Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίασιν 22


ΔΗΛΩΣΗ

ΓΙΑ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΩ ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΔΕΚΑΤΑ» ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ (sic) ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ


Καλέστηκα να συμμετέχω, ζήτησα να πληρωθώ για να τους εμπιστευτώ ανέκδοτη εργασία μου, ευγενέστατα ο κύριος Κώστας Χατζηαντωνίου έκρινε εύλογη την απαίτησή μου αλλά τα οικονομικά του περιοδικού και η πάγια πρακτική των εν Ελλάδι λογοτεχνικών εντύπων που με την πρόφαση της προώθησης-δημοσιοποίησης του όποιου πνευματικού κάματου, αρνούνται την αμοιβή στους εργάτες της γραφής, ενώ στις Η.Π.Α. (όπου υπηρέτησε ο κύριος Ντίνος Σιώτης στο διπλωματικό σώμα δεκαετίες, στη Βοστόνη εάν δεν κάνω λάθος) και αλλού εξυπακούεται η απόδοση «αποζημίωσης», με οδήγησαν στην άρνηση.

Όπως και να έχει, πέραν των παραπάνω, αν και ζω ανάμεσα στους συμπατριώτες μου μόνιμα κι αμετακίνητα στο νησί εδώ και δύο δεκαετίες κι έχω συναναστραφεί τα πλείστα ονόματα που συμμετέχουν στο αφιέρωμα και παρακολουθήσει από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα πολλούς (αν όχι όλους) που δε γνωριζόμαστε προσωπικά, δηλώνω πως δεν έχω πλέον ανάγκη το διάλογο μαζί τους. Ποιον διάλογο, δηλαδή: Τίποτα δε μου πρόσφεραν χρόνια τώρα που τους συνδιαλέγομαι, ενώ αντίθετα εγώ κόμισα –αφθόνιος ερχόμενος– το κέρας της Αμάλθειας. Αλλά… «στου κουφού την πόρτα», παραλλάσω τη λαϊκή σοφία, «πάρτη την πόρτα και φύγε».  

Ο μόνος ποιητής (και καταργώ εντός μου την άλλη, ναι σπουδαία, ιδιότητά του ως καθηγητή πανεπιστημίου και κορυφαίου μελετητή του Κ. Π. Καβάφη) που επικοινώνησα ουσιαστικά σε αμφίδρομη σχέση-επαφή, ήταν ο Μιχάλης Πιερής. Και γράφω «ήταν» διότι με τον ποιητή αυτόν ήρθα σε ρήξη που προκάλεσα εγώ, για λόγους που, αν μη τι άλλο, είμαι σίγουρος αναγνωρίζει-αντιλαμβάνεται κι ο ίδιος. Και παραμένει ο μοναδικός που δεν του επέστρεψα τα βιβλία τα οποία είχε την καλοσύνη να μου χαρίσει και κάποια να αγοράσω, και διατηρώ σ’ ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου. Σε αντίθεση με κάποιους-κάποιες που τους τα έδωσα πίσω ή τα χάρισα αλλού. Είναι απ’ τον Θεό και την Τριαδικότητά του η Ποίηση, τα άλλα των ανθρώπων τ’ αφήνω στη μικρότητα έως μηδαμινότητα των υπάρξεών τους. Συνεχίζω να ζω, προς το παρόν, αναμεταξύ σας … εργαζόμενος για και με την ποίηση, όπως τάχτηκα – ορίστηκα – ορκίστηκα  εκ γενετής.

Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία, Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2019

Σχόλια Πολιτισμικής Αντικατασκοπίας 5

Ο Έλλην της Κύπρου ποιητής, ιδρυτής της Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας (2005) και ταγματάρχης του Γραφείου Αντικατασκοπίας της (Α2), Κώστας Ρεούσης, αυτοαπαθανατίζεται στον υπαίθριο χώρο ενός εργοστασίου ή φυλακής και στρατοπέδου, Πέμπτη 9 Μαΐου 2019



Ο ΕΝΑΣ, ΣΕΣΗΜΑΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟΔΗΜΟΣ, επισκέπτεται τη νήσο για εμπόριο εικαστικού σεξοτουρισμού με «κυρίες» περιωπής ή περί-οπής. Ο άλλος, πρωτομακρόστενος όπως έχει ονοματιστεί σ’ ένα μου ποίημα που υπάρχει στο «Ο Κρατήρας του Γέλιου μου» (εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, Οκτώβριος 2009), εκτίθεται πάντα δυναμικά και σε τροχιά δημιουργικότατης εξέλιξης. Κι ο τρίτος –ο και καλά γκαλερίστας– αχαρακτήριστος. Η μόνιμη οσμή της μούχλας του εργοστασίου που έχω ξεσκατίσει, η επαφή με παλιούς γνωστούς που δε γουστάρω αλλά συνεχίζω να ζω ανάμεσά τους, το αλκοόλ, η κούραση της μέρας, η μανούρα της καρδιάς μου με μια γνωστή και μη εξαιρετέα μαντάμ κι η αφελής προσέγγιση της δράσης των Αιγύπτιων Υπερρεαλιστών (1939-1949) με σύγχυσαν. Η πλαστογραφία της συγκίνησης ανεβάζει το δείκτη στο χρηματιστήριο μιας εντόπιας καλλιτεχνικής καταισχύνης, ενώ ο ποιητής ως κατάσκοπος της εποχής και του βίου του, που είμαι, σφάζομαι ανισόρροπα μοναχός μου.

ΑΝΕΓΚΕΦΑΛΟΙ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΙ ΤΟΥΡΚΟΜΕΡΙΤΕΣ, οι κάτοικοι της Χώρας νήσου Κύπρου, συντηρούν ως κόρη οφθαλμού, το παραδόπιστο δόγμα της κτηνωδίας που προσκυνούν. Έχοντας συναναστραφεί ζωντόβολα –ακονισμένα στην ανομία του χρήματος και μόνο– απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις, η διαπίστωση οδηγεί στην αναισθησία της παρουσίας τους. Ο σύγχρονος πολιτισμός τους συγκεντρώνεται στην παρακμάζουσα αιχμή μιας επιφανειακής δημόσιας ασχετοσύνης αγεώργητων ψυχώσεων. Δεκαετίες τώρα μου έχουν δείξει, ολοφάνερα, πως λειτουργούν και ενεργούν ωσάν πουτάνες, με ή χωρίς νταβατζή, ενδεδυμένες τον ορισμό της αγενούς προσποιητά ευγένειας. Εγώ, καθυστέρησα ηθελημένα να τους πιστέψω μια κι εξακολουθώ να τους βλέπω, διεισδυτικά έως αντί κατασκοπευτικά, και φορές απλώς κοιτώ το μονίμως άδειο πορτοφόλι μου. Μπάσταρδος λαός και βιασμένος τόπος.

ΕΝΑ ΜΥΓΟΧΕΣΜΑ, ΜΙΑ ΚΟΜΠΟΓΙΑΝΝΙΤΙΣΣΑ ΙΑΤΡΟΣ –αφού αναγιώθηκε και γαλουχήθηκε στα και με τα σκέλια ενός τουρκόσπορου και καλυμμένα αγγλόφιλου έως προδότη τέως εκδότη-βιβλιοπώλη-ταβερνιάρη και κουμπάρου της– εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια κι ως συγγραφέας της πεζής γραφής, ήτοι οπής. Κάποια διηγήματα-αφηγήσεις, το πρώτο της βιβλίο (η εμπειρία, ουσιαστικά, της ψυχοθεραπείας της μ’ έναν ψυχίατρο ολκής της πρωτευούσης μακαρίτη), και μια νουβέλα όχι κακή, το δεύτερο παραλήρημα (λόγου διαστρεβλωμένα πατριωτικού και ύπουλα ανακριτικού των σκοτεινών και συμφεροντολογικών προθέσεών της), και κάποια δημοσιεύματα σε έντυπα της Κύπρου και της Ελλάδας (κριτικές αδολεσχίας, παραληρήματα μυωπικά εθνικοσοσιαλιστικού πολιτικού λόγου και γενικώς ό,τι να ’ναι) κατάφερε να κατέχει θέση στη λογοτεχνία του χαλουμόνησου με προβολή και στας Αθήνας. Φροντίζει δε, το σούργελο, να περιπλέκει με την παρουσία της και καταστάσεις, μπας και της δώσουν σε λίγους μήνες το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου, στην κατηγορία που το πόνημά της καταχωρίστηκε, έτσι για να κουνιέται πιότερο και βραβευμένα, μέσα στης παλαιάς της πόλης τα στενά (sic), το γύναιο που είναι εκπορνευμένο. 

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Σχόλια Πολιτισμικής Αντικατασκοπίας 4

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης στο Γραφείο Αντικατασκοπίας του Τάγματος της Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας, απαθανατισμένος από τον συγγραφέα Στέφανο Σταυρίδη, στις 29 Οκτωβρίου 2017


ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΝΗΣΙ των προγόνων μου –απ’ τη μεριά του πατέρα– κι όλοι / όλες όσοι / όσες ποιητές / ποιήτριες ή και συγγραφείς εν γένει ήρθα σε επαφή, τόσο προσωπικά όσο και με το έργο τους (και χωρίς ίχνος υπερβολής: κατασκοπεύοντας τις κινήσεις και τις συμπεριφορές τους στο / στον, ας πούμε, ποιητικό / λογοτεχνικό πεδίο / χώρο), απέδειξαν, αλίμονο,  το άμουσο της τέχνης που νομίζουν ή και πιστεύουν, ακόμη, πως καλλιεργούν. Η τέχνη της γραφής και της ανάγνωσης είναι μύηση και πίστη, και το γράμμα και η λέξη που χαράζεις στο χαρτί ιερουργία των πειθαρχημένων και μαγεία των χειρών.

ΜΕ ΤΟ ΡΑΚΟΦΟΡΕΜΕΝΟ ΕΚΕΙΝΟ «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν», κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του αθηναϊκού λογοτεχνικού περιοδικού «Δέκατα» (τχ. 57, Άνοιξη 2019) με αφιερωματική θεματική στους ποιητές, συγγραφείς, πανεπιστημιακούς, συνταξιούχους και μη σχολείων κι υπουργείων, γιατρούς, εμπόρους, εικαστικούς και άλλους τυχάρπαστους γραφιάδες του νησιού της εταίρας, του χαλουμιού, της τουρκοκρατούμενης πατριωτικής απάτης κι άλλων κοινών και μη εξαιρετέων «καταστάσεων» και «προσωπικοτήτων». Τουριστικά φολκλορικό και καραμπινάτα ανοιξιάτικο-καλοκαιρινό, το εξώφυλλο του περιοδικού, φιλοδοξεί να κάνει καριέρα και πωλήσεις ανάμεσα σ’ ομπρέλες θαλάσσης, ξαπλώστρες, μπανιερά, αντηλιακά και όργια μεσόκοπων και καταϊδρωμένων άκυρων έως άχρηστων Κυπρίων λογοτεχνών. Άντε, με το καλό, και παρουσίαση στον «Κερχανά της Κύπρου» ή στο «Σπίτι της Κύπρου» στας Αθήνας. Με άλλα λόγια: «Η αλλαξοκωλιά στα ντουζένια της».

ΕΑΝ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΩ ΝΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΜΑΙ εύδρομα και ενάντια στο ό,τι ονοματίζεται ως κυπριακή λογοτεχνία (και περιορίζομαι σ’ αυτήν που γράφεται στην ελληνική γλώσσα), είναι γιατί δεν κουράζομαι και δεν πτοούμαι να μιλώ και να πράττω ως ένας, κατά πρώτο λόγο, εργάτης της ποίησης και ως ένας, κατά δεύτερο λόγο, πολίτης της νησιωτικής κρατικής οντότητας και πραγματικότητας που είναι η Κύπρος. Έχω χαρακτηριστεί μη συμβατικός, συγκρουσιακός, επιθετικός και μ’ άλλα «κοσμητικά», τα οποία ισχύουν και δεν ισχύουν. Μη συμβατικός, σε τι άραγε; Στις κρατικοδίαιτες σχέσεις που διατηρούν οι ομότεχνοι; Συγκρουσιακός, με τι άραγε; Με τον σάπιο και νεκρό οργανισμό που αποτελεί η κυπριακή λογοτεχνική παραγωγή; Επιθετικός, σε ή με τι άραγε; Στην κολακεία του μοιρολατρικού λακεδισμού ή με τη διαπλοκή του επαρχιακού κοσμοπολιτισμού; Τέλος και Αρχή των Πάντων: Καλή Ανάσταση, εύχομαι, από καρδιά ψυχής και πνεύμα σώματος.           

Τρίτη, 2 Απριλίου 2019

Κριτικές 16

Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, 2015


Παναγιώτης Νικολαΐδης
Η ανοικείωση Του Yπερπραγματικού

[σχόλια πάνω στην ποίηση του Κώστα Ρεούση με αφορμή τη συλλογή του «Ένα τσεκούρι κάθεται» (εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, 2015)]


Παρά τη σταδιακή άμβλυνση της πρώιμης, υπερρεαλιστικής σκληρότητας, η τελευταία ποιητική συλλογή του Κώστα Ρεούση με τον πολύσημο και ιδιαίτερα ελκυστικό τίτλο  «Ένα τσεκούρι κάθεται-Στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας» επιβεβαιώνει ότι ο ποιητής παραμένει στην ουσία, σταθερός και ασυμβίβαστος στις ποιητικές του αξίες, δημιουργώντας ένα ευκόλως αναγνωρίσιμο ποιητικό σύμπαν· ένα σύμπαν στο οποίο, αφενός, η θέαση και ρήση του αοράτου, του αρρήτου και του παραλόγου και αφετέρου η οξύτατη κριτική που ασκείται σε ένα βαθύτερο επίπεδο, στον κοινότυπο, νόμιμο, κοινωνικά καθιερωμένο και συμβατικό κόσμο με τις ψεύτικες αρχές και βεβαιότητές του, συνιστούν στρατηγικούς στόχους ενός ποιητικού λόγου, που διατηρεί εμφανείς στις ρίζες του τις υπερρεαλιστικές του καταβολές (1).  Το «φυσιολογικό» και το «πραγματικό» είναι, λοιπόν, έννοιες που αναποδογυρίζονται, που αναστρέφονται, που ανασυστήνονται και επαναπροσδιορίζονται συστηματικά στην ποίηση του Ρεούση, του ιδρυτή και μοναδικού μέλους της «Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας» -από το 2005- (2), δημιουργώντας στο πεδίο της γλώσσας μια έντονη ανοικείωση, η οποία διαπερνά όλα τα ολιγόστιχα, επιγραμματικά ποιήματα της συλλογής. Ο ποιητής ωσάν γλωσσική μηχανή, ένα υπαρξιακό στόμα που παράγει κύματα λέξεων, αισθημάτων και συνειρμών αυθαίρετων, στοιχεία, ωστόσο, που ενορχηστρώνονται τόσο ρυθμικά και παρηχητικά όσο και σημειολογικά (3),  λειτουργεί ως μια τεράστια χοάνη που καταδεικνύει την κωμωδία της ύπαρξης.
Η ανοικείωση, λοιπόν, η δημιουργία μιας έντεχνης απόστασης που αποδίδεται, πολλές φορές, ως μεταίσθημα του ποιητικού βιώματος, εδράζεται, επομένως, στον πυρήνα της υπερρεαλιστικής ποιητικής του Ρεούση. Και, καθώς οι φράσεις ή οι λέξεις του ποιήματος εμφανίζονται με μια εγγενή αμφιλογία, είναι, με άλλα λόγια, εκ συστάσεως χαώδεις και δεν υποτάσσονται, εκ πρώτης όψεως, σε λογικές ακολουθίες και συνδυασμούς, παραμένουν, στις περιπτώσεις, βεβαίως, όπου το νόημα δεν κατακρημνίζεται και μαζί του η αναγνωστική απόλαυση, διαθέσιμες σε παιχνίδια που τα ενεργοποιεί η φαντασία του αναγνώστη. Όπως αποκαλύπτει και σε άλλα κείμενά του, ο ποιητής, θεωρεί ότι το νόημα, δηλαδή η αντικειμενική πλευρά της γλώσσας, στην οποία συνήθως περιορίζουμε το ενδιαφέρον μας, αδυνατεί, με την ορθολογική δομή και λειτουργία του, να αποτυπώσει τις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Έτσι το νόημα αντί να υφίσταται ή να απουσιάζει, αναβάλλεται συνεχώς. Η κατεύθυνση είναι από τον πυθμένα στην επιφάνεια, από τις πτώσεις στις αναστάσεις, με ενδιάμεση στάση ένα σημείο ουδετερότητας και ακινησίας. Ένα σημείο όπου οι λέξεις αυτοπυρπολούνται και ταυτόχρονα φωτίζουν, υποδαυλίζουν την εξέγερση του σημαίνοντος κατά του σημαινόμενου και την ίδια στιγμή σηματοδοτούν τον εναγκαλισμό τους.

ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΣΠΙΤΙ
μνήμη André Breton

Και όχι μόνο έζησα
Αλλά
Φρόντισα να είμαι
Το γυαλί
Να σπάσω
Να είμαι
Κοφτερός.

Είναι, κατά τη γνώμη μου, εμφανές ότι ο ποιητής έλκεται ακόμη δημιουργικά από τις υπερρεαλιστικές αντιφάσεις, τις αμφίσημες συναιρέσεις και μείξεις και προσανατολίζεται στη δημιουργία ποιητικών αντι-κειμένων ανοιχτών, που συντίθενται και διαλύονται κατά τη βούληση του αναγνώστη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα περισσότερα ποιήματα της ανά χείρας συλλογής, φαίνεται να είναι παράφωνα και ερμητικά, ενίοτε δυσάρεστα, σχοινοτενή και αποσπασματικά πάντα, διαρκώς ανοιχτά σε όλα. Οποιαδήποτε νοηματική οριστικοποίηση ή σταθερότητα συνιστούν, πολλές φορές, για την εν λόγω ποιητική αντίληψη κάτι σαν απαγορευμένη περιοχή, με αποτέλεσμα να εκτρέπεται, ενίοτε, η γραφίδα στην πλήρη σκοτεινότητα ή στην απόλυτη αδιαφάνεια.

ΑΛΑΛΕΣ

Εκ γενετής
Γλώσσης εκτομή
Μαιευτήρ
Εικάζει
Θήλεων.

Αυτό που πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί εμφατικά είναι ότι μέσα σε αυτόν τον ανατρεπτικό χρονοτόπο της γραφής, δεν υπνώττει ένας καλλιτεχνικός εφησυχασμός· αντίθετα κυοφορείται μια σημαίνουσα καλλιτεχνική αντίδραση. Μια αντίδραση που εδράζεται στο γεγονός ότι η σύγχρονη ποίηση, απωθημένη σε ένα περιθώριο, καθώς και μονίμως απομακρυσμένη από την εκδοτική αγορά και την ευρύτερη δημόσια σφαίρα, τείνει να αποτελέσει, έτσι κι αλλιώς, μια τέχνη μάλλον κλειστή και απλησίαστη· μια τέχνη την οποία μάλλον λίγοι διακονούν και λιγότεροι παρακολουθούν. Ο Ρεούσης, λοιπόν, δεν παρακολουθεί την προϊούσα απαξίωση της τέχνης του αδιάφορα και παθητικά, αλλά αντιδρά ρομαντικά και μαχητικά σε αυτήν. Διαπλέκοντας την αισθητική καινοτομία που παράγεται από την επαναφορά υπερρεαλιστικών τρόπων και ερωτημάτων στο μεταμοντέρνο, σύγχρονο πλαίσιο της γενικευμένης μείξης, ο ποιητής με την αναβολή του νοήματος δεν αποκαλύπτει μόνο την άρνησή του να παίξει με τους όρους του κατεστημένου επικοινωνιακού και κοινωνικού συστήματος, αλλά κυρίως, μια αντισυμβατική, ποιητική ηθική.

ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΔΕ ΘΑ ΜΠΕΙΤΕ ΠΟΤΕ

Τα χειρότερά σας λόγια
Ζητώ
Να με στολίζουν
Την ώρα
Που μιλώ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης, η αντισυμβατική ποιητική ηθική και γραφή του Κώστα Ρεούση δεν αποτελεί με κανένα τρόπο ανώδυνη, ποιητική μανιέρα, που επιχειρεί να επαναφέρει υπερρεαλιστικές, και όχι μόνο, στρατηγικές. Πρόκειται, μάλλον, για μια ιδιάζουσα και τραυματισμένη ποιητική συνείδηση, που στρέφεται με οργή, πρωτίστως, κατά του εμπορευματοποιημένου και άμεσα ευανάγνωστου κόσμου του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, ο οποίος με τον ανενδοίαστο τρόπο που χειρίζεται τα σημεία και την επικοινωνία μέσω των υπολογιστών και του διαδικτύου, απειλεί να τορπιλίσει τη λεκτική μας ευαισθησία. Στον σύγχρονο κόσμο, λοιπόν, του άμεσα ευανάγνωστου, των φευγαλέων αντιλήψεων και της άμεσης κατανάλωσης, όπου κινδυνεύουμε να απωλέσουμε την πρωταρχική εμπειρία της γλώσσας, η ποίηση του Ρεούση αντί να μας επιτρέψει απλώς να την καταναλώσουμε, δεν παραδίδεται εύκολα, μας αναγκάζει να παλέψουμε μαζί της. Κι έτσι αναζητώντας τη σημασία στα συμφραζόμενα των λιγότερο λογικών ή άρρητων διαστάσεων της ύπαρξής μας, ο ποιητής υψώνει κραυγή αγωνίας για το παρόν και το μέλλον, η οποία, καθόλου τυχαία κατά τη γνώμη μου, κυοφορεί έναν ενδιαφέροντα διακειμενικό διάλογο με τον «τρελό λαγό» του υπερρεαλισμού, τον Μίλτο Σαχτούρη (4).

DIVINE

Δεν έχω γράψει ποιήματα
Στα γράμματά μου ξεριζώνομαι
Πικροσύνη ιερότατη του ιερού (5)
Στάση ανθρώπινη
Εκβιασμός ψυχής
Στην έξοδο.

Μια πιο προσεκτική ανάγνωση των ποιημάτων της ανά χείρας συλλογής, αλλά και γενικότερα της συνολικής ποιητικής κατάθεσης του Ρεούση, επιβεβαιώνει, εξάλλου, τον έντονο κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό του. Κι αυτό γιατί η αντισυμβατική στάση και κραυγή του ποιητή δεν περιορίζεται μόνο αυτοαναφορικά στην ποίηση, αλλά επεκτείνεται  παράλληλα και σημασιολογικά στο πεδίο της ιστορίας, της κοινωνίας και της πολιτικής της γλυκείας νήσου, αποκαλύπτοντας με τόλμη αφενός την κοινωνική υποκρισία, την πολιτική και εκκλησιαστική διαφθορά και αφετέρου την καταναλωτική και τηλεοπτική ύπνωση μπροστά στη συνεχιζόμενη τούρκικη κατοχή. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίζουμε μια πανταχού παρούσα αίσθηση της φθοράς, η οποία εξακτινώνεται και διαπερνά αποδυναμώνοντας την κάθε στιγμιαία πρόσδεση σε συμβατικές καταστάσεις ζωής, προσωπικής και συλλογικής. Φθοράς όχι μόνο υλικής, αλλά και συναισθηματικής, η οποία υποβάλλεται κυρίως με τη δραστική μεταφορά και τη χρήση συμβόλων και οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο τόσο στον αυτοσαρκασμό όσο και στον ειρωνικό καυτηριασμό της γενικής αδιαφορίας, της υποταγής και της σιωπής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική των ελλειπτικών εικόνων και των τολμηρών υπερρεαλιστικών συζεύξεων -μέσω των οποίων ιχνογραφούνται είτε ως υπαρξιακή πορεία στο άνυδρο τοπίο της μοναξιάς του παρόντος, όπως την υποβάλλει ο ενεστώς αφηγηματικός χρόνος, είτε ως υπαρξιακή αναγωγή στους άπιαστους τόπους του παρελθόντος, όπως το αναδεικνύει η μνήμη- οδηγούν τον αναγνώστη στην επίμονη επανάληψη ορισμένων θεματικών περιοχών (τραυματική, παιδική ηλικία, ανεκπλήρωτος έρωτας, φθορά, ποίηση, κοινωνικός προβληματισμός), που στοιχειώνουν τον ποιητικό του κόσμο.

ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

Το κοριτσάκι που
Τραγουδά παν’
Απ’ το τρόλεϊ
Το λένε
Κατερίνα. 

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΟΦΕΓΓΑΡΟΥ
Αφουγκραστείτε
Τους αντίκρυ
Στήστε
Αυτί
Μυρίστε. (6)

Στο στοιχειωμένο, λοιπόν, σύμπαν του Ρεούση, «ένα τσεκούρι, όντως, κάθεται» και είναι έτοιμο να πετσοκόψει ό, τι θεωρείται ποιητικό, δηλαδή υποταγμένο σε σχήματα λόγου και συνεπές προς μια κοινώς παραδεκτή αισθητική αντίληψη περί ωραίου. Κι είναι για τούτο που παρατηρούμε τόσο τη χρήση λέξεων που συμβατικά δεν φαίνονται ποιητικές, λέξεις της καθομιλουμένης που δεν θέλουν να σεβαστούν την ιερότητα της ποιητικής γλώσσας όσο και την τολμηρή σύζευξη λέξεων από διάφορα γλωσσικά περιβάλλοντα (βιβλικό, καθημερινό, λυρικό και επιστημολογικό, ρεαλιστικό και φανταστικό, αρχαΐζον). Παράλληλα, η έντονη αυτοαναφορικότητα, αλλά και η διακειμενικότητα που παρατηρούμε (7),  οι οποίες είναι εμφανείς σε όλο το έργο του Ρεούση, δεν είναι αποτελέσματα, κατά τη γνώμη μου, εύκολης και αυτάρεσκης επίδειξης, αλλά συνδέονται άρρηκτα με τον στοχαστικό προβληματισμό για την κοινωνική, ιστορική, πολιτική, ποιητική και ανθρώπινη ταυτότητά του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης, μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως, τελικά, όλες οι συλλογές του ποιητή συγκροτούν ένα ενιαίο corpus, καθώς το ένα βιβλίο φωτίζει πρωθύστερα το άλλο.
Συνοψίζοντας, η διεισδυτική και αντισυμβατική ματιά του Ρεούση, ο σαρκασμός και το δηκτικό του χιούμορ, η τόλμη στα θέματα και τη γλώσσα, η ευφυής αξιοποίηση της ιστορίας και της παράδοσης, η έντονη αυτοαναφορικότητα, η διακειμενικότητα, η τολμηρή εικονοποιία (8),  η πολυσημία και τέλος μια αντιθετική δόμηση, που τις περισσότερες φορές συναιρεί υπερρεαλιστικά τους αντίθετους όρους  ( π.χ. έρωτας/ομορφιά και θάνατος/ασχήμια, φως και σκοτάδι, σιωπή και λόγος) συνιστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός αυτόνομου και αναγνωρίσιμου ποιητικού κόσμου. Οι αδυναμίες που εντοπίζω, αφορούν πρώτα μια υπέρμετρη σκοτεινότητα ή ακόμη την απόλυτη αδιαφάνεια κάποιων ποιημάτων και ύστερα μια ροπή προς την επιτηδευμένη γλωσσοθηρία, στοιχεία που προκαλούν, κατά την άποψή μου, ρήγμα στην υλικότητα της εικόνας και κατά συνέπεια στην ικανότητα του στίχου να πυροδοτήσει τη συγκίνησή μας. Πέρα από αυτά, η παρούσα συλλογή, αλλά και η συνολική ποιητική του πρόταση, επιτυγχάνει την ώσμωση του πραγματικού και του φανταστικού και αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύνολο ποιητικής σύλληψης.

ΚΑΝΕΙΣ

Όσο μικρός
Ασήμαντος είμαι
Τόσο οι διαστάσεις
Απλώνονται έως
Μία ηδύτητα
Μια ομορφιά μια
Ωραιότητα εν τέλει
Στίγματος.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Προηγήθηκαν «Χαμαιλέων» (ιδιωτική έκδοση, Αθήνα, 1995, 2000), «Feuille Volante Υπερπραγματικής Θρασύτητας»     (Τυφλόμυγα, Αθήνα, 2008), «Ο Κρατήρας του Γέλιου μου» (Φαρφουλάς, Αθήνα, 2009), «Καρίνα» (Φαρφουλάς, Αθήνα, 2012), «Ναρικατέ-Μία γυναίκα που δεν υπήρξε» (Φαρφουλάς 2013), «Η Ωδή του Αλεξικέραυνο Κατακεραυνωμένου Ανθρώπου» (Ενδυμίων 2014, ψηφιακή πλακέτα εκτός εμπορίου) και Costas Reúsis, «La irrealidad submarina», δίγλωσση ανθολογία 60 ποιημάτων, trad. Mario Domínguez Parra (edic. La Isla de Siltolá, Sevilla, 2017).
2. Βλ. τη συνέντευξή του στον Γιάννη Ζελιαναίο «Η ποίηση γράφεται-γίνεται με γράμματα», περ. «Strawdogs», τχ.4, Λευκωσία, Φεβρουάριος 2014.
3. Παρά τον έντονη έλξη που άσκησε και ακόμη ασκεί ο υπερρεαλισμός στον ποιητή, θεωρώ ότι ο πειραματισμός με την υπερρεαλιστική αυτόματη γραφή είναι πιο έντονος στη συλλογή «Ο Κρατήρας του Γέλιου μου» (Φαρφουλάς, Αθήνα 2009). Αλλά ακόμη και σε αυτή την πρώιμη συλλογή ο αυτοματισμός ελέγχεται, τιθασεύεται και εντάσσεται οργανικά και λειτουργικά σε ένα ενιαίο ηχητικά ποιητικό σύνολο. Δεν είναι, δηλαδή, κατά την άποψή μου, «Υπαγόρευση της σκέψης, με την απουσία κάθε ελέγχου απ’ τη λογική, έξω από κάθε προκατάληψη αισθητική ή ηθική», βλ. Αντρέ Μπρετόν, «Μανιφέστα του Σουρεαλισμού», εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ελένης Μοσχονά, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1983, σ. 29.
4. Βλ. συγκεκριμένα το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη « Ο στρατιώτης ποιητής», «Ποιήματα»  (1945-1971), Κέδρος 1977, σ. 134.
5. Εδώ σημειώνω ότι ο ποιητής τιτλοφορεί τον προσωπικό του ιστοχώρο «Ασκληπιείο της πικροσύνης».
6.  Στο ολιγόστιχο αυτό ποίημα ο ποιητής διαλέγεται ευφυώς και δημιουργικά, νομίζω, με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Δ. Σολωμού.
7.  Το έντονο διακειμενικό δίχτυ που απλώνει η ποίηση του Ρεούση με τους Έλληνες και ξένους υπερρεαλιστές, τον Σεφέρη, τον Καρυωτάκη, τον Σολωμό, τον Ελύτη, τον Καρούζο, τη σύγχρονη ελληνική ποίηση και την παγκόσμια λογοτεχνία γενικότερα, δεν αποδεικνύει, μόνο τις λογοτεχνικές του προτιμήσεις, αλλά και το εύρος των διαβασμάτων του.
8. Βλ. Αντρέ Μπρετόν, «Μανιφέστα του Σουρεαλισμού», ό.π., σ. 24: «Η εικόνα είναι μια καθαρή δημιουργία του πνεύματος. Δεν μπορεί να προκύψει από μια σύγκριση αλλά από την προσέγγιση δυο περισσότερο ή λιγότερο μακρινών πραγματικοτήτων».


Η κριτική του Παναγιώτη Νικολαΐδη πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Διόραμα», τχ. 17, Λευκωσία (Μάρτιος-Απρίλιος 2018), και συμπεριλαμβάνεται  στο βιβλίο του ιδίου: «Η γενιά της κατοχής και της αφθονίας» [14 κριτικά κείμενα για τη σύγχρονη ποίηση στην Κύπρο μετά το ’90], εκδόσεις Διόραμα, Λευκωσία, Μάιος 2018, σ.σ. 125-132.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν 21

© φωτογραφίας, κληρονόμος Οδυσσέα Ελύτη-Αλεπουδέλη, Ιουλίτα Ηλιοπούλου: Στο σπίτι του Διονυσίου Σολωμού, Ακρωτήρι, Ζάκυνθος, 1979

Οδυσσέας Ελύτης-Κώστας Ρεούσης
18.03.2019
«Πρόζακ»
Λευκωσία-Κύπρος

Καλησπέρα σας, και σας ευχαριστώ που με τιμάται με την παρουσία σας. Φυσικά, παράλειψη θα ήταν να μην ευχαριστήσω από καρδιάς τον κύριο Ορέστη Κάλβαρη, ιδιοκτήτη του «Πρόζακ», για την παραχώρηση του χώρου.

23 χρόνια, το λοιπόν, από τον θάνατο ή την κοίμηση ή το κατευόδιο (όπως προτιμάτε ονοματίστε το), του Οδυσσέα Ελύτη, και 20, συνάμα, έτη από τον επαναπατρισμό μου στο νησί, τόπο καταγωγής των προγόνων μου, και δεν είναι η πρώτη φορά που τον απαγγέλω, μεταβιβάζοντάς σας τα μηνύματα που έχω αντιληφθεί πως εξακολουθεί να μας στέλνει ο Ποιητής.

Δε θα σας κουράσω με περιττές εισαγωγές, που συνήθως αφορούν πανεπιστημιακούς ή και ποιητές-συγγραφείς, οι οποίοι φροντίζουν να εκτίθενται μοναχά για την κοινωνική προβολή τους, για την πληρωμένη συμμετοχή τους και την ανεγκέφαλη συμβολή τους στο οτιδήποτε μπορεί να συμπεριληφθεί στο γελοίο έως γελοιωδέστατο που αποτελεί και είναι η «πνευματική» Κύπρος.

Το τριμερές δοκίμιο που θα σας απαγγείλω περιλαμβάνεται στον τόμο «Ο κήπος με τις αυταπάτες» και κυκλοφόρησε στην Αθήνα, τον Νοέμβριο του 1995, από τις εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, όπου βρίσκεται μόνον εκεί. Εννοώ πως μάλλον δεν έχει συμπεριληφθεί, εξ όσων δύναμαι να γνωρίζω, στις επόμενες εκδόσεις του δεύτερου τόμου με τα δοκίμιά του, «Εν Λευκώ», μια που διατηρώ στη βιβλιοθήκη μου την πρώτη έκδοση της εκδοτικής εταιρίας «Ίκαρος», του 1992.

Ο Ελύτης στο δοκίμιό του, «Επιστροφή από την παρ’ ολίγον Ελλάδα» συνοψίζει την πλεύση τού πνεύματός του στον αιώνα που έζησε, δηλαδή στον 20ό, αφήνοντας στους όποιους επιγόνους του -στον ελληνικό και παγκόσμιο ποιητικό χώρο-, διαθήκη το σκοτάδι και τη λάμψη της χάραξής του ως Έλλην που κατοίκησε τον πλανήτη Γης.

Με τη βοήθεια του Θεού, το λοιπόν, ας ευχηθώ καλή απαγγελία στον εαυτό μου, και καλή ακρόαση σ’ εσάς.

Κώστας Ρεούσης-Παπαθανασίου
[26.02.2019]


Το κείμενο αυτό διαβάστηκε, αντί εισαγωγής, τη Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019, στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε από την Υπερπραγματική Φράξια Λευκω©ίας και τον Κώστα Ρεούση, στο καφενείο «Πρόζακ» του Ορέστη Κάλβαρη στη Λευκωσία, με αφορμή και αιτία τη συμπλήρωση 23 χρόνων από τον θάνατο του Οδυσσέα Ελύτη (02.11.1911-18.03.1996).

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

Λοξά Υπομνήματα 2

Arthur Cravan, «Ο Oscar Wilde ζει!», μτφρ. Νίκος Σταμπάκης, εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, Νοέμβριος 2009, σ. 80


«Η τέχνη υπάρχει μονάχα μέσα από την κλεψιά, την απάτη και τη μηχανορραφία, εκεί όπου η ζέση και το πάθος γίνονται αντικείμενα υπολογισμού, η τρυφερότητα αντικαθίσταται από το συντακτικό και η καρδιά από τον ορθολογισμό, όπου μήτε ένας ευγενής καλλιτέχνης δεν μπορεί να ανασάνει, ενώ εκατό άνθρωποι βγάζουν το ψωμί τους εμπορευόμενοι καινοτομίες», γράφει σε μια επιστολή του, το 1916, ο Arthur Cravan.
  Γεννήθηκε το 1887 στη Λοζάνη  και εξαφανίστηκε το 1918, αποπλέοντας απ’  την ακτή του Μεξικού μ’ ένα μικρό ιστιοφόρο, προσπαθώντας να διασχίσει την Καραϊβική Θάλασσα. Ποιος ήταν όμως; Καθώς το έθετε ο ίδιος: « Είμαι όλα τα πράγματα, όλοι οι άνθρωποι κι όλα τα ζώα!». Ένας αερόλιθος, ένα άσβεστο αστέρι, ένας ανεμοστρόβιλος των αρχών του 20ού αιώνα. Ανιψιός του Oscar Wilde, διάσημος μποξέρ, άμεσος πρόδρομος του ντανταϊσμού και του υπερρεαλισμού, βασική αναφορά των καταστασιακών, των beat και του πανκ. Στα 31 χρόνια της γνωστής ζωής του, πρόλαβε να προσβάλλει ολόκληρο το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κατεστημένο της εποχής του.   
  Μεταξύ 1912-1915, ο Cravan, εκδίδει το περιοδικό «Maintenant (Τώρα)», στο Παρίσι, τυπωμένο σε χασαπόχαρτο και το πουλά αυτοπροσώπως, κουβαλώντας τα τεύχη σε καροτσάκι ωσάν πλανόδιος πωλητής οπωροκηπευτικών, διαλαλώντας εμπρηστικά την ύλη του. Το γράφει εξ ολοκλήρου ο ίδιος, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του συγκρίνονται μ’ αυτές του Alfred Jarry (1873-1907). Μέσα από τις σελίδες τού περιοδικού του διασύρει κάθε τι «ιερό και όσιο». Ανατέμνει τους αστούς εις τα εξ ων συνετέθησαν. Στο τέταρτο τεύχος του περιοδικού, το 1914, δημοσιεύει ένα άκρως προσβλητικό και σκανδαλώδες κείμενο «κριτικής τέχνης», που αφορούσε στην έκθεση των «Ανεξάρτητων» στο Παρίσι, προκαλώντας τη μήνι του Guillaume Apollinaire (1880-1918) που τον καλεί σε μονομαχία. Το 1917 βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και γνωρίζεται με τους Marcel Duchamp και Francis Picabia. Γνωρίζει την ποιήτρια Mina Loy και παντρεύονται το 1918 στο Μεξικό. Ζουν σε άθλιες συνθήκες κι αποφασίζουν να χωρίσουν προσωρινά, με τη γυναίκα του να κατευθύνεται στο Μπουένος Άιρες αναμένοντας την άφιξή του. Ο Arthur Cravan, όπως γράφεται παραπάνω, εξαφανίζεται οριστικά. Η Mina Loy φεύγει για την Αγγλία, και τον Απρίλιο του 1918 γεννιέται η κόρη τους, Fabienne.
  Τα κείμενα που μεταφράζει και παρουσιάζει από τις εκδόσεις «Φαρφουλάς»  ο συγγραφέας και ιδρυτικό μέλος της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, Νίκος Σταμπάκης -με εξαντλητική εισαγωγή και κατατοπιστικότατες σημειώσεις, που αφορούν στα ‘έργα’ και στις ‘ημέρες’ του Cravan- , καλύπτουν σχεδόν ολόκληρη την ύλη των 5 τευχών του περιοδικού.  

Κώστας Ρεούσης


Περιοδικό «Το Πεζοδρόμιο», 4ο τχ., Λευκωσία, Δεκέμβριος 2018, σ. 31.