Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 55

Ο συγγραφέας Γεώργιος Χαριτωνίδης

«Ήθελα να φύγω από την Κύπρο κυνηγημένος από τους εφιάλτες του πολέμου και της αιχμαλωσίας»

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου


Με την πρόσφατη κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου με διηγήματα, «Ανέβας και κατέβας» (Κέδρος, 2014), να ολοκληρώνει ίσως έναν κύκλο προσωπικών και συλλογικών καταγραφών, ο Γεώργιος Χαριτωνίδης επιβεβαιώνει το γεγονός πως εάν έχεις κάτι να πεις, απλά κάθεσαι και το γράφεις.

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Γεώργιο Χαριτωνίδη

Ο Γεώργιος Ν. Χαριτωνίδης, πρόσφυγας από τη Λάπηθο της Κερύνειας, μετά το 1974 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εργάστηκε ως υπάλληλος στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Το 2003 εμφανίστηκε στην ελληνική πεζογραφία και βραβεύτηκε από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου για το μυθιστόρημά του «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια». Ακολούθησαν τα βιβλία «Με διαβατήριο και βίζα μιας μέρας» (νουβέλα, Κέδρος, 2006),  «Με την κίνηση των υαλοκαθαριστήρων» (ποίηση, Κέδρος, 2008), «Αιχμάλωτος περιηγητής» (διηγήματα, Βεργίνα, 2011) και «Ανέβας και κατέβας» (διηγήματα, Κέδρος, 2014). Τίποτα περιττό δεν υπάρχει στα γραπτά του, η οικονομία των λέξεων στοχεύει στην καταγραφή, με το χέρι στην καρδιά, αυτών που πρέπει να ειπωθούν όπως συνέβησαν χωρίς ίχνος παρηγορητικού συναισθηματισμού. Σήμερα μοιράζεται το χρόνο του ανάμεσα σε Λεμεσό και Αθήνα.

Μετά την απελευθέρωσή σας από τον τουρκικό στρατό τι σας ώθησε να μεταβείτε πρόσφυγας στην Αθήνα;
Ήθελα να φύγω από την Κύπρο κυνηγημένος από τους  εφιάλτες του πολέμου και της αιχμαλωσίας. Από τον αβάστακτο πόνο που αισθανόμουνα, η Αθήνα ήταν ένα καταφύγιο για μένα. Θυμάμαι τις πρώτες ημέρες τα πρωινά που ξυπνούσα, για δευτερόλεπτα κοιτούσα γύρω μου τους τοίχους για να διαπιστώσω ότι ήταν της υπόγειας γκαρσονιέρας που με φιλοξενούσε κι όχι της φυλακής στην Τουρκία. Αισθανόμουνα ανακούφιση κι ευτυχία. Ένιωθα ελευθερία με ασήμαντα πράγματα, όπως να μπορώ να πιω έναν καφέ, να περπατήσω, να δω από μακριά την Ακρόπολη.

Εμφανίζεσθε στην ελληνική πεζογραφία όψιμα. Ποια ήταν η αιτία και η αφορμή να μπείτε στη διαδικασία της εκδόσεως και της κυκλοφορίας των βιβλίων σας;
Υπήρχε το μεγάλο πρόβλημα του βιοποριστικού. Όταν βρήκα εργασία και παράλληλα έκανα τις σπουδές μου και ο πόνος κάπως καταλάγιασε, με συμβούλευσαν φίλοι πως την περιπέτεια του πολέμου και της αιχμαλωσίας, καλό ήταν, να τη μεταφέρω σ’ ένα βιβλίο. Η αλήθεια είναι ότι μαθητής έγραφα ποιήματα και πεζά. Τα πέταγα, δεν ήθελα να τα παρουσιάζω. Στις εκθέσεις που μας έβαζε ο φιλόλογος όχι μόνο δεν ήμουνα καλός, αλλά η απόδοσή μου ήταν κάτω του μετρίου. Αυτό μου δημιούργησε κόμπλεξ. Όταν τέλειωσα το κείμενο του πρώτου μου βιβλίου, το έδωσα σ’ ένα φιλόλογο να το δει και να μου κάνει τη στίξη. Όπως το είχε στην οθόνη του υπολογιστή και το επεξεργαζόταν, έτυχε να το δει κι ένας άλλος φιλόλογος. «Α!», του λέει «μου αρέσει» κι άρχισε να το διαβάζει. Ο φιλόλογος αυτός δίδασκε τότε την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα κι έκρινε πως το δικό μου είναι κατάλληλο να διδαχθεί ως παράλληλο κείμενο. Με κάλεσε στο 3ο Λύκειο Νέας Ιωνίας και μου ’καναν ερωτήσεις τα παιδιά. Δεν είχα ιδέα περί εκδοτικών οίκων και πώς γίνεται να βγει ένα βιβλίο. Με συμβούλευαν να το δώσω σε εκδοτικούς οίκους μικρούς κι όχι μεγάλους, γιατί δε θα το δεχόντουσαν. Μια μέρα, καθώς μπαινόβγαινα στους εκδότες του κέντρου της Αθήνας, τυχαία βρέθηκα έξω από τον Κέδρο. Δεν ήθελα να το δώσω εκεί, γιατί το θεώρησα χάσιμο χρόνου. Με προέτρεψε η γυναίκα μου επιμένοντας ότι δεν έχανα τίποτα. Εντέλει μπήκα στο βιβλιοπωλείο και ρώτησα. Στον πέμπτο όροφο μου είπαν να το δώσω στον Γιάννη Κοντό. Ο Γιάννης μου έκανε παρατήρηση πως έπρεπε να πάρω τηλέφωνο πρώτα, να κλείσω ραντεβού. «Πώς έρχεστε κύριε έτσι και μου λέτε ορίστε ένα κείμενο… », «Τουλάχιστον αφήστε με να σας πω περί τίνος πρόκειται», απάντησα ενοχλημένος. Άρχισα να αφηγούμαι, ο Γιάννης όμως κουβέντιαζε με τις υπαλλήλους, δεν έδινε σημασία. Εκνευρίστηκα. Έπιανε λέξεις, και μετά μου έκανε δυο-τρεις ερωτήσεις. «Τέλος πάντων ας το και πάρε σ’ ένα μήνα τηλέφωνο», μου είπε. Έφυγα απογοητευμένος. Σε πέντε μέρες με πήρε τηλέφωνο και με κάλεσε να κλείσουμε συμβόλαιο. Γίναμε φίλοι αργότερα. Είχε μια απίστευτη παιδικότητα. Ήταν η αφορμή να εκδοθεί το «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια». Λυπήθηκα πολύ για τον πρόσφατο θάνατό του. Αιωνία του η μνήμη.

Πόσο σκληρός εμφανίζεται ο ρεαλισμός των γεγονότων και των πεπραγμένων, πριν περάσει «ωμός» στην τυπωμένη σελίδα;
Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον πόνο του βίου μας. Απλώς καταλαγιάζει προσωρινά και με την πρώτη αφορμή επανέρχεται. Ξαναζούσα τα γεγονότα. Θυμάμαι, όταν το έγραφα, δε μ’ έπαιρνε εύκολα ο ύπνος, βασανιζόμουνα. Γράφοντας έβαλα έναν κανόνα στον εαυτό μου. Έβαζα τα μάτια του αναγνώστη μπροστά στο κείμενο και ρωτούσα τον εαυτό μου: «αν διάβαζα αυτά που γράφω σε κάποιο βιβλίο άλλου, θα μου άρεσαν;». Αν ναι, προχωρούσα. Αν όχι, τα έσβηνα. Προσπαθούσα να πάρω απόσταση, για να είμαι όσο γίνεται αντικειμενικός. Απέφευγα τις συναισθηματικές υπερβολές. Χαμήλωνα την ένταση της περιγραφής, για να μην υποφέρει ο αναγνώστης. Έχω την πεποίθηση ότι ο καθένας, είτε ζωγράφος είτε ποιητής είτε πεζογράφος, δεν πρέπει να ξεφεύγει απ’ αυτό που τον βασανίζει, γιατί θα αποτύχει. Ταράζομαι πραγματικά που ακούω συχνά ότι το ’74 ό,τι ήταν να δώσει το έδωσε στη λογοτεχνία, και η ενασχόληση με το θέμα αυτό είναι πια κουραστική. Εγώ λέω ότι πρέπει να γραφτούν κι άλλα πολλά για το ’74. 

Στρατιώτης το 1974, αιχμάλωτος στην Τουρκία, πείνα, απελευθέρωση, μεταπολιτευτική Αθήνα, νεκροτομείο Ευαγγελισμού, συνταξιούχος, κρίση στην Ελλάδα και κρίση στο νησί. Αλήθεια, πόσα μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος, χωρίς να διασπαστεί το δίκιο του;
Ο άνθρωπος αντέχει περισσότερο απ’ όσο ο ίδιος πιστεύει. Είναι ισχυρή μηχανή. Το κατάλαβα αυτό και στον πόλεμο και με την αιχμαλωσία στις τουρκικές φυλακές. Αναρωτιέμαι συχνά πώς αντέξαμε τα τόσα μαρτύρια κι επιβιώσαμε. Μια εξήγηση που δίνω είναι η πολύ σκληρή εκπαίδευση που είχαμε ως νεοσύλλεκτοι εθνοφρουροί και στις άθλιες συνθήκες κατά τη διάρκεια της θητείας μας. Για τη γενιά του ’74 όλα τα άλλα βιώματα φαίνονται ηπιότερα, αν τα συγκρίνουμε με την κρίση που καταταλαιπωρεί σήμερα τον κόσμο. Πρέπει να παλεύει συνεχώς ο άνθρωπος και να μην το βάζει κάτω, ώστε να μη διασπαστεί το δίκιο του.

Και μία τελευταία, στερεότυπη, ερώτηση απ’ τα παλιά. Κοιμάται, τελικά, η πατρίδα, κύριε Χαριτωνίδη;
Κοιμάται κι όταν είναι ξύπνια είναι ξαπλωμένη στον καναπέ.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 3 Μαΐου 2015, σ. 4.

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 54

Henri Michaux
[1899-1984]

Ανρί Μισό
«Ο τρόπος τού να υπάρχει κανείς στο περιθώριο… τρομάζει ή εξοργίζει»

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Γάλλος ποιητής, βελγικής καταγωγής, γεννήθηκε στη Ναμίρ (Βέλγιο), στις 24 Μαΐου 1899, και πέθανε στο Παρίσι, στις 19 Οκτωβρίου 1984

Ο Ανρί Μισό άφησε σύντομα το 19ο αιώνα. Λιγότερο σύντομα, αλλά πάντως σύντομα, άφησε, το 1922, το Βέλγιο. Αφού απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα το 1955, δεν έπαψε να αγωνίζεται ενάντια σε κάθε φαντασιακή ταυτότητα, σε σημείο που να αρνείται να φωτογραφηθεί, ώστε να μην ακινητοποιηθεί σε μια εικόνα. Σε όλη του τη ζωή προσπαθούσε πεισματικά να «αλλάξει». Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη ζωή του όπως μιλά εκείνος για τη γραμμή σε ένα βιβλίο του για τη ζωγραφική: «Μια γραμμή χωρίς ταίρι, που θέλει να μείνει έτσι, να κρατήσει τις αποστάσεις, που δεν υποτάσσεται, που είναι τυφλή σε καθετί το υλικό. Ούτε κυρίαρχη ούτε συνοδευτική, και κυρίως μη υποταγμένη» («Αναλαμπές και επανεμφανίσεις», 1978). Πάντα η ίδια ανυπακοή.
   Είναι αλήθεια ότι οι καλλιτέχνες της αβανγκάρντ δεν κατόρθωσαν να βρουν σημείο αναφοράς στον Μισό. Το ίδιο ισχύει και για το σουρεαλισμό εκείνων των χρόνων της νεότητάς του και, πολύ αργότερα, για τις διάφορες θεωρίες για το κείμενο οι οποίες δεν παρέλειψαν να ηρωοποιήσουν τον Μαλαρμέ, τον Λοτρεαμόν, τον Μπατάιγ και τον Αρτό. Θα έλεγε κανείς πως ο Μισό ήξερε ότι ήταν σε ρήξη με τη ρήξη ή μάλλον με την ιδεολογία της ρήξης. Δεν συνέβη ακριβώς το ίδιο με τον Πονζ, που συμμετείχε με τον τρόπο του στην εγκαθίδρυση μιας ιδέας και μιας πρακτικής της ιδέας της ρήξης, όπως συνέβη τη δεκαετία του 1870 και, έναν αιώνα αργότερα, τη δεκαετία του ’70. Μοναχικός, αλλά αλληλέγγυος με εκείνο τον αγώνα και κατανοητός ως τέτοιος. Όχι όμως ο Μισό.
   Ίσως επειδή το έργο του πετυχαίνει να πείσει ότι δεν είναι πράγματι ένας συγγραφέας, ότι υπάρχει κάτι άλλο πέρα από τη λογοτεχνία μέσα του και ότι αυτό το άλλο είναι το ίδιο το αντικείμενο της γραφής (όπως και άλλων συμπληρωματικών δραστηριοτήτων, όπως είναι η ζωγραφική) και της ζωής. Στα μάτια μας ο Μισό θα είναι πρώτα και κύρια αυτός ο συγγραφέας που δεν τον άγγιξε καμία χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση ή ιδιοποίηση.
   Μερικοί έχουν παρατηρήσει ότι οι προθέσεις «μέσα» (στο ταξίδι, στην εξερεύνηση) και «κατά» (στην άμυνα και στην επίθεση, στον αγώνα, δηλαδή στο «μεγάλο» αγώνα) είναι οι πιο συνηθισμένες στο έργο του, αλλά και οι πιο σημαντικές της διπλής στάσης, εναλλακτικά ή ταυτόχρονα, στην οποία καλεί τον αναγνώστη του.
   Από τη μια πλευρά, υπάρχει ο Μισό ο εξερευνητής των πραγματικών ή των φανταστικών κόσμων: Κίνα ή Μεγάλη Γκαραμπανία. Και οι πιο αληθινοί ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους δεν είναι οι λιγότερο φανταστικοί, εξωτερικοί ή εσωτερικοί. Εκεί τοποθετούνται, ανάμεσα στο 1956 και το 1966, τα κείμενά του που αφορούν στην εμπειρία των παραισθησιογόνων, από το «Άθλιο θαύμα» (1956) μέχρι τις «Μεγάλες δοκιμασίες του νου» (1966). Ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για χώρους του «έξω» ή του «μέσα», για χώρους του σώματος ή του πνεύματος, ο Μισό διαρκώς επιθυμεί να ξαναγνωρίσει τις «ιδιότητές» του, δηλαδή ταυτόχρονα αυτό που τον χαρακτηρίζει και το πεδίο που ανακαλύπτεται ή δημιουργείται προχωρώντας. Από την άλλη, ο Μισό επικαλείται, ανάμεσα στις πρώτες λέξεις-κλειδιά της βιογραφίας του (όπως στο ποίημα που έχει τον τίτλο «Μερικές πληροφορίες στα πενήντα εννιά χρόνια ύπαρξης»), τη λέξη «αντίσταση», που την ακολουθεί λίγο μετά η έννοια της απεργίας: «Ο τρόπος τού να υπάρχει κανείς στο περιθώριο, η φύση του απεργού, τρομάζει ή εξοργίζει/τον στέλνουμε μακριά». Όταν φτάνει στο κεφάλαιο των ταξιδιών, η έκφραση είναι πιο κοφτή: «Ταξιδεύει κατά/για να διώξει από μέσα του την πατρίδα του, τους δεσμούς κάθε είδους και ό,τι υπάρχει εντός του χωρίς τη θέλησή του, συνδεδεμένο με την ελληνική κουλτούρα ή τη ρωμαϊκή ή τις βελγικές συνήθειες./Ταξίδια εκπατρισμού».
   Στην ποιητική συλλογή «Περάσματα», συναντάμε ένα ποίημα που αρχίζει με την ερώτηση: «Γιατί παίζω ταμ-ταμ τώρα;». Πρόκειται για ένα θεμελιακό ερώτημα που αφορά στην ακατάλυτη επαφή με έναν πρώτο αρχικό ρυθμό, το ρυθμό της ζωικής διάκρισης. Ταυτόχρονα, στο ερώτημα αυτό, που αφορά στη στάση μας ως προς τις αξίες του πολιτισμού και της κουλτούρας στην οποία παρά τη θέλησή μας «ανήκουμε», ο ποιητής απαντά με μια σειρά «για» και «κατά». Όμως τα «για» είναι πιο επιθετικά, είναι «εναντίον»: «για να ενισχυθούν τα εμπόδιά σας», «για να πάψετε να με ταυτίζετε με την πόλη, με αυτούς, με τη χώρα, με το χθες», πάντα σε ηθελημένη και δυναμική ρήξη με το παρελθόν και με ό,τι αποτελεί κοινοτικό δεσμό, αρχίζοντας από τα μνημεία της Τέχνης, της Αρμονίας: «κατά των Βερσαλλιών, κατά του Σοπέν, κατά του αλεξανδρινού στίχου, κατά της Ρώμης». Δεν θα έπρεπε να υποτιμήσουμε αυτή τη βαθιά αρνητική διάσταση του Μισό και του έργου του. Και ασφαλώς ο Μισό απέχει πολύ από τον Ρεμπό, γεγονός που οφείλεται στο συστηματικό και μεθοδικό χαρακτήρα του πρώτου και στην προσοχή με την οποία απορυθμίζει ή αποσταθεροποιεί τις αισθήσεις, μέσα από τη χρήση των παραισθησιογόνων.
   Ο Μισό ανήκει σε εκείνους που καθιστούν ανίσχυρα τα σύνορα που διαχωρίζουν τα λογοτεχνικά είδη. Είναι ένας δημιουργός που θέτει σε αμφισβήτηση ακόμη και τα θεμέλια της τέχνης του λόγου (το εγκυκλοπαιδικό υπόβαθρο και τις αποδεκτές πηγές). Από αυτή την άποψη, ο Μισό, όσο ακραίος και αν είναι, βρίσκεται στο κέντρο της γόνιμης «καταστροφής», όπως είχε πει ο Κλοντέλ σχολιάζοντας κάποια στάση του Μαλαρμέ. Επομένως, ο Μισό είναι ένας από τους πιο χρήσιμα καταστροφικούς ποιητές και αντιποιητές του 20ού αιώνα.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015, σ. 4. 

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Περιθωριακά 54

Ο βασικός πυρήνας & τα ηγετικά στελέχη της Rote Armee Fraktion


Φράξια Κόκκινος Στρατός

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Ομάδα αντάρτικου πόλης, που δημιουργήθηκε το 1970 στη Γερμανία και παρέμεινε ενεργή μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80


«Η σημασία της ‘Φράξιας Κόκκινος Στρατός’ έχει ξεπεραστεί». Τον Δεκέμβριο του 1996, σε μια επιστολή που απευθυνόταν στην καθημερινή βερολινέζικη εφημερίδα «Junge Welt», οι επικεφαλής της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός» («Rote Armee Fraktion, RAF») αναγνώριζαν οι ίδιοι, με αυτή τη διατύπωση, το οριστικό τέλος μιας εποχής. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο περισσότερο για την επιβεβαίωση μιας αλήθειας: από το 1977, η «RAF» δεν είχε κατορθώσει να ανασάνει μετά τη σύλληψη ή τον θάνατο των ιστορικών ηγετών της. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, και μαζί με αυτήν η κατάρρευση των δημιουργών του, την παρέδωσε στις χαμένες ψευδαισθήσεις της.
   Η «Φράξια Κόκκινος Στρατός» (ή για τα Μ.Μ.Ε. η συμμορία του Μπάαντερ) γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1970 με την ήττα της φοιτητικής εξέγερσης του ’60 στο Δυτικό Βερολίνο. Οι ιδρυτές της, ο Αντρέας Μπάαντερ και η Γκούντρουν Ένσλιν, που θα συναντήσουν αργότερα την Ουλρίκε Μάινχοφ, είναι παιδιά του γερμανικού οικονομικού θαύματος. Γιατί ρίχνονται στην ένοπλη πάλη; Στην αρχή από ψυχολογική αντίδραση: η ιδέα ότι η γενιά των γονιών τους μπόρεσε, σχεδόν στο σύνολό της, να επιδοκιμάσει, αν όχι να αποδεχτεί το ναζισμό τούς είναι εντελώς ανυπόφορη και ελπίζουν με τη στρατηγική τους του χάους να ξορκίσουν αυτό το Κακό που, κατά τη γνώμη τους, κυλάει στις φλέβες του γερμανικού λαού. Η Σχολή της Φρανκφούρτης και ο Χέρμπερτ Μαρκούζε θα προσφέρουν σε αυτό το σύμπλεγμά τους μια ιδεολογική βάση. Όμως μπορούμε να περιορίσουμε αυτή τη στράτευσή τους σε μια ακραία αντίληψη του αρχικού λάθους: ήταν ένας τρόπος για τους μαχητές της «RAF» να «απελευθερωθούν» έτσι, ο αγωνιστής είναι το απελευθερωμένο έδαφος. Η «RAF» φέρνει μια νέα αντίληψη γι’ αυτό που ονομάζει «το επαναστατημένο άτομο»: ούτε η τάξη ούτε από μόνος του ο λαός, ο επαναστάτης είναι αυτός που διαλέγει να πάρει τα όπλα που κρατά το κράτος, ο κορυφαίος εχθρός.
   Οι δύο πιο θεαματικές πράξεις της «RAF» είναι, στις 24 Μαΐου 1972, η έκρηξη μιας βόμβας στην αμερικανική συνοικία Χάιντελμπεργκ, που είχε στόχο έναν υπολογιστή ο οποίος προγραμμάτιζε τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στο Βιετνάμ, και ύστερα η απαγωγή του προέδρου των Γερμανών Εργοδοτών, του Χανς Μάρτιν Σλάγιερ, παλιού μέλους των SS, στις 5 Σεπτεμβρίου 1977. Εν τω μεταξύ, τα «μολυβένια χρόνια» θα ρίξουν τη σκιά τους σε ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας και της γερμανικής διανόησης, γεγονός που θα οδηγήσει τον Χάινριχ Μπελ να διαμαρτυρηθεί για τις δυσφημιστικές εκστρατείες των οποίων ήταν το αντικείμενο, ενώ ψηφίστηκαν και έκτακτα μέτρα από το Κοινοβούλιο. Εκείνα τα χρόνια σημαδεύτηκαν από θανάτους (η αυτοκτονία της Ουλρίκε Μάινχοφ στις 9 Μαΐου 1976, η δολοφονία του εισαγγελέα Ζίρφριντ Μπούμπακ στις 8 Απριλίου 1977), ενώ ταυτόχρονα εμφανίστηκαν νέες ομάδες ένοπλης πάλης πέρα από το Ρήνο: το κίνημα της 2ας Ιουνίου, που απήγαγε τον Πέτερ Λόρεντς, βουλευτή του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος του Βερολίνου, στις 27 Φεβρουαρίου 1975, καθώς και οι Επαναστατικοί Πυρήνες. Τα χρόνια εκείνα είχαν επίσης σημαδευτεί από τη συμβολική επίσκεψη, στις 4 Δεκεμβρίου 1974, του Ζαν-Πολ Σάρτρ στον Μπάαντερ που έκανε απεργία πείνας. Βγαίνοντας από τη φυλακή του Σταμχάιμ, ο Γάλλος φιλόσοφος, πιστός στο απόφθεγμά του «έχουμε πάντα δίκαιο να επαναστατούμε», αντέκρουσε τις κατηγορίες των Μ.Μ.Ε. για τον ψυχοπαθή χαρακτήρα του Μπάαντερ.
   Ο κομάντο που είχε απαγάγει τον Σλάγιερ απαιτούσε, σαν αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του, να απελευθερωθεί ο Μπάαντερ και άλλοι δέκα κρατούμενοι. Η σύγκρουση κορυφώνεται όταν ένας Παλαιστίνιος κομάντο έκανε αεροπειρατεία σε ένα αεροπλάνο της Λουφτχάνσα για την υποστήριξη των αιτημάτων της «RAF». Τη νύχτα της 17ης προς 18ης Οκτωβρίου 1977, ο Μπάαντερ και δυο σύντροφοί του βρέθηκαν νεκροί στα κελιά τους. Αυτοκτόνησαν, θα πει το γερμανικό κράτος· δολοφονήθηκαν σύμφωνα με άλλες πηγές. Την επομένη, το πτώμα του Σλάγιερ βρέθηκε στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου στη Μουλχάουζ. Η «Libération» κυκλοφόρησε με τίτλο: «Η RAF, ο αγώνας των τεράτων». Έκλεισε μια εποχή. Στη συνέχεια η «RAF», θα ακολουθήσει έναν αισθητά διαφορετικό δρόμο που θα την οδηγήσει στη συνεργασία με την αστυνομία της Ανατολικής Γερμανίας και ύστερα στην εξαφάνισή της μέχρι τη δήλωση του 1996.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 16 Αυγούστου 2015, σ. 5.      

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Car je est un autre: Luis Carcía Montero 3

Luis Carcía Montero
[Γρανάδα, Ισπανία, 1958]


HOMBRE DE LUNES CON SECRETO


ESTE lunes de abril templado y diligente,
muy de mañana, sin haber dormido.
Por la cafetería cruza el buitre
de los horarios laborales,
entre tazas, tostadas y periódicos
se discuten las últimas noticias,
y el hombre del secreto
se submerge en el túnel de una nueva semana.
Deshoja el bienestar de su café,
sonríe a quien le mira, se consuela,
porque tiene un secreto.

Los cuerpos juveniles son presente,
pero nos llega impuesta del pasado
la inocencia arbitraria de sus conversaciones.
El hombre del secreto lo comprende
camino del trabajo,
cuando los estudiantes llenan el autobús
y un tumulto de cuerpos con la cara lavada
se apodera del lunes.
Los ve crecer, observa
como un brillo de incógnita en sus ojos,
una inquietud después desvanecida
por usura del tiempo.
Vivir es ir doblando las banderas.

El hombre de los ojos encendidos
se hiere con las rosas académicas,
consigue entre saludos, puñales y cipreses
cruzar el campus universitario,
recorre los pasillos en busca de su aula,
da su clase,
pero tiene un secreto
y el tema diecinueve se convierte
en materia de asombro,
poemas que se escapan de la página,
versos que llegan a la cima
de una mirada en vilo,
alguien que deja los apuntes
y los libros de texto,
para cerrar las manos hasta herirse
con otra rosa viva
mucho más inclemente,
la rosa de un secreto en el alma de un lunes.

Abre la puerta del despacho
y los libros sonríen  como cómplices viejos.
En ellos ha leído lo que siente,
sólo literatura descentrada.
Pero esta vez no,
porque esta noche no,
esta mañana no,
y el hombre del secreto al levantarse
se miró en el espejo,
y descubrió el enigma
de sus extraños ojos encendidos,
y se dijo que no,
esta vez no.

¿Y la ciudad? Abierta
de luz, cuerpo tendido,
ha cambiado de piel en la ventana.
Ya no será paciencia, ni callejón nocturne,
ni día laborable de tráfico duboso.
Así que va al teléfono,
busca la tinta azul del número apuntado
en el carné de conducir,
la condición de un lunes
que ya no tiene voluntad de fecha
sino de fruta, de sabor en los labios.

El hombre del secreto marca y dice:
«Buenos días, soy yo, he terminado».


Luis Carcía Montero, «Completamente viernes» (1998), [I/Los días], «Poesía Completa» (1980-2015), Tusquets Editores, segunda edición, Barcelona, julio de 2016, páginas 373-375.



ΑΝΔΡΑΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΜΕ ΜΥΣΤΙΚΟ


ΑΥΤΗ τη Δευτέρα του ήπιου και σύντομου Απρίλη
χαράματα, άυπνος.
Από την καφετερία περνά ο γύπας
των εργασιακών ωραρίων,
ανάμεσα σε φλιτζάνια, φρυγανιές και εφημερίδες
σχολιάζονται τα τελευταία νέα,
και ο άνδρας με το μυστικό
καταδύεται στο τούνελ μιας νέας εβδομάδας.
Ξεφυλλίζει την ευημερία του καφέ του,
χαμογελά σε όποιον τον κοιτά, παρηγοριέται
γιατί κατέχει ένα μυστικό.

Τα νεανικά κορμιά είναι το παρόν,
αλλά μας έρχεται επιβεβλημένη από το παρελθόν
η αυθαίρετη αθωότητα των συνομιλιών τους.
Ο άνθρωπος με το μυστικό το καταλαβαίνει
μονοπάτι της δουλειάς,
όταν οι φοιτητές γεμίζουν το λεωφορείο
κι ένας σαματάς σωμάτων με πλυμένο πρόσωπο
σφετερίζεται τη Δευτέρα.
Τους βλέπει να μεγαλώνουν, παρατηρεί
σαν μια λάμψη άγνωστης ποσότητας στα μάτια τους,
μια ανησυχία που αργότερα έχει εξαφανιστεί
λόγω τοκογλυφίας του χρόνου.
Να ζεις σημαίνει να πηγαίνεις διπλώνοντας τις σημαίες.

Ο άνδρας με τα πυρπολημένα μάτια
πληγώνεται με ρόδα ακαδημαϊκά,
κατορθώνει ανάμεσα σε χαιρετισμούς, στιλέτα και κυπαρίσσια,
να διασχίσει την πανεπιστημιούπολη,
διασχίζει τους διαδρόμους αναζητώντας την αίθουσά του,
κάνει το μάθημά του,
έχει όμως ένα μυστικό
και το θέμα δεκαεννιά μετατρέπεται
σε ύλη έκπληξης
ποιήματα που δραπετεύουν από τη σελίδα
στίχοι που φτάνουν στην κορυφή
ενός βλέμματος σε αγωνία
κάποιος που αφήνει τις σημειώσεις
και τα εγχειρίδια,
για να κλείσει τα χέρια ώσπου να πληγωθεί
με άλλο ζωντανό ρόδο
πολύ πιο δριμύ,
το ρόδο ενός μυστικού στην ψυχή μιας Δευτέρας.

Ανοίγει την πόρτα του γραφείου
και τα βιβλία χαμογελούν σαν παλιοί συνένοχοι.
Σ’ αυτά έχει διαβάσει αυτό που νιώθει,
μόνο λογοτεχνία απροσάρμοστη.
Αυτή τη φορά όμως όχι,
γιατί απόψε όχι,
σήμερα το πρωί όχι,
και ο άνδρας με το μυστικό με το που σηκώθηκε,
κοιτάχτηκε στον καθρέφτη,
και ανακάλυψε το αίνιγμα
των παράξενων πυρπολημένων ματιών του,
και είπε όχι
αυτή τη φορά όχι.

Και η πόλη; Ανοιχτή
από φως, κορμί τεντωμένο,
άλλαξε δέρμα στο παράθυρο.
Δεν θα υπάρχει πια υπομονή, ούτε νυχτερινό δρομάκι,
ούτε εργάσιμη μέρα από αμφίβολη κίνηση.
Έτσι λοιπόν πηγαίνει στο τηλέφωνο,
αναζητά το γαλανό μελάνι του αριθμού που είναι σημειωμένος
στην άδεια οδήγησης,
η κατάσταση μιας Δευτέρας
που δεν έχει πια επιθυμία υπογραφής
αλλά φρούτου, γεύσης στα χείλη.

Ο άνδρας του μυστικού σημειώνει και λέει:
«Καλημέρα, είμαι εγώ, τελείωσα».


Luis García Montero, «Αποκλειστικά Παρασκευή» (1998), [Ι/Οι ημέρες], μτφρ. Αγγελική Πορτοκάλογλου, εκδόσεις Λαγουδέρα, Αθήνα, 2006, σσ. 19-21.    

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 53

Raymond Queneau
[1903-1976]


Oulipo

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Εργαστήρι λογοτεχνικού πειραματισμού που ιδρύθηκε το 1960 από τον Ρεϊμόν Κενό


Το «Oulipo», δηλαδή «OUvroir de LIttérature POtentielle» («Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας») είναι ένας τόπος όπου εργαζόμαστε. Όπου «επεξεργαζόμαστε» τη λογοτεχνία, όπου εργαζόμαστε για το μέλλον της λογοτεχνίας. Αν θέλουμε να ξέρουμε σε τι θεωρεί το «Oulipo» το πρόγραμμά του ως «επαναστατικό», αρκεί να διαβάσουμε το «Petite histoire dOulipo» («Μικρή ιστορία του Ουλιπό»), έτσι όπως την αφηγείται ο Ζαν Λεκίρ στο σεμνό συλλογικό τόμο, μια ανθολογία των εργασιών της ομάδας (εκδόσεις Gallimard, 1973). Αφού μας υπενθυμίσει πως ο «Πατέρας Ιδρυτής» της ομάδας, Ρεϊμόν Κενό (1903-1976), είχε επινοήσει το απόφθεγμα «Δεν υπάρχει λογοτεχνία παρά εκούσια», ο Ζαν Λεκίρ ανεβάζει λίγο τον τόνο: «Δεν παρατηρήσαμε αρκετά τι σοβαρή επανάσταση, τι απότομη μετάλλαξη εισάγει αυτή η απλή φράση σε μια αντίληψη της λογοτεχνίας που εξακολουθεί να είναι παραδομένη στις ρομαντικές διαχύσεις και στην εξύμνηση της υποκειμενικότητας. Στην πραγματικότητα, αυτή η φράση υπονοούσε την επαναστατική σύλληψη της αντικειμενικότητας στη λογοτεχνία και την άνοιγε, από τότε, σε όλους τους πιθανούς τρόπους χειρισμού».

Ρήξη & Αφετηρία
Το «Oulipo» σηματοδοτεί, λοιπόν, το πέρασμα από μια ρομαντική και σκοταδιστική ιδεολογία της «έμπνευσης» (που επεκτείνεται από τους σουρεαλιστές) σε μια αντικειμενική σύλληψη, απελευθερώνοντας τους δρόμους μιας ανεξάντλητης και σαφούς παραγωγικότητας, με τη συστηματική άσκηση των διαδικασιών πιέσεων. Επιχειρήσεις, χειρισμοί, αυτά είναι από εδώ και στο εξής, για το «Oulipo», τα συστατικά της «σοβαρής» επανάστασης. Από τη μια πλευρά, η ψευδο-επανάσταση-απελευθέρωση των μαθητών του Μπρετόν και, από την άλλη, η πραγματική επανάσταση. Από τη μια, οι πιέσεις που απελευθερώνουν και, από την άλλη, η αυτόματη και αλλοτριωμένη γραφή. Θα πρέπει, τουλάχιστον, να επισημάνουμε ότι στον τομέα «λογοτεχνία», το «Oulipo» θέλει να αυτοπροσδιοριστεί ως ένα σημείο ρήξης και μια αφετηρία.

Οι καταβολές
Θα πρέπει, επίσης, να υπενθυμίσουμε ένα σημείο προέλευσης: το «Oulipo» προέρχεται από τη Σχολή της «παταφυσικής» (pataphysique). Στην αρχή είναι ένα από τα ιδρυτικά της μέλη, όποτε συμμερίζεται την αντίληψη για τις «δυνητικώς» ανατρεπτικές ραδιουργίες. Η σοβαρή πλευρά του «Oulipo» είναι σαφώς χρωματισμένη με χιούμορ, κάτι που βλέπουμε εντελώς ξεκάθαρα στο έργο του ποιητή και μαθηματικού Ζακ Ρουμπό. Ο ιδρυτής της «παταφυσικής», ο Αλφρέ Ζαρί (1873-1907) -και ο δικός του δόκτορας Φαουστρόλ- όριζε την τελευταία ως την επιστήμη των αμφίβολων λύσεων, και επιδιδόταν στο ανακάτεμα του «επιστημονικού» σοβαρού και του χλευασμού, και μάλιστα της ανησυχητικής ειρωνείας. Το «Oulipo» παίρνει τη σκυτάλη και διευκρινίζει: «Ο Λόγος είναι ενδόμυχα δυνητικός (και επομένως οντογενετικά παταφυσικός ή παράγοντας Φανταστικών Λύσεων): σε αυτό είναι Θεός. Όμως η εποχή της λατρείας έχει περάσει, αυτή της επιστήμης και των φιλόδοξων πλειοδοσιών της έχει έρθει».

Μέθοδος & Ουσία
Το «Oulipo» μπορεί, επίσης, να έχει αξιώσεις στην ανατροπή, λόγω των παιδαγωγικών του προεκτάσεων. Το Εργαστήρι παρέχει στους καθηγητές και στους μαθητές ένα ετοιμοπαράδοτο σύνολο διαδικασιών σύνθεσης. Με αυτό συμμετέχει στο μοντέρνο κίνημα, το μεταρομαντικό και αντιρομαντικό, της απομυθοποίησης της λογοτεχνικής τεχνικής. Και παρουσιάζεται λίγο πολύ ρητά ως το μόνο που μπορεί να προσδώσει κάποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στην πρόταση που τόσο μάταια επικαλούνται όλες οι ιστορικές πρωτοπορίες: η ποίηση θα είναι για όλους.
   Ενταγμένες προτάσεις: η γραφή, αυτό μαθαίνεται. Η λογοτεχνία είναι ένα σύνολο τεχνικών μεθόδων κ.λπ.
   Οι ημερομηνίες είναι επίσης ενδεικτικές: η χρονιά του 1960 είναι αυτή της δημιουργίας του περιοδικού «Tel Quel» από τη μια και του «Oulipo» από την άλλη. Φυσικά, το «Tel Quel» του 1960 δεν είναι το ίδιο με αυτό στο οποίο βαθμιαία θα εξελιχτεί τρία ή τέσσερα χρόνια αργότερα, στρατευμένο στους δρόμους της πρωτοποριακής ανατροπής και απελευθερωμένο από έναν αρχικό αισθητισμό ο οποίος, τελικά, δεν ήταν και τόσο ασύμβατος με τα πρώτα κίνητρα του «Oulipo». Όμως σύντομα θα εκδηλωθεί η αντίθεση ανάμεσα στον πειραματισμό με ένα ουτοπικά επαναστατικό σχέδιο και στην «τεχνική» αδιαφορία (και δήθεν σεμνή) των δημιουργών του «Oulipo», οι οποίοι είναι συν τοις άλλοις και θιασώτες της μεγαλύτερης διακριτικότητας. Από τη μια, είναι η στρατηγικά πολιτική δράση. Από την άλλη, υπάρχει κάτι από την «περιορισμένη» δράση (μια διατύπωση του Μαλαρμέ, η οποία θα μπορούσε να ερμηνευτεί ξανά με όρους σχεδόν αναρχικούς), σχετικά «εσωτεριστική», που κρατά κάτι από τη μυστική ψευδοκοινότητα του τύπου της Σχολής της «παταφυσικής».  

Η διάρκεια
Δεν υπάρχει κανένα παράδοξο στην επιβίωση του «ουλιπικού φαινομένου» μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, ενώ όλες οι κολεκτίβες, οι ομάδες και τα κινήματα που ήταν σύγχρονά του κατά τη γέννησή τους, εξαφανίστηκαν το ένα μετά το άλλο. Επίσης η ακτίνα επιρροής του «Oulipo» είναι αρκετά μεγάλη. Το 1998, το περιοδικό «Formules» επικαλείται το μοντέρνο κίνημα που προσδιορίζεται από «την προτίμηση στον πειραματισμό, το μη ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για τις μορφές, το ρίσκο των τρόπων γραφής που υπερβαίνουν τις προσδοκίες του αναγνώστη… », και ξεχωρίζει στους κόλπους της νεωτερικότητας, δύο κατευθύνσεις, μία εικονοκλαστική και μία που ευνοεί «το συνειδητό υπολογισμό ως κινητήρια δύναμη της συγγραφής», της οποίας οι πατέρες θα ήταν ο Πόε, ο Ρουσέλ, ο Μαλαρμέ, ο Βαλερί, ο Κενό, ο Περέκ, δηλαδή όσον αφορά στους δύο τελευταίους, το «Oulipo».
   Ένας παραβατικός φορμαλισμός και ένας εποικοδομητικός φορμαλισμός, και μάλιστα κονστρουκτιβιστικός. Αρκετά καλά ιδωμένο. Αυτό σημαίνει πως αυτοί που παραβαίνουν δεν οικοδομούν τίποτα; Και αυτοί που οικοδομούν (υπολογίζουν κ.λπ.) δεν παραβαίνουν και τίποτα σπουδαίο; Ας τις έχουμε πρόχειρες αυτές τις ερωτήσεις. Μπορεί να χρησιμεύσουν.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 19 Ιουλίου 2015, σ. 4.          

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Περιθωριακά 53

Χαρακτηριστικό έργο του «Βιεννέζικου Ακσιονισμού» από τον Γκίντερ Μπρους


Ακσιονισμός
(Βιεννέζικος Ακσιονισμός)

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Σύντομο σε διάρκεια και βίαιο στις δημιουργικές δραστηριότητές του καλλιτεχνικό κίνημα της αβανγκάρντ το οποίο δημιουργήθηκε στην Αυστρία (Βιέννη) κατά τη δεκαετία του ’60 και έδρασε συλλογικά μέχρι το 1971

Αυτό το κίνημα, που διακρίνεται για τη βιαιότητά του, εμφανίστηκε στην Αυστρία κατά τη δεκαετία του ’60, γι’ αυτό και συχνά ονομάζεται «Βιεννέζικος Ακσιονισμός». Εκπροσωπείται κυρίως από τους καλλιτέχνες Χέρμαν Νιτς, Ότο Μίελ, Άλφονς Σίλερ, Γκίντερ Μπρους, Άρνουλφ Ράινερ και Ρούντολφ Σβαρτσκόγκλερ.
   Οι ακσιονιστές αντιμετωπίζουν το σεξ σαν ένα από τα κυριότερα εργαλεία της επανάστασής τους. Το σώμα γίνεται το ουσιαστικό υλικό της τέχνης και εκφράζεται στις περφόρμανς και στα χάπενινγκ, στα οποία η γύμνια, το αίμα και το σπέρμα οδηγούν τη σεξουαλική πρόκληση στα άκρα. Η αποστροφή, ο φυσικός πόνος και η επιθετικότητα αποτελούν συστατικά στοιχεία αυτών των τελετουργικών.
   Σε απάντηση στα κρέατα και στους σκελετούς του Νιτς, ο Σίλινγκ εκθέτει τον Μάρτιο του 1965 ένα γδαρμένο πρόβατο που στάζει αίμα. Στριφογυρίζοντας το ζώο, ραντίζει το κοινό με αίμα, εκσφενδονίζει αυγά στους τοίχους και στο τέλος τρώει ένα τριαντάφυλλο. Μερικά τελετουργικά, που ολοκληρώνονται μέσα σε πολλές ημέρες χωρίς την παρουσία κοινού, απαθανατίζονται σε φωτογραφίες. Οι τελετές, οι λιτανείες και οι μιμήσεις θρησκευτικών τελετουργικών του Νιτς («Όργια και μυστήρια», Θέατρο Ο.Μ.) συνδέουν με έναν ιερόσυλο τρόπο το σεξ με το μυστικισμό. Το αίμα, κόκκινο, καφετί ή μαύρο σε νερόλακκους, κηλίδες και πιτσιλιές, ξεραμένο ή νωπό, γίνεται υλικό της ζωγραφικής και χρησιμεύει για τη δημιουργία τοιχογραφιών με τη συμμετοχή του κοινού.
   Ο «Βιεννέζικος Ακσιονισμός» τοποθετείται στο πλαίσιο της ουτοπίας μιας εναλλακτικής κοινωνίας. Απέναντι σε έναν κόσμο που αντιμετωπίζεται με ακραίο και απαισιόδοξο τρόπο, καθιστά την τέχνη και τη δραματοποίηση του τρόμου μορφή κοινωνικής και πολιτικής πάλης. Επίσης, βρίσκει σε έναν οξυμένο αισθησιασμό, που φτάνει στα όρια του ανυπόφορου, ένα δυνατό μοχλό εξουσίας ενάντια σε έναν αποπνικτικό αιώνα. Η αστυνομία θα επέμβει πολλές φορές για να θέσει τέρμα σε αυτές τις ενέργειες. Θα γίνουν δικαστικές διώξεις.
   Το 1971 ο Νιτς θα αποκτήσει ένα χώρο, το «Prinzendorf», όπου θα διεξάγονται όλες οι εκδηλώσεις του θεάτρου του. Πιο πολύ επηρεασμένος από τον Υβ Κλάιν και τον Πιέρο Μαντσόνι, ο Σβαρτσκόγκλερ, που πέθανε το 1969 σε ηλικία 28 ετών, δημιουργεί από το 1965 κάποιες συνθέσεις στις οποίες χρησιμοποιούνται πάσης φύσεως υλικά: χρώματα ζωγραφικής, εντόσθια κότας ή ψαριού, επίδεσμοι και γάζες με τους οποίους τυλίγει το σώμα, χειρουργικά εργαλεία προορισμένα για ακρωτηριασμούς. Έντονα επηρεασμένος από τον εξπρεσιονισμό και την action painting, ο Μπρους, που θα συναντήσει την ομάδα το 1964, δημιουργεί έργα με κραυγαλέες σαδομαζοχιστικές αναφορές, και προχωρά σε αυτοακρωτηριασμούς, στην αρχή σε συμβολικό επίπεδο και κατόπιν στην πράξη. Ο Μπρους μετατρέπει την πορνογραφία και τη σκατολογία σε ένα είδος αδυσώπητης κριτικής ενάντια σε μια αυστριακή κοινωνία της καταστολής και της κρίσης. Καταδικασμένος από την αυστριακή δικαιοσύνη καταφεύγει στο Βερολίνο.
   Το κίνημα του «ακσιονισμού», που αναφέρεται συχνά στον Μποντλέρ, τον Νίτσε, τον Σίλε, τον Κοκόσκα και τον Αρτό, ειδικά στο «θέατρο της σκληρότητας», έχει ως αφετηρία μια προπατορική ασθένεια του ανθρώπου η οποία δεν θα θεραπευτεί παρά μόνο μέσω της ομοιοπαθητικής, δηλαδή θεραπεύοντας το κακό με το κακό.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 19 Ιουλίου 2015, σ. 5.      

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Car je est un autre: Γιώργος Σαράτσης

Ο ποιητής Γιώργος Σαράτσης απαγγέλλει στην «5η Λογοτεχνική Σκηνή», Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2016


Ένα Ακαριαίο Ποίημα

στον Κώστα Ρεούση


Διακρίνω
έντονο τέλμα
κάτι που ξεκινά
από κάτω –
δεν ανεβαίνει
εδραιώνεται
Διακρίνω
παράτολμα λόγια
απ’ τα πολύ
δικά μου –
Άνοιξη
απ’ το ανοίγω
οσμίζομαι άρωμα
από ξένο σώμα –
ξένα σώματα
τα μάτια μας
Μεγαλόνησος στο κέντρο
της πόλης
έμαθα μόνος
και καταλαβαίνω
το αόριστο
της ποίησης
– δεν είναι για ’μένα –
μόνο γρατσουνιά
από πληγωμένα
ακροδάχτυλα
τέλμα
απ’ το ανοίγω
ξένα σώματα
από μοναξιά
σε μοναξιά –
ακέραιος
ακόμη.


Θεσσαλονίκη, 11 Απρίλη 2016



Το ποίημα του Γιώργου Σαράτση είναι ανέκδοτο, και δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά. Γράφτηκε ακαριαία στις 11 Απριλίου του 2016 στο καφέ «Γαζία», στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου του Κώστα Ρεούση, «Ένα τσεκούρι κάθεται», και του χαρίστηκε αυτόγραφα από τον Γιώργο Σαράτση.