Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 45

Δανιήλ Χάρμς
[1905-1942]

Ομπεριού
Η απόκρυψη ενός καλλιτεχνικού κινήματος

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Ιδρύθηκε από σοβιετικούς καλλιτέχνες το 1925 και διαλύθηκε, μετά από διώξεις, το 1934

   Οι συγγραφείς, οι ποιητές, οι δραματουργοί, οι δοκιμιογράφοι και οι φιλόσοφοι της ομάδας «Ομπεριού» (ενδεικτικά αναφέρουμε τους Ιγκόρ Μπακτέρεφ, που γεννήθηκε το 1908, Δανιήλ Χαρμς, 1905-1942, Νικολάι Ολέινικοφ, 1898-1937, Κονσταντέν Βαγκίνοφ, 1899-1934, Αλεξάντερ Βεντένσκι, 1904-1941, Νικολάι Ζαμπολότσκι, 1903-1958, κ.ά.) επινόησαν ένα είδος αντίστασης που δεν εκφράζεται με τα συνηθισμένα μέσα. Στην πραγματικότητα, σε αυτούς, δεν υπάρχει ούτε επανάσταση ούτε οργή. Ούτε καταγγελία ούτε σάτιρα. Ίσως κάποια ειρωνεία, αλλά και αυτή απόμακρη. Τα μέλη της ομάδας περιορίστηκαν στο να είναι κοινωνικά μηδενικά. Σε κάθε περίσταση, επιδείκνυαν την αδυναμία τους και την επιπολαιότητά τους. Αδύνατον να φανούν πιο παιδαριώδεις ή πιο γελοίοι. Όμως, αυτό που ήταν, το έδειξαν με αρκετή δεξιοτεχνία και οξυδέρκεια –και μάλιστα υπό το βάρος μιας ολόκληρης ρωσικής καλλιτεχνικής σκηνής, στοιχειωμένης από την επιστροφή στην τάξη.
   Η «Ομπεριού» είναι το πιο ριζικό αντίδοτο στο στόμφο, τον ψεύτικο ηρωισμό και στα καλά, δήθεν επαναστατικά συναισθήματα που από το 1925 κατακλύζουν την ΕΣΣΔ. Εντούτοις, η σταλινική εξουσία, που έχει μια εκπληκτική διαίσθηση όσον αφορά και στο παραμικρό ίχνος υποτίμησής της, δεν ξεγελιέται από τους δήθεν «χαζούς του χωριού». Εξιχνίασε την αντίληψη και το όραμά τους για τον κόσμο που κρύβονταν στα κείμενά τους, που φαινομενικά ήταν ανεκδοτολογικά και ασήμαντα. Πολύ σύντομα η ομάδα διαλύεται και δύο από τα πιο δημιουργικά μέλη της, ο Δανιήλ Χαρμς και ο Αλεξάντερ Βεντένσκι, εκτελούνται.

Οι απαρχές και το «Ζαούμ»
   Η έδρα της ομάδας είναι το Λένινγκραντ. Εκεί γνωρίζονται, πολύ νέοι, στο λύκειο και στο πανεπιστήμιο. Σε μια ακατάλληλη στιγμή σε σχέση με την εξομάλυνση που αναγγελλόταν, παθιάζονται με μια αβανγκάρντ ήδη βυθισμένη στο σκοτάδι, αυτήν του κινήματος των Χλεμπνίκοφ και Κρουτόνικ, το οποίο ονομάζεται άλογο ή «υπερνοητικό». Ο «αλογισμός» ή η «υπερνόηση» είναι το ρωσικό ανάλογο του ντανταϊσμού, και αυτό πριν το Νταντά, εφόσον το κίνημα βρίσκεται στην πιο ώριμη φάση του το 1914. Οι Χλεμπνίκοφ και Κρουτόνικ είναι οι εμπνευστές και οι πρωτοπόροι του «ζαούμ-zaoum», αυτής της γλώσσας, που παίζει με τις ρίζες, τις καταλήξεις και τα διφορούμενα.
   Το 1926, οι τελευταίοι «ζαούμνικ» διδάσκουν στην Κρατική Ακαδημία Καλλιτεχνικού Πολιτισμού του Λένινγκραντ, της οποίας διευθυντής είναι ο Μάλεβιτς. Ο τελευταίος ίδρυσε ένα εργαστήρι φωνολογίας που το διευθύνουν δύο ποιητές, οι Τερέντιεφ και Τουφάνοφ. Δίπλα σε αυτούς ξεκινούν τις έρευνές τους ο Χαρμς και ο Βεντένσκι. Ιδρύουν μια ομάδα, τη «Ράντιξ», που σχεδιάζει να ανεβάσει θεατρικά έργα. Ο Μάλεβιτς θα τους παραχωρήσει ένα χώρο μέσα στην Ακαδημία. Το θέατρο του Χαρμς και του Βεντένσκι βασίζεται στην ταχύτητα και στην ενέργεια. Αγκαλιάζουν μια κατάσταση και την οδηγούν μέχρι την τρέλα ή το παράλογο. Όλα είναι μεταβατικά: οι ηθοποιοί δεν παύουν να ανταλλάσσουν τους ρόλους τους. Η υποτυπώδης πλοκή αμφισβητείται συστηματικά από τους πρωταγωνιστές. Πρόκειται περισσότερο για παιδιά ή για τρελούς που επιχειρούν να συγκροτήσουν προσωπικότητες χωρίς συνοχή, παρά για ηθοποιούς που παγιώνουν μια σύνθεση. Όμως, η «Ράντιξ» δεν θα έχει το χρόνο να αναπτύξει το σχέδιο της, εκτός από την παραγωγή και το ανέβασμα ενός πρώτου έργου: «Η μαμά είναι καλυμμένη από ρολόγια». Η Ακαδημία του Μάλεβιτς κλείνει στα τέλη του 1926 επειδή θεωρείται ανώφελη (όχι αρκετά «επιστημονική») και κοινωνικά παρασιτική («ένα μοναστήρι με έξοδα του κράτους»).

Η στιγμή της «Ομπεριού»
   Το φθινόπωρο του 1927, τα μέλη της «Ομπεριού» θα οργανώσουν την πρώτη τους μεγάλη βραδιά ανάγνωσης στον Οίκο του Τύπου, όπου τοιχοκολλούν μανιφέστα τα οποία έχει συντάξει ο Ζαμπολότσκι. Μέχρι και την επόμενη χρονιά, θα συνεχιστεί μια σειρά από συναυλίες σε σχολεία, ακόμα και σε στρατώνες. Αυτές θα διακοπούν μετά τη δημοσίευση ενός άρθρου που καταγγέλλει την «Ομπεριού» σαν «ένα κίνημα εχθρικό προς τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και την επαναστατική λογοτεχνία». Λίγο αργότερα, ξεκινούν οι συλλήψεις. Οι κατηγορίες είναι απίστευτες: το «ζαούμ», για παράδειγμα, γίνεται ένα κωδικοποιημένο σύστημα για τη διάδοση της αντισοβιετικής προπαγάνδας! Στην πραγματικότητα, αυτό που η εξουσία δεν συγχωρεί είναι το χιούμορ και η φαντασία.
   Τα περισσότερα μέλη της ένωσης επιβιώνουν γράφοντας κείμενα και βιβλία για παιδιά (οι Χαρμς, Λιπάφσκι και Βεντένσκι είναι γνωστοί για την παιδική τους λογοτεχνία). Μόνο που, αυτή τη λογοτεχνία, την τόσο άμεση και γεμάτη από ετερόκλιτα στοιχεία, την έχουν στηρίξει στις δικές τους ιστορίες ενηλίκων. Διηγήθηκαν τη δική τους καθημερινότητα με μια ψεύτικη αφέλεια, μένοντας με έναν ψεύτικο τρόπο άοπλοι μπροστά της, γεγονός που προσδίδει στο έργο τους ένα χαρακτήρα απελπισίας και θλίψης. Η άθλια πραγματικότητα μιας συντετριμμένης χώρας παίρνει τη μορφή παραμυθιών, παιδικών τραγουδιών, αποσπασμάτων που δεν οδηγούν πουθενά, που χαίρονται να χάνονται, που μετατρέπουν την εγκατάλειψή τους σε μια ευκαιρία για χιούμορ. Όσο πιο ανόητο είναι το ποίημα -όσο περισσότερο καταλήγει σε αδιέξοδο και κάνει επίδειξη της αποτυχίας του- τόσο πιο ακριβές και μαχητικό γίνεται. Ο Χαρμς είναι ειδικός της εξομολογημένης αποτυχίας. Τα μέλη της ομάδας «Ομπεριού» είναι οι πρώτοι που επωφελούνται από τις θλιβερές κωμωδίες που παίζονται στα κοινοβιακά διαμερίσματα. Είναι λίγα τα παραμύθια ή τα σκετς στα οποία δεν παρεμβαίνουν ο στρατιωτικός, η θυρωρός ή ο γείτονας. Ένας κόσμος καταδόσεων στήνεται.
   Όσον αφορά στα μέλη της ομάδας, κάποιοι μίλησαν για το «μη λογικό» και τους έχρισαν πρόδρομους του θεάτρου του παραλόγου, όπως αυτού του Ιονέσκο. Είναι πιο καίριο να αναφερθούμε σε πρόσωπα του Γκόγκολ ή του Ντοστογιέφσκι που γίνονται στόχοι της γραφειοκρατίας. Τα μέλη της «Ομπεριού» αρέσκονται στο να δυναμιτίζουν τα παλαιότερα κείμενα και επιφυλάσσουν μια ειδική μεταχείριση, συχνά προκλητική, γι’ αυτά που τιμούν περισσότερο. Εάν είναι πρόδρομοι κάποιου πράγματος, είναι κυρίως μιας κάποιας υπεράσπισης της ανωριμότητας που τόσο αγαπά ο Γκομπρόβιτς. Αυτό που εννοούν μιλώντας για «πραγματική τέχνη», πέρα από τους πειραματισμούς στην ύλη ακόμα και στη γλώσσα, είναι ακριβώς μια τέχνη ικανή να αντιμετωπίσει τη μετριότητα μιας κατάστασης φέρνοντάς της το άλας και το ξαλάφρωμα ενός μαύρου γέλιου.
   Τη στιγμή που η ΕΣΣΔ έμπαινε στον πόλεμο, αυτή η στάση χρεώθηκε ως ηττοπάθεια. Το 1941, ο Χαρμς και ο Βεντένσκι πεθαίνουν, ο ένας από μια υποχρεωτική θεραπεία στο άσυλο της φυλακής, ενώ ο άλλος πυροβολείται κατά τη διάρκεια της εξορίας που του είχε επιβληθεί.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 7 Ιουνίου 2015, σ. 4.     

Περιθωριακά 45

Πολ-Εμίλ Μπορντιά
[1905-1960]

Παγκόσμια Άρνηση

Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Μανιφέστο καλλιτεχνών και διανοούμενων της αβανγκάρντ του Κεμπέκ (Καναδάς), το οποίο δημοσιεύτηκε στο Μόντρεαλ τον Αύγουστο του 1948

Αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Κεμπέκ υπερτερεί της Ευρώπης μόνο ως προς την ακμάζουσα οικονομία του: τα ήθη και, κατά μείζονα λόγο, κάθε καλλιτεχνική έκφραση, παραμένουν εντελώς αγκυλωμένα από έναν φορτικό καθολικισμό, από το σοκ της γέννησης του μακαρθισμού και τους κάθε είδους τοπικισμούς. Από πείσμα, τα ελεύθερα πνεύματα ονειρεύονται πότε τη Νέα Υόρκη και πότε το Παρίσι, δημιουργώντας ξανά δεσμούς με αυτό το παλιό λιμάνι γλωσσικής νηολόγησης, όπου το σουρεαλιστικό κίνημα ενώνει εκείνη την εποχή την πλειονότητα των αλλοδαπών αβανγκάρντ που νιώθουν αδικημένες στη χώρα τους.

Οι αυτοματιστές
   Ήδη από το 1943, ο αρχικός πυρήνας μιας ομάδας, που το 1948 θα περιλαμβάνει καμιά δεκαπενταριά νέους ζωγράφους, ποιητές, χορευτές, χορεύτριες και φωτογράφους από το Μόντρεαλ, έρχεται σε επαφή με τον Μπρετόν. Καθοδηγούμενοι από τον Πολ-Εμίλ Μπορντιά (1905-1960), ζωγράφο και καθηγητή της Σχολής Επίπλου του Μόντρεαλ, οι «αυτοματιστές» προσπαθούν να μεταφέρουν, κυρίως στους πίνακές τους, αυτή την αρχή, που τόσο την εκτιμά ο Γάλλος ποιητής: μιας μη προμελετημένης και υπαγορευμένης από το υποσυνείδητο γλώσσας, η οποία είναι ελεύθερη από κάθε ορθολογική επιθυμία του να σημαίνει κάτι και η οποία έχει ως μοναδικό νόμο την άρνηση κάθε παραδοσιακής, καθησυχαστικής και αυθαίρετης ασπίδας προστασίας των εικαστικών τεχνών. Σε μια επιστολή του στον Μορίς Γκανιόν, ο Μπορντιά, γράφει τον Μάιο του 1942: «Καθισμένος μπροστά σε ένα λευκό χαρτί, με το πνεύμα ελεύθερο από κάθε λογοτεχνική ιδέα, υπακούω στην πρώτη παρόρμηση. Αν μου έρθει στο μυαλό να τοποθετήσω το κάρβουνο ζωγραφικής στο κέντρο του φύλλου, ή σε κάποια από τις πλευρές του, το κάνω χωρίς συζήτηση, και ούτω καθεξής. Ακολουθώ την ίδια πορεία και για το χρώμα. Όπως και για ένα σκίτσο, αν η πρώτη ιδέα είναι να χρησιμοποιήσω κίτρινο, δεν το συζητώ. Και αυτό το πρώτο χρώμα καθορίζει και τα υπόλοιπα».
   Αν και ήδη κάποιοι άλλοι είχαν καταβάλει παρόμοιες προσπάθειες, αυτή η εφαρμογή στις πλαστικές τέχνες μιας μεθόδου που εφαρμόζεται αποκλειστικά στη γραφή θα καταστεί, χάρη στους «αυτοματιστές» του Κεμπέκ, μια ζωγραφική αρχή συλλογική, ορισμένη και οργανωμένη. Με αυτή την ιδιότητα, οι ανήσυχες εισβολές ενός Ζαν-Πολ Ριοπέλ, η ονειρική έκσταση ενός Πιέρ Γκοβρό, όπως και τα περισσότερα έργα των Μαρσέλ Φερόν, Ζαν-Πολ Μουσό, Μαρσέλ Μπαρμπό, Φερνάρ Λεντίκ και του ίδιου του Μπορντιά, που μπορούμε να τα συγκρίνουμε με την αμερικανική λυρική αφηρημένη τέχνη, διαφοροποιούνται σαφώς από τις μεθόδους ενός Μέισον ή ενός Μιρό στο Παρίσι.

Το μανιφέστο
   Το καλοκαίρι του 1947 η ομάδα εκθέτει τα έργα της στην γκαλερί του Κήπου του Λουξεμβούργου στο Παρίσι. Τον Αύγουστο του 1948 ο Μπορντιά συντάσσει την «Παγκόσμια Άρνηση». Πρόκειται για ένα αισθητικό και πολιτικό μανιφέστο που θα έχει μια χωρίς προηγούμενο απήχηση στην πολιτιστική ιστορία του Κεμπέκ. Το συνυπογράφουν και τα άλλα μέλη της ομάδας των «αυτοματιστών». Αυτή η αναρχική διακήρυξη, που είναι ανελέητη κατά του Κλήρου, έχει την οξεία σφοδρότητα ενός σωτήριου σκοπού: «Άρνηση να κλείσουμε τα μάτια μπροστά στη διαφθορά, στην κοροϊδία που διαιωνίζεται μέσω της γνώσης, της εξυπηρέτησης, της οφειλόμενης ευγνωμοσύνης. Άρνηση να σιωπήσουμε. Άρνηση να υπηρετήσουμε. Άρνηση κάθε πρόθεσης, ολέθριο όπλο της λογικής».  Μπορεί η διεύθυνση της Σχολής Επίπλου να απέλυσε αμέσως τον Μπορντιά, ωστόσο έχει δημιουργηθεί προηγούμενο, στο οποίο οφείλει πολλά η ήρεμη κίνηση της δεκαετίας του ’60.
   Οι «αυτοματιστές» εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στον Μπρετόν. Ωστόσο, στην «Παγκόσμια Άρνηση», καταφεύγουν στις αποχρώσεις μιας υπέρμετρης μεγαλοπρέπειας, η οποία είναι χαρακτηριστική των δηλώσεων των σουρεαλιστών του Μεσοπολέμου. Και τούτο επειδή, σκοτώνοντας αυτόν τον «πατέρα», δεν έκαναν τίποτα άλλο πέρα από το να εφαρμόζουν υπάκουα το απίστευτο μάθημά του.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 7 Ιουνίου 2015, σ. 5.      

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 17

Ο Κώστας Ρεούσης (αριστερά) ως Μέγας Σεΐχης ή Βασιλεύς, των Ηνωμένων Κυπριακών Εμιράτων (Ελλήνων, Τούρκων, Αρμενίων, Μαρωνιτών, Λατίνων κι άλλων διαολοσταλμένων -κατσικωμένων- εθνοτήτων), εμφανέστατα ετοιμοπόλεμος (του ’χει γουρλώσει το μάτι που λέει κι ο λαός), με τον Φώτη Μαρκάκη (δεξιά), ιδιοκτήτη του μπαρ «Κορνίζα Μπαρόκ», στην παλιά Λευκωσία, Σούτσου 9, απέναντι από το Χαμάμ Ομεριέ, τις Απόκριες του 2017, φωτογραφία του μπάρμαν Ιωάννη Πετρώφ  

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 44

Το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου

Edgar Allan Poe
«Το ημερολόγιο του Ιούλιου Ρόντμαν»

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

«Διήγηση του πρώτου πολιτισμένου ανθρώπου που διέσχισε τα βραχώδη όρη της Βόρειας Αμερικής»

Το ημιτελές μυθιστόρημα του Edgar Allan Poe (1809-1849), μεταφρασμένο για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα σε απόδοση του ποιητή Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, δεν έχει ανάλογο στο σύνολο του έργου του σκοτεινού Αμερικανού. Στο πρόσωπο του κεντρικού του ήρωα, Ιούλιου Ρόντμαν, ένας τελείως διαφορετικός έως ασυνήθιστος Poe καθοδηγεί τον «πολιτισμένο άνθρωπο» στην έρημο της άγριας κι αχαρτογράφητης Βορείου Αμερικής για να κατακτήσει μία περιοχή περισσότερο οικεία για την ψυχή του. Αναζητώντας, ίσως, τη γαλήνη και την ηρεμία που η παράξενη διάθεση του χαρακτήρα του δεν του επέτρεπε να απολαύσει ανάμεσα στους ανθρώπους.

Η ιστορία της ημιτελούς δημοσίευσης
Το καλοκαίρι του 1839, ο Poe, προσλαμβάνεται στο περιοδικό «Burtons Gentlemans Magazine», όπου στις σελίδες του δημοσίευσε πλήθος άρθρων, διηγημάτων και κριτικών. Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, εκδίδει τη συλλογή διηγημάτων «Αλλόκοτες ιστορίες-Tales of the Grotesque and Arabesque», με τις γνώμες των κριτικών να διχάζονται. Με το γύρισμα του χρόνου, και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 1840, δημοσιεύει στο «Burtons Gentlemans Magazine» το πρώτο μέρος από το «Ημερολόγιο του Ιούλιου Ρόντμαν-The Journal of Julious Rodman». Θα ακολουθήσουν ακόμη πέντε μέρη, έως τον Ιούνιο του 1840, όπου και το «Ημερολόγιο» διακόπτεται απότομα. Οι σχέσεις του Poe με τον ιδιοκτήτη του περιοδικού, William E. Burton (1804-1860), κλονίζονται με αφορμή μία χρηματική οφειλή του τελευταίου προς τον συγγραφέα. Μάλιστα, τον Ιούνιο, ο Poe αναγγέλλει την έκδοση του δικού του περιοδικού, που ήθελε να ονομάσει «The Penn». Την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν και κάποιες διαφημιστικές καταχωρήσεις σε έντυπα της εποχής που ανακοίνωναν την έκδοση. Αυτή η πρόθεση του Poe, σε συνδυασμό με τις οικονομικές διαφορές που είχε με τον ιδιοκτήτη, οδηγεί στην απόλυση του συγγραφέα. Μετά από λίγους μήνες, ο Burton πουλάει το έντυπό του στον George Rex Graham (1813-1894), που το μετονομάζει σε «Grahams Magazine» και προσλαμβάνει τον Poe, εκ νέου, στη θέση του αρχισυντάκτη. Όμως, παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, ο συγγραφέας δεν ασχολείται πλέον με το ανολοκλήρωτο μυθιστόρημά του. Μία εικασία μπορεί να είναι πως θεώρησε τη μικρή φόρμα του διηγήματος καταλληλότερο λογοτεχνικό είδος για να καταγράψει τις περίφημες ιστορίες του.      

Ο κύριος Ιούλιος Ρόντμαν
Στο πρώτο μέρος του «Ημερολογίου», που στο τέλος του φέρει την ένδειξη «Οι εκδότες του περιοδικού», ο Poe μας εισάγει στο βίο και την πολιτεία του κυρίου Ρόντμαν και της οικογένειάς του. Με κάθε σοβαρότητα και πλήθος αποδεικτικών στοιχείων εξιστορεί στους αναγνώστες με ποιον τρόπο το «Ημερολόγιο» έφτασε στα χέρια του, ποιος ήταν ο Ιούλιος Ρόντμαν, ποια η αποστολή του και τι θα ακολουθήσει στις ημερολογιακές καταγραφές που έπονται από την περιπέτειά του στα βραχώδη όρη της Βόρειας Αμερικής. Έτσι, διαβάζουμε πως ο Ιούλιος Ρόντμαν ήταν γηγενής Άγγλος (γόνος οικογενείας με υψηλή κοινωνική θέση στην ταξική διαστρωμάτωση της Γηραιάς Αλβιόνας, και βαθιά καλλιεργημένο άτομο) που μετανάστευσε, το 1784, πρώτα στη Νέα Υόρκη μαζί με τον πατέρα του και τις δύο ανύπαντρες αδελφές του, ενώ στη συνέχεια μετακόμισε στην Πολιτεία του Κεντάκι και εγκαταστάθηκε, όπως πρόσταζε η αναχωρητική μόδα της εποχής, στις όχθες του Μισισιπή. Εδώ πέθανε ο ηλικιωμένος πατέρας του, το φθινόπωρο του 1790, ενώ τον χειμώνα που ακολούθησε απεβίωσαν και οι δύο αδελφές του από ευλογιά. Μετά από αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα, ο Ιούλιος Ρόντμαν, θέτει σε εφαρμογή το ριψοκίνδυνο σχέδιό του να διασχίσει τα βραχώδη όρη της Βόρειας Αμερικής. Την άνοιξη, λοιπόν, του 1971 ξεκινάει η αποστολή με επικεφαλή τον Ρόντμαν και μία ομάδα συντρόφων, που αποκαλούνται «απλοί ταξιδιώτες αναψυχής» χωρίς εμπορικά ή χρηματικά κίνητρα, και ολοκληρώνεται με επιτυχία το 1974. Μέσα από τις ημερολογιακές σημειώσεις αντικρίζουμε έναν ιδιόρρυθμο, παράτολμο, υποχόνδριο, ρομαντικά παράφορο και τυχοδιώκτη, Ιούλιο Ρόντμαν, που συμπαρασύρει τους συντρόφους του σε μια πρωτόγνωρη περιπέτεια ενάντια στις άτακτες ορδές των Ινδιάνων και τις στοιχειακές δυνάμεις της φύσης. Όσο αληθοφανή ακούγονται όλα τα παραπάνω, κι αυτά που βρίσκονται μέσα στις σελίδες του «Ημερολογίου», τόσο η έκπληξή μας διογκώνεται όταν έχουμε στο μυαλό μας πως γράφτηκαν από τον Poe. Φυσικά, τα πάντα είναι προϊόντα της αδάμαστης φαντασίας του συγγραφέα. Ούτε ημερολόγιο υπήρξε, ούτε Ρόντμαν, ούτε αποστολή σε απάτητες περιοχές. Μαεστρικά, ο Poe, χτίζει όλον τον απαραίτητο μύθο του ημιτελούς και μοναδικού του μυθιστορήματος, αγγίζοντας το είδος της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας ή ακόμα και του γουέστερν, πριν ακόμη καθιερωθεί ως όρος.        

Η ελληνική έκδοση
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στους συντελεστές και στην τυπογραφική εμφάνιση του βιβλίου από τις σχετικά νέες εκδόσεις Περισπωμένη, του ποιητή και μεταφραστή Σωτήρη Σελαβή. Βιβλίο μεγάλου σχήματος (20Χ28 εκατοστά), σε εξαιρετικό χαρτί (Palatina 120 γραμμαρίων του εργοστασίου Fabriano) και με επτά ξυλογραφίες του Mallette Dean. Κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2015, και ως βάση χρησιμοποιήθηκε η συλλεκτική επανέκδοση (μετά, δηλαδή, την πρώτη του εμφάνιση το 1840) του 1947, από τις εκδόσεις Colt Press στο Σαν Φρανσίσκο. Η εξαιρετική μετάφραση του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου συνοδεύεται από ένα συνοπτικό χρονολόγιο για τον Edgar Allan Poe, καθώς επίσης και από το εισαγωγικό σημείωμα της Jane Grabhorn, της έκδοσης του ’47, σε απόδοση του Κωνσταντίνου Δημόπουλου. Επιπλέον, η μεταγραφή των ονομάτων των ινδιάνικων φυλών οφείλεται στην πολύτιμη συνεισφορά του Παναγιώτη Σουλτάνη. Κι όλα αυτά, σε μια εποχή που το έντυπο βιβλίο βάλλεται από τις ηλεκτρονικές και τις ψηφιακές εκδόσεις.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 17 Μαΐου 2015, σ. 4.

Περιθωριακά 44

Ο Lenny Bruce ελέγχεται (sic) από αστυνομικό όργανο (trés sic)  

Lenny Bruce
«Ένας βωμολόχος κωμικός στην εποχή του μακαρθισμού»


Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου


Ένας προβοκάτορας στη μακαρθική, πουριτανική και αστυνομοκρατούμενη Αμερική του ’50, o Λένι Μπρους (Lenny Bruce 1925-1966) συγκαταλέγεται στην ίδια «οικογένεια» με τον Σουίφτ, τον Ραμπελέ και τον Αριστοφάνη
  
Ο Λέοναρντ Άλφρεντ Σνάιντερ, γνωστός ως Λένι Μπρους, γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου του 1925 στη Μινεόλα της Νέας Υόρκης. Όταν ήταν πέντε χρονών οι γονείς του πήραν διαζύγιο και ο μικρός Λένι μεγάλωσε με τη μητέρα του. Στα 16 του έφυγε από το σπίτι και κατατάχθηκε στον Αμερικανικό Στρατό. Υπηρέτησε στο μέτωπο της Βόρειας Αφρικής, όπου και πολέμησε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επέστρεψε  στη χώρα με μετάλλια θάρρους και ανδρείας. Μετακόμισε ξανά με τη μητέρα του στη Νέα Υόρκη, που είχε στην ιδιοκτησία της σχολή χορού.

Το ξεκίνημα
Ο Λένι σε ηλικία μόλις 22 ετών έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως διασκεδαστής-κωμικός σε σκηνή στο Μπρούκλιν. Το ταλέντο του ήταν εμφανές. Η πορεία του διαγραφόταν ευοίωνη και τα χρήματα που κέρδιζε από το stand up ήταν αρκετά για να συντηρήσει τον εαυτό του. Παρόλα αυτά, ξαφνικά κι αψυχολόγητα εγκαταλείπει τα πάντα και κατατάσσεται στο εμπορικό ναυτικό, ταξιδεύοντας στην Ευρώπη. Μετά από ένα χρόνο επιστρέφει στη Νέα Υόρκη, παντρεμένος με τη Χάνεϊ Χάρλοου, μια πρώην στρίπερ. Η Χάρλοου στρέφεται στο τραγούδι και φορές συνοδεύει τον περφόρμερ σύζυγό της στις παραστάσεις του.

Το Ίδρυμα Οικονομικής Ενίσχυσης & Η απογείωση
Παράλληλα με τη συμμετοχή του σε κωμικά νούμερα, ο Λένι ίδρυσε έναν οργανισμό  που είχε σκοπό την οικονομική ενίσχυση μιας αποικίας λεπρών στη Νέα Γουινέα. Το ίδρυμα δεν είχε αίσια κατάληξη. Σε μικρό χρονικό διάστημα, ο Λένι είχε καταφέρει να συγκεντρώσει ένα ύποπτα μεγάλο ποσό και ένα ταξίδι του στη Νέα Γουινέα κίνησε ακόμη μεγαλύτερες υποψίες. Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί με τις κατηγορίες, όμως, να αποσύρονται. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που η αστυνομία ασχολήθηκε με τον Λένι Μπρους, και δεν θα ήταν η τελευταία. Απογοητευμένος ο Λένι μετακομίζει με τη σύζυγό του στην Καλιφόρνια, με το γάμο τους να αντιμετωπίζει προβλήματα.
   Το 1955 το ζευγάρι απέκτησε μία κόρη, αλλά το παιδί δεν στάθηκε αφορμή να μην χωρίσουν. Εκείνη την εποχή, περίπου, ο Λένι αποκτά εθιστική σχέση με τις ναρκωτικές ουσίες. Η δεκαετία που ακολουθεί είναι η περίοδος που η καριέρα και η φήμη του Λένι εκτοξεύτηκαν. Με τους προσωπικούς του δαίμονες να τον κυριεύουν, ο Λένι Μπρους υιοθέτησε ένα πιο σκοτεινό και εναλλακτικό ύφος πάνω στη σκηνή. Αυτό θα ήταν και το αποτύπωμά του στο χώρο της stand up comedy. Η σάτιρα του άγγιζε, εάν όχι ξεπερνούσε, τα όρια της στοχευμένης αισχρότητας, κάτι που δεν άρεσε στην κοινωνία. Τα αστεία του… δεν «αστειεύονταν»! Πίσω από τα γέλια και την αμηχανία κρυβόταν η ωμή αλήθεια. Ο Λένι Μπρους κατηγορούσε τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό και τα ψέματα της θρησκείας. Τα λόγια του ήταν γεμάτα βρισιές και οι χειρονομίες του συνδέονταν με σεξιστικά υπονοούμενα. Δεν προκαλούσε για να αποκτήσει χρήματα και δημοσιότητα. Ο τρόπος που εκδηλωνόταν ήταν μία κραυγή, μια προσπάθεια αφύπνισης της κοινωνίας. Όμως ο μέσος Αμερικανός ένιωθε προσβεβλημένος από τα καυστικά σχόλια και τη φρασεολογία του διασκεδαστή.

Οι περιβόητες δίκες
Η αθυροστομία του Λένι Μπρους του κόστισε πάμπολλες συλλήψεις. Η κατηγορία, ήταν σχεδόν πάντα, η προσβολή της δημόσιας αιδούς. Προφανώς, ο βαθύτερος λόγος δεν ήταν ποτέ αυτός. Η διασάλευση και ο διασυρμός της καθεστηκυίας τάξης και το ξεγύμνωμα της σοβαροφανούς ηθικής νόρμας, είναι ο φόβος και ο τρόμος κάθε εξουσίας. Το 1961, μετά την απέλασή του από τη Μεγάλη Βρετανία, το FBI συλλαμβάνει τον Λένι Μπρους με την επάνοδό του στις Η.Π.Α., με την κατηγορία της εξύβρισης και της αντιπατριωτικής συμπεριφοράς. Ο δημιουργός του «Πώς να λέτε βρομόλογα και να επηρεάζετε τους ανθρώπους», πέρασε από μία πολύκροτη δίκη, αλλά αθωώθηκε. Οι συλλήψεις και οι διώξεις δεν σταματούν εδώ, άλλωστε και ο ίδιος ο Λένι Μπρους δεν σκέφτηκε ποτέ να «μασήσει» τα λόγια του. Προς το τέλος της σταδιοδρομίας του η αστυνομία δεν δίστασε να βιντεοσκοπήσει την παράσταση του Λένι που έδινε σε μικρά καφέ. Τον Μάρτιο του 1964, ένας πρώην πράκτορας της CIA παρακολούθησε την παράστασή του στο «Au Go Go» στη Νέα Υόρκη. Στη συνέχεια τον κατέδωσε, χωρίς δεύτερη σκέψη. Η δεύτερη περιβόητη δίκη του Λένι Μπρους ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1964, και κράτησε παραπάνω από οκτώ μήνες. Αρκετοί γνωστοί καλλιτέχνες στάθηκαν στον πλευρό του υποστηρίζοντας δημόσια το δικαίωμά του στην αδυσώπητη σάτιρα. Ανάμεσά τους και οι Γούντι Άλεν, Μπομπ Ντίλαν, Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Τέσσερις μήνες με κατ’ οίκον περιορισμό, ήταν η πρωτόδικη απόφαση, με τον Λένι να ασκεί έφεση, της οποίας δεν πρόλαβε να μάθει ποτέ την ετυμηγορία.  

Το τέλος
Η επιτυχία του κωμικού άρχισε να παίρνει την κατηφόρα τη δεκαετία του ’60. Εξαιτίας των ναρκωτικών και των τολμηρών του παραστάσεων, του απαγορεύτηκε η είσοδος στην Αυστραλία, την Αγγλία και τη Σκωτία. Οι ιδιοκτήτες των χώρων που εμφανιζόταν έπαψαν να κλείνουν συμφωνίες μαζί του γιατί δεν επιθυμούσαν να έχουν προβλήματα με την αστυνομία. Σταδιακά, ο Λένι Μπρους απομακρύνθηκε από το χώρο του θεάματος, μια κι όλες οι πόρτες που χτυπούσε παρέμεναν κλειστές, και δήλωσε πτώχευση. Στις 3 Αυγούστου του 1966 τον βρήκε νεκρό στο σπίτι του, στο Λος Άντζελες, ο συγκάτοικός του. Η υπερβολική δόση της ηρωίνης, που έκανε χρήση για τελευταία φορά, του έδωσε τη χαριστική βολή. Ήταν, μόλις, 40 χρονών. Ως κατακλείδα, αξίζει να αναφερθεί, πως το 2003, ο Κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Τζορτζ Πατάκι ζήτησε δημόσια συγγνώμη για τη δίκη του 1964, αποκαθιστώντας έτσι τη φήμη του εκρηκτικού κι ασυγκράτητου αυτού κωμικού.

Η ταινία «Λένι ο βρομόστομος»
Κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1974. Γυρισμένη σε ασπρόμαυρο φιλμ, και με έναν εκπληκτικό Ντάστιν Χόφμαν στον καλύτερο ίσως ρόλο της καριέρας του, η ταινία του Μπομπ Φος αναβιώνει όλο το κλίμα της Αμερικής των ’60s και του κινήματος της αντικουλτούρας, αποτίνοντας φόρο τιμής στο μεγάλο αυτόν καλλιτέχνη. Πιστή μεταφορά της δραματικής ζωής του αντικομφορμιστή «διασκεδαστή», που το χιούμορ και η επίθεσή του στο κατεστημένο τον έκανε πασίγνωστο στη δεκαετία του ’60.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 17 Μαΐου 2015, σ. 5.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 16



Ο Κώστας Ρεούσης απαγγέλει την ποιητική του συλλογή «Ένα τσεκούρι κάθεται-στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας», (εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, 2015). Εισαγωγή από τον Κωνσταντίνο Α. Ει. Παπαθανασίου, που διαβάζει το σύντομο κείμενο: «Ο ποιητής-απαγγέλτης ως βασική εκφορά του μηνύματος». Διακρίνονται οι προηγηθέντες ομιλητές (από τα αριστερά), συγγραφείς, κύριοι Στέφανος Σταυρίδης & Γιώργος Τριλλίδης. Η οπτικογράφηση έγινε στη «Φωτοδό», στην παλιά Λευκωσία, την Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016 από τους κύριους Γιώργο Αθανασίου & Κύρο Παπαβασιλείου.

Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 9

Ο λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus

#9
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής
Η θορυβώδης πρακτική του φόβου


Κάθε μέρα ή νύχτα και μία ατελής συντέλεια. Ανδρείκελα, μαριονέτες ή νευρόσπαστα εξαπολύουν το άχαρο ξυπνητό τους, μια κι αδυνατούν να χειριστούν το γεγονός τ’ ονειρικού τους βίου κρινόμενου. Αιμομικτικά ανθρωπάρια -κι Αγαρηνών, και Φράγκων, και Ρωμαίων, κι Εβραίων, κι Αγγλοσαξόνων, κι Ενετών,  κι άλλων βαρβάρων μιαρών- «αγράμματα ξύλα απελέκητα», που μας εδείχνανε, σ’ εμάς τους έσχατους μαύρους, γαλάζιους και αυτόκλητους μ’ αίμα παραληρούντες, στ’ αόρατο κι αιώνιο κρυφό σχολειό του Γένους-Έθνους.

Αδολέσχες, άρπαγες, ασφάλειες καμένες επιδίδονται, θαρρώ επιτυχώς, στη θορυβώδη πρακτική του φόβου. Κάθε φορά π’ ακούω βροντερά για μία πόλη χωσμένη μες στην άμμο, φέρνω στο σώμα τα χιλιόμετρα, τις ώρες πτήσης και τα μερόνυχτα εν πλω• ας πω: εις τα μπορντέλα της οδού Φυλής ή της οδού Ρηγαίνης. Όμως, εκεί, έχουν βαθιά τους ριζωμένες τρεις λέξεις άγνωστες για τους μουργόλυκους κατοίκους της Κύπρου νήσου όχεντρας: Μπέσα, Τιμή κι Ανδρεία.

Είν’ η Πατρίδα, η Πίστη κι η Φυλή που οδηγεί τη Γλώσσα των Ελλήνων, σ’ όλες τις διαλέκτους –της ενδοχώρας, των νησιών και μιας τσουλάρας Ανεξάρτητης Κυπριακής Τουρκοκρατίας, που παραμένει πόρνη ανθενωτική, με βάσεις κυρίαρχες βρετανικές και κυανόκρανους χαφιέδες. 

Η καρδιά συχνοσπαράζει…/Πλην τι βλέπω; σοβαρά/Να σωπάσω με προστάζει/Με το δάκτυλο η θεά.//Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη/Τρεις φορές μ’ ανησυχιά•/Προσηλώνεται κατόπι/Στην Ελλάδα, και αρχινά://“Παλληκάρια μου! Οι πολέμοι/Για σάς όλοι είναι χαρά,/Και το γόνα σας δεν τρέμει/Στους κινδύνους εμπροστά.//”Απ’ εσάς απομακραίνει/Κάθε δύναμη εχθρική•/Αλλά ανίκητη μια μένει/Που τες δάφνες σάς μαδεί•//”Μία, που όταν ωσάν λύκοι/Ξαναρχόστενε ζεστοί,/Κουρασμένοι από τη νίκη,/Αχ! τον νου σάς τυραννεί.//”Η Διχόνοια που βαστάει/Ένα σκήπτρο η δολερή•/Καθενός χαμογελάει,/Παρ’ το, λέγοντας, και συ.//”Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει/Έχει αλήθεια ωραία θωριά•/Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει/Εισέ δάκρυα θλιβερά.//”Από στόμα οπού φθονάει,/Παλληκάρια, ας μην ’πωθή,/Πως το χέρι σας κτυπάει/Του αδελφού την κεφαλή.//”Μην ειπούν στο στοχασμό τους/Τα ξένα έθνη αληθινά:/Εάν μισούνται ανάμεσό τους/Δεν τους πρέπει ελευθεριά.//”Τέτοια αφήστενε φροντίδα•/Όλο το αίμα οπού χυθή/Για θρησκεία και για πατρίδα/Όμοιαν έχει την τιμή.//”Στο αίμα αυτό που δεν πονείτε/Γιά πατρίδα, γιά θρησκειά,/Σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε/Σαν αδέλφια γκαρδιακά.//”Πόσον λείπει, στοχασθήτε,/Πόσον ακόμη να παρθή•/Πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,/Πάντα εσάς θ’ ακολουθή.//”Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!.../Καταστήστε ένα σταυρό,/Και φωνάξετε με μία:/Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.//”Το σημείον που προσκυνάτε/Είναι τούτο, και γι’ αυτό/Ματωμένους μας κοιτάτε/Στον αγώνα το σκληρό.//”Ακατάπαυστα το βρίζουν/Τα σκυλιά και το πατούν/Και τα τέκνα του αφανίζουν/Και την πίστη αναγελούν.//”Εξ αιτιάς του εσπάρθη, εχάθη/Αίμα αθώο χριστιανικό,/Που φωνάζει από τα βάθη/Της νυκτός: Να ’κδικηθώ.//”Δεν ακούτε, εσείς εικόνες/Του Θεού, τέτοια φωνή;/Τώρα επέρασαν αιώνες/Και δεν έπαυσε στιγμή.//”Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος/Σαν του Άβελ καταβοά•/Δεν είν’ φύσημα του αέρος/Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.//”Τι θα κάμετε; θ’ αφήστε/Να αποκτήσωμεν εμείς/Λευθερίαν, ή θα την λύστε/Εξ αιτίας Πολιτικής;//”Τούτο ανίσως μελετάτε,/Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό•/Βασιλείς! ελάτε, ελάτε,/Και κτυπήσετε κι’ εδώ”., (Διονύσιος Σολωμός, «Ύμνος Εις Την Ελευθερίαν», στροφές 139-158). 

Ως συνελόντι ειπείν: Έλα, σκατότουρκε... έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους έλα ν’ ακούσεις τα κέρατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες... Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε “από ημάς” συνθήκην με “έναν” κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα!, (Στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης).      

-Ούτε να σας φτύσω• αντέχω μοναχά να σας χαρακτηρίσω: χανούμισσες, τσογλάνια, γιουσουφάκια και κοτζαμπάσηδες φαιδροί.


Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Φεβρουάριος 2017


Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα», την 1η  Μαρτίου 2017.