθήνα, 14.07.2015), με το τρίχορδο μπουζούκι του και πλάτη μία χαρακτηριστική του… «ζουγραφιά», όπως ίσως να έλεγε

Κώστας Ριτσώνης: «Ένας ωραίος ποιητής... μάγκας & ρεμπέτης»

[Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]


Έφυγε, στις 14 του Ιούλη που μας πέρασε, κι εγώ που μια χρονιά ακόμη πετάχτηκα απ’ τον ύπνο την επόμενη πριν με προλάβουν οι σειρήνες, δέχτηκα το μήνυμα της αποδημίας του και πέτρωσε το νερό στο μάτι μου


Συστημένη επιστολή μέσω ουράνιου ταχυδρομείου
Πώς είναι δυνατόν, να έχεις περίπου ένα μήνα πριν, στις 24 του Ιούνη, ανταλλάξει ηλεκτρονικά μηνύματα κι ευχηθεί για τα 69α γενέθλιά του. Πώς είναι δυνατόν, να ανανεώνεις την επαφή με την ευχή της συνάντησης, εδώ κάτω στο νησί. Πώς είναι δυνατόν, να έχεις μιλήσει στο τηλέφωνο μαζί του πριν ένα χρόνο, και να συζητάτε την κάθοδό του στη Λευκωσία σχεδιάζοντας την εμφάνισή του στο «Καφενείο 11», του Πασχάλη, στην παλιά πόλη, με το τρίχορδο μπουζούκι του και τα «Τραγούδια στα μακάμια».
   Στόφα ανθρώπου άλλη, πάστα εκλεκτή, γόης κι ο πόνος ο επάρατος καλά κρυμμένος να τόνε σιγοτρώει. Έτσι είναι, όταν την έχεις ψυλλιαστεί πως τελειώνει το λάδι στο καντήλι σου, δεν θέλεις να στενοχωρήσεις κανέναν. Θέλεις, ίσως, να ζήσεις ακόμη πιο έντονα, να ερωτευτείς ξανά τις ίδιες γυναίκες κι ακόμη περισσότερες, να αγαπήσεις με περισσό πάθος, να πιεις κι άλλο κρασάκι-διαμαντάκι, να τραγουδήσεις, να γράψεις… να αγκαλιαστείς όμορφος, αν και με πίκρα, με τον Θάνατο και να συνεχίσεις σ’ άλλη κατάσταση και διάσταση τα περπατήματα της Ψυχής σου.
  Δεν θα αργήσω να έρθω να σου σφίξω το χέρι, να σ’ αγκαλιάσω όπως εσύ με την «Αγκαλιά» σου, σ’ εκείνη την αφιέρωση που εγείρει επανάσταση και με την επιστολή σου με τα ονόματα των κοριτσιών (ξέρεις εσύ, στ’ ακαριαίο κι ανεπαίσθητο κλείσιμο του ματιού). Δεν θα αποχωριστώ ποτέ τις «Τσίλιες» σου, με τον γραφικό σου χαρακτήρα και το εξαίσιο σχέδιο με την αναγνωρισιμότητα του δικού σου χρωστήρα. Δεν θα δανείσω ποτέ και σε κανέναν/καμία πάσα ένα/μία έστω και για ένα βλεφάριασμα τα «151 ποιήματα» -με τον γραφικό σου χαρακτήρα και πάλι (τώρα που τον ξανακοιτώ) να έχει αλλάξει κι η αφιέρωση σου για πρώτη φορά σύντομη (έφευγες, καλέ μου Κώστα)- για να πάψει αυτό το ανελέητο μαγάρισμα που υφίσταμαι κοντά δυο δεκαετίες στον τόπο καταγωγής του πατέρα μου όπου, φευ, επαναπατρίστηκα. Δεν θα το μετανιώσω ποτέ που δάνεισα τα «Τραγούδια στα μακάμια» -μαζί με το δίσκο ακτίνας με τη φωνούλα σου να τραγουδά τους δικούς σου στίχους, τις δικές σου συνθέσεις, τα δικά σου μακάμια- στους φίλους, καφετζήδες, ρεμπέτες και μουσικούς και πάνω απ’ όλα ανθρώπους της αχάριστης αυτής πρωτεύουσας, πολίχνης, γειτονιάς μου, Γιώργο Φούντο και Πασχάλη. Δεν θα παραλείπω ποτέ να σε φέρνω πάντα στην κουβέντα με την εκλεκτή μας φίλη ποιήτρια, κυρία Αλεξάνδρα Μπακονίκα, έστω και τηλεφωνικά, έστω και διαδικτυακά, έστω και ταχυδρομικά.
   Άμποτε ν’ ανέβω στη Σαλονίκη, κι εκεί στην Τούμπα, να αναζητήσω κανένα κουτουκάκι να τα κουτσοπιώ στην ολοζώντανη μνήμη και παρουσία σου. Τα λέμε σύντομα, όμως έως τότε επίτρεψέ μου να σου ψιθυρίσω ένα στίχο, στο πρωτότυπο, του μεγάλου Ισπανού, κι απόλυτου δημιουργού, κι αγαπημένου όλων μας, δολοφονημένου ποιητή Federico García Lorca: «Las estrellas de la noche se volvieron siemprevivas».

Το μπουζούκι
Εκείνο το βράδυ ξενύχτησα σε μια ταβέρνα της Σύρας. Στην καθολική γειτονιά, στην Άνω Σύρα, τιμούν πάντα τη μνήμη του. Έχουν το μεγάλο πορτραίτο του Βαμβακάρη κρεμασμένο στον τοίχο της ταβέρνας. Στο πράσινο φόντο της ζωγραφιάς, που κυριαρχεί ο γέρος παίζοντας μπουζούκι, φαίνεται θαμπά μια πανέμορφη γυναίκα. Η Φραγκοσυριανή.
   Η λαϊκή ορχήστρα δεν κόλλησε στα παραδοσιακά, κι ας βρισκόταν στη γειτονιά του Μάρκου. Έπαιξε και ταγκό και καζαντζόκ. Για να χορέψει ο κόσμος και να ρίξει χαρτούρα. Το θλιμμένο μπουζούκι (η ψυχή της ορχήστρας) μεγαλούργησε στα συρτοτσιφτετέλια. Στο «Μελαχρινάκι». Στο «Παντρεμένοι κι οι δυο».
   Κι οι θαμώνες, εργάτες απ’ τα ναυπηγεία ή αγρότες σε πετρώδη χωράφια, ξόδευαν λογικά όσο το επέτρεπε η τσέπη τους (μικρή πια η ευμάρεια του νησιού).
   Σ’ αυτή την ξεπεσμένη εργατούπολη η μελαγχολία του μπουζουκιού μου θύμισε την ανεργία μου (αντί να ψάχνω για δουλειά, τριγυρίζω στα νησιά μελετώντας τα προβλήματά τους).
   «Το μπουζούκι είναι δικό μου όργανο», σκέφτηκα. «Μιλά βαθιά μες στην ψυχή μου»… «Κι ο Βαμβακάρης είναι φίλος μου. Άνεργος και ξεπεσμένος γύριζε και ζητιάνευε στα ταβερνάκια».
   Τότε μεγεθύνθηκε το πορτραίτο του γέρου μπρος στα μάτια μου. Ο γέρος φάνταζε μες στην ταβέρνα σαν καθολικός Άγιος κι ας έπαιζε μπουζούκι. Προστάτης και των ορθόδοξων ανέργων.

Τσίλιες [Μικρά πεζά 1970-2000], εκδ. Ποιήματα των Φίλων, β΄ έκδοση, Αθήνα, 2001, σσ. 38-39.

Αναδημοσίευση από το «Ποιείν» (www.poiein.gr)
Ο Κώστας Ριτσώνης γεννήθηκε το 1946 στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή στη Θεσσαλονίκη. Άρχισε να γράφει από το 1969 και ήταν αποκλειστικός συνεργάτης του περιοδικού «Διαγώνιος» του Ντίνου Χριστιανόπουλου μέχρι το 1984. Από το 1987 εκδίδει το χειρόγραφο περιοδικό «Ποιήματα των Φίλων» και από το 1996 επιμελήθηκε τις ομώνυμες έντυπες εκδόσεις.
   Υπήρξε συνδημιουργός και υπεύθυνος ύλης του λογοτεχνικού περιοδικού «Πανδώρα» από το 1997 μέχρι το 2001 και το 2006 μαζί με τον πεζογράφο Γιάννη Μπασκόζο εξέδωσαν το περιοδικό «Οι Φίλοι». Άλλες μεγάλες του αγάπες ήταν η ζωγραφική, το ρεμπέτικο τραγούδι και οι μεταφράσεις, κυρίως Γάλλων ποιητών. Πολλές από αυτές τις παρουσίασε στη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν».
  Συνεργάστηκε με τα έντυπα περιοδικά: «Διαγώνιος», «Τράμ», «Πλανόδιον», «Λέξη», «Ανακύκληση», «Πανδώρα», «Οι Φίλοι», «Πάροδος», «Γραφή», «Δην», «Φαρφουλάς», «Λογοτεχνική Πολυμορφία», «Αλμανάκ Ποιείν», «Intellectum». Επίσης συνεργάστηκε στο διαδίκτυο με τα ηλεκτρονικά περιοδικά: «24 γράμματα», «Ποιείν», «Βακχικόν», «Ποιητές Δυτικής Ακτής», «Βibliotheque», «Μέγα Λαϊκό», «Στάχτη», «Βαρελάκι», «Θράκα», «Διάστιχο» και πολλά ποιήματά του βρίσκονται σε ιστολόγια φίλων του και στις ετήσιες ανθολογίες του Τάσου Κόρφη «Φωνές» και του Γιάννη Κορίδη «Ποιητικό Ημερολόγιο». Έχει μεταφραστεί στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα και στα πολωνικά από τον Janusz Strasburger.
   Ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο Σταύρος Κουγιουμτζής, αλλά και ο ίδιος έχει εκδώσει βιβλίο με ρεμπέτικους στίχους για τα τραγούδια του παιγμένα στα μακάμ της λαϊκής μας μουσικής. Βιβλία του είναι τα: «Αγκαλιά», 1974, «Ο ανάπηρος λαχειοπώλης και άλλα ποιήματα», 1982, «Φωτισμένο εργοστάσιο», 1996, «Τσίλιες-μικρά πεζά 1970-2000», 2001, «Πουλιά και ψίχουλα», 2001, «Βραχνή φωνή», 2003, «151 ποιήματα», 2011, «Τραγούδια στα μακάμια», 2013.

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015, σελ. 5.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου