Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Βιβλιοστάσεις 2

Γιάννης Ζελιαναίος, «Carαυτοκτονία», εκδόσεις Bibliothèque, Αθήνα, Φεβρουάριος 2018, σ. 48


Κατακτητής και κάτοχος μίας προσωπικής αργκό, ο Γιάννης Ζελιαναίος, μας παραδίδει ένα μακροσκελές ποίημα (περίπου 900ων τόσων στίχων κι όσων στροφών πρέπει) όπου αναμετριέται μ’ ό,τι αγάπησε και μίσησε. Καρφώνοντας στεγνά το ρέκβιεμ μιας Αθήνας στους δρόμους των Εξαρχείων και στο δόξα πατρί μας, συνομιλεί μ’ όλα εκείνα που διάλεξε να τον θρέψουν κι εξακολουθούν να τον θρέφουν. Ποιητές και συγγραφείς, σκηνοθέτες και μουσικοί, φίλοι, εχθροί και γυναίκες, ποιήματα και κείμενα, ταινίες και τραγούδια, συμπεριφορές και ξεσκαρταρίσματα ολοκληρώνουν και ολοκληρώνονται την και στην «Carαυτοκτονία», τον Αύγουστο του 2017 στη Λευκωσία (μέσα στη λάβα του κυπριακού καλοκαιριού) όπως αναγράφεται και στο τέλος του ποιήματος, την οποία κι εκσφενδονίζει στην πόλη που τον γαλούχησε. Παραθέτω: «γαμιόλα Αθήνα μού ’λειψε το βυζί σου / η ρώγα σου που σπαρταράει στα μπατζάκια μου / οι ταξιτζήδες που σωρηδόν χασμουριούνται στα νυχτοκάματα / έχοντας πιο πριν σκουπίσει τα χύσια τους / μ’ αθλητική κωλοφυλλάδα / η πίκρα του έλατου / εκεί στην τρίτη σεπτεμβρίου / που ξεμονάχιαζα τη μέλπω /παντρεμένη με παιδί από πρώτο γάμο / και τώρα καρκινωμένη σε λάκκο νοτίων προαστίων», σελίδες 43-44.
   Στην πέμπτη ποιητική συλλογή του και συμπληρώνοντας 40 χρόνια στο στερέωμα ή κουρμπέτι τού «μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα», έτσι για να θυμηθούμε και τον Νίκο Καρούζο, ο Ζελιαναίος καταθέτει ένα καθόλα σύγχρονο «λαϊκό» ποίημα. Κι αν θέτω τη λέξη «λαϊκό» σε εισαγωγικά, είναι για να μην παρεξηγήσουμε τη βαθιά και κατασταλαγμένη λαϊκότητα που χαρακτηρίζει, κατά τη γνώμη μου, την «Carαυτοκτονία». Ο λόγος: τραχύς, ρέων, μπαρουτοκαπνισμένος, καθημερινός, παραληρηματικός και ήρεμος, όπου χρειάζεται, να κατεβάζει ταχύτητα για να μαρσάρει ξανά άγρια μετά τη στροφή μιας κατρακύλας. Η τσογλανοπαρέα του Αρχίλοχου, του Ανακρέοντα κι άλλων ιαμβογράφων αθυροστομούν, βωμολοχούν, πίνουν και καπνίζουν μέσα σε μια κούρσα, όχι απαραίτητα θανάτου, στα στενά της Αθήνας με πυρήνα τα Εξάρχεια κι άξονες τα στενά πέριξ της γριάς αυτής πλατείας. Ένας δισκοθέτης-αυτοκινητιστής, ο ποιητής, οδηγεί τα αιμοσφαίριά του σε μια διαδρομή που έχει περπατηθεί. Κρίνει το βίο του, κρίνει τους άλλους, κρίνει τα πράγματα και σπιντάρει, σπιντάρει, σπιντάρει έως και τον καταληκτικό στίχο του ποιήματός του. Παραθέτω: «σινεμά και μουσικής / στίχου και τοίχου / αριθμός κούτας / κάμποσες / δεν παίζω πια τσόγλανε / δεν γράφω πια κούκλε μου / την θανατίλα πολλοί αγάπησαν / την ανθρωπίλα όλοι / μην κοιτάς τι σπέρνουν / αν είναι να το πεις πια / πες το κοινότοπα / παντρεύτηκαν / έκαναν παιδιά / γάμησαν τον αέρα / την έπαιξαν  με τις λέξεις / κι από ζωή παντόφλα / ε ρε γλέντια που έχει ο θάνατος / ο πραγματικός / αυτός από πιτζάμες / χοληστερίνη / κόκαλο τριμμένο / χάπια ηρεμιστικά / ύπνο κώλο με κώλο / μούγκα στη στρούγκα / και το τσαρδί πεθερονοίκι», σελίδες 34-35.     
   Εάν αποφεύγω ν’ αναφερθώ στην επιρροή που έχει ασκήσει ο Τσαρλς Μπουκόβσκι στον ποιητή Γιάννη Ζελιαναίο, είναι γιατί αυτή η ποιητική/συγγραφική σχέση κραυγάζει την ανάγκη μίας ξεχωριστής μονογραφίας. Ο Ζελιαναίος, απ’ αυτά που γνωρίζω περί ποιήσεως και λογοτεχνίας, είναι ο μόνος που κατάφερε να βουτήξει στον ωκεανό των στίχων και των αράδων του Μπουκόβσκι, ν’ αναδυθεί ως ο τελευταίος επιζών από την τελική αναμέτρηση ενός σκληρού γουέστερν και ν’ αράξει στην μπάρα του γούστου του ακούγοντας σκληρές μουσικές και χαράζοντας αιμάτινους στίχους της Εμπειρίας. Ο Γιάννης Ζελιαναίος είναι κάτοχος του μυστικού και του στοιχήματος: ποτέ δεν ξέρεις εάν θα τη βγάλεις καθαρή σκαλίζοντας το ποίημα, κι οι πιθανότητες δεν είναι ποτέ υπέρ του στιχοπλόκου. Παραθέτω: «σ’ το λέω και δεν καταλαβαίνεις τίποτα / είναι πιο τίμιο πια να αλλάζεις ένα μπουλόνι / παρά να πετάς ένα τετράστιχο στην εξυπνάδα / τίποτα δεν ξέρουμε / και πασχίζουμε να μη μάθουμε καν / τους εαυτούς μας μέσα από τις αηδίες / που γράφουμε / τα μόνα λόγια που αξίζουν στις μέρες μας / είναι το αίμα που τρέχει απ’ τη μύτη», σελίδες 29-30.       
   Ιδιαίτερη μνεία οφείλω και στη σελιδοποίηση/σχεδιασμό του βιβλίου από τον Στέλιο Χέλμη και στην επιλογή του pulp χαρτιού, όπου περισσότερο κι από αρμονικά συνάδουν με την αισθητική των στίχων του ποιητή αναδύοντας, σε κάθε γύρισμα σελίδας, τη χαρακτηριστική εκείνη οσμή του χαρτοπολτού. Τέλος, η «Carαυτοκτονία» είναι ακατάλληλη για μωρές «παρθένες» στις κάψες τους, σαλονάτες κυρίες της εγχώριας λογοτεχνίας και σοβαροφανείς πνευματικούς ταγούς.  

Κώστας Ρεούσης
 

Ο Γιάννης Ζελιαναίος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία ως -σοβαρός και συνεπής στις μουσικές του επιλογές- δισκοθέτης (και όχι μόνο) εδώ και κάποια χρόνια. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Καλώς ήρθες χειμώνα, γραφιά της νιότης μας», εκδ. Εριφύλη, 2004 / «Άννα», εκδ. Εριφύλη, 2005 / «Ο Διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο», εκδ. Ενδυμίων, 2009 / «Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος», εκδ. Straw Dogs, 2015 / «Ο Διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο», εκδ. Straw Dogs, 2016 (2η έκδοση, συμπληρωμένη με τρία πεζά).

Περιοδικό «Το Πεζοδρόμιο», 2ο τχ., Λευκωσία, 1η Ιουλίου 2018, σ. 31.

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Βιβλιοστάσεις 1

Χάρη Ν. Σπανού, «Τοπικό κλίμα», εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία, Φεβρουάριος 2018, σ. 64


Μία ιδιαίτερη νουβέλα -σε 12 έντιτλα μέρη τα οποία θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως μεμονωμένα διηγήματα- έρχεται να προβληματίσει ή ακόμη και να αποκαλύψει, ίσως ενοχλητικά, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του τόπου μας. Μια ιστορία που περιδιαβαίνει με κινηματογραφικές εναλλαγές, το πρόσφατο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του νησιού.

Η δράση λαμβάνει χώρα στο εγγύς, πιθανολογούμενο, μέλλον, όπως δηλώνεται εξαρχής στο πρώτο μέρος του βιβλίου με τον τίτλο, «Η πλατεία»: «Ο ομιλητής πήρε θέση και ανασήκωσε τα δυο του χέρια σαν μαέστρος: “Η αυριανή μέρα σηματοδοτεί την Άνοιξη της Ενωμένης Κυπριακής Ομοσπονδίας. Η κοινή μας πατρίδα θα αναγεννηθεί και θ’ ανθίσει, όπως συμβαίνει στη φύση την εποχή αυτήν. Καλώ τον κυπριακό λαό να ανοίξει το πνεύμα, την καρδιά και τα χέρια του, να ξεχάσει την παγωνιά της διαιρεμένης πατρίδας μας, μια για πάντα”.», (σ. 7). Ευφυέστατη η σύλληψη της συγγραφέως να τοποθετήσει σ’ αυτό το φανταστικό χρονικό πλαίσιο την εξέλιξη της μεστής ρεαλιστικής μυθοπλασίας της.

Δύο ξαδέρφια, μεσήλικες, ο Μιχαήλ κι ο Κλέαρχος, και η Ραχήλ, ανακρίτρια του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, είναι τα κεντρικά πρόσωπα του βιβλίου. Απ’ αυτούς τους τρεις χαρακτήρες ξεκινούν κι ολοκληρώνονται όλα όσα διαδραματίζονται στο «Τοπικό κλίμα». Κι άλλα πρόσωπα εισέρχονται στη δράση, όχι τυχαία, που οδηγούν τη γραφίδα της Χάρης Ν. Σπανού σε μία, in brevis, καταβύθιση στη νεότερη ιστορία του νησιού μέσα από τους διαλόγους και τους εσωτερικούς μονολόγους των χαρακτήρων της ως κατασταλαγμένες αναφορές μνήμης του τι έχει προηγηθεί. Μία έκρηξη σ’ ένα μνημείο που κινητοποιεί τις αρχές, μία επιστροφή στο σκλαβωμένο τόπο, μία γιορτή, ένας φιλικός και συμπαθής Τουρκοκύπριος καλλιτέχνης, μία οργάνωση, η διαλεύκανση της έκρηξης, ο Πεδιαίος της «επανένωσης», η γέννηση ενός κοριτσιού κι άλλες σημαντικές ψηφίδες (ακόμη και κάποιες υποσημειώσεις που σημαίνουν) συνθέτουν με αξιοθαύμαστη λεκτική οικονομία το «μετεωρολογικό δελτίο» της Σπανού.
       
Μία πικρή, ήρεμη αλήθεια αναδύεται από το απόσπασμα που ακολουθεί και βρίσκεται στο όγδοο μέρος του βιβλίου με τον τίτλο, «Το μπαρ Socrates»: «Ο Κλέαρχος έσμιξε τα φρύδια του. “Εσύ κι εγώ ανήκουμε σε αντίθετα ρεύματα της Ιστορίας. Για να παραμείνουμε αληθινοί ο καθένας στο έργο του, είναι καλύτερα να απέχουμε από καραγκιοζιλίκια”. Ο Χακάν χαμογέλασε. “Κι αν το ρεύμα της Ιστορίας έγινε ένα και δεν το πήρες είδηση;”. Ο Κλέαρχος απομάκρυνε το χέρι του από την μπύρα και το σήκωσε ερωτηματικά. “Και το ρεύμα θα ασχοληθεί με μένα, Χακάν; Τι ζόρι τραβάς κι εσύ και το ρέμα; Ή θαρρείς πως επειδή σκεφτήκαμε και αποφασίσαμε μια μέρα ότι όλα θα λυθούν αν εγώ κι εσύ γίνουμε φίλοι, θα αλλάξει η ροή του νερού;”.», (σ. 45).

Το φαντασιακό ή μια ζοφερά συμβιβασμένη πραγματικότητα έχει επικρατήσει, μάλλον δυστοπικά, με μία νότα αισιοδοξίας στην καταληκτική πρόταση του βιβλίου που αφορά στην επιβίωση και στη συνέχειά μας.

Κώστας Ρεούσης


Η Χάρη Ν. Σπανού γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1964. Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία ως ιατρός παθολόγος. Έχει εκδώσει, επίσης, τη συλλογή τριών διηγημάτων, «Η συνεδρία I / Το σπίτι / Ο ξένος», εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία, 2015.

Περιοδικό «Το Πεζοδρόμιο», 1ο τχ., Λευκωσία, 1η Απριλίου 2018, σ. 31.

Οίκος Ενοχής 14

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

14ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο


Νεκρώθηκα ανήμερα του Δίκαιου Αγίου Συμεών του Θεοδότου και Άννας της Προφήτιδας –έτος Σωτήριο: ιώτα (1) αέννε (9) νεννάε (9) το ζήτα (7). Το άδρωπο που είμαι: Αὐτὰρ ἐπειδὴ πάντα φάος καὶ νὺξ ὀνόμασται / καὶ τὰ κατὰ σφετέρας δυνάμεις ἐπὶ τοῖσί τε καὶ τοῖς, / πᾶν πλέον ἐστὶν ὁμοῦ φάεος καὶ νυκτὸς ἀφάντου / ἴσων ἀμφοτέρων, ἐπεὶ οὐδετέρῳ μέτα μηδέν., (Παρμενίδης, Περί φύσεως, 9). Η μετατόπιση της χρείας γίνεται όταν το σώμα το πει: «Μουνογενές». Το σαπισμένο νερό μένεα πνείοντες, κι ακόντιο-άλμπουρο η πτήση-πλεύση-πορεία στο γράμμα «‘Ράλεφ», κάποιων Ελλήνων πεπαλαιωμένων Πελασγών,  πριν απ’ την Έξοδο Ισραηλίτες ἒστωσαν –Α (ῥ) λάσιοι. Η Είσοδος της Θεοτόκου: ού (ῥ) γιος ο άνεμος• όχι ούριος. Είναι η ηλικία του ποιητή –μια και η πράξη της αυτοχειρίας έχει εξοβελιστεί σε προσεχή δεκαετία– που εταστικά καθορίζει τ’ αγκίστρωμα στα πενήντα χρόνια. Οι ράχες των βιβλίων στις προθήκες ελαχιστοποιούνται. Σφίγγει ο κλοιός της ατέρμονης ανάγνωσης κι απαγγελίας στίχων, στροφών κι αποσπασμάτων. Καμιά παραμονή δεν εύχεται, απλώς αντικρίζει τη φθορά των επιθαλάμιων ύμνων. Άλυτος κι άπλυτος ο γρίφος νυχτώνει ξημερώνοντας τη σισύφεια επαναλαμβανόμενη διαδρομή του. Ημέρες δύο επιβαλλόμενης ηρεμίας έστρωσαν το βηματισμό καθώς το χαμομήλι, ο γλυκάνισος και οι πατάτες μπλουμ κάλμαραν το νευρόσπαστο. Συναντήσεις ευσπλαχνίας, ανθρωπιάς κι ανέχειας όρισαν το βασανισμό που εκτόξευε μες στην πραγματικότητα που εμφανίζει το αλκοόλ και το χασίς. Αμφιλεγόμενη, ανισόρροπη, ασταθής -μες στην αιώνια μετάπτωση- γραφή. Διατρέχοντας πολιτικές και άλλες ιδεολογίες ή έννοιες και πράξεις και λόγια και καραγκιοζιλίκια, μες στο καζάνι του ελληνισμού να καγχάζει και κοχλάζει τους χαρακτηρισμούς. Κι όλους μ’ ενδείξεις έκδηλες της εποχής,  φασίστες, ενίοτε, μας καπελώνουν: ένεκα και οι εκτροπές μιας συμπεριφοράς ρεούσης κοίτης ποταμού μες στο μισό χωριό της Λευκωσίας. Μου μυρίζει πως αρχίζει να παίζεται ξανά, στον μπερντέ της ιστορίας, ένας εμφύλιος σπαραγμός βλεμμάτων. Μια εντολή που γράφτηκε περί τα τέλη του 20ού αιώνα σημαίνει: Θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στήν Τήνο, πού νά ’ρθει μέ τήν εὐχή τῆς Παναγίας καί νά καθαρίσει τόν τόπο ἀπ’ ὃλων τῶν λογιῶ τῆς Τουρκιᾶς καί τῆς γηραιᾶς Εὐρώπης τ’ ἀπομεινάρια., (Οδυσσέας Ελύτης, Ιδιωτική Οδός, 60). Ιερείς, ποιητές και στρατιωτικοί εφάρμοσαν τ’ άρθρο εκείνο του αίματος όρκου, κι αστραπιαία έδρασαν υπέρ του είδους του ανθρώπινου και της ζωής … και της ζωής … και της ζωής, μ’ αντίτιμο θανα (ν) τερό. Την τρυφηλότητα χαλάσανε, την τήξη της κυοφορίας μπάσταρδης γενεάς ξεκοίλιασαν, τις δυσπλασίες ενός Καιάδα εγκρεμίσανε κι όσοι αρτιμελώς αιματοτσακισμένοι απ’ το Κακό εμείνανε, υψώσανε περήφανοι –και ζυγισμένοι σε παράταξη χαιρέτησαν– την κυανή και τη λευκή σημαία. 
                    

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 25.02.2018.  

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Οίκος Ενοχής 13

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε


13ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο


Ο θάνατος είναι ένας σταθμός. Κάθεσαι, παραγγέλνεις, πίνεις τον καφέ σου και πορεύεσαι ως συνεχές κι εναλλασσόμενο ρεύμα: έχω σπάσει τα κόκαλα τα ’χω βάλει σανίδες στη ράχη –πρόσεχε, κόσμε άκοσμε, περιπλεγμένος είσαι και δικάζεσαι. Των ασωμάτων σεραφείμ καραδοκούν την κρίση του κριτή. Ο εθνισμός, η οργή και το αλάσιο απαγγέλλουν παλαιά γλώσσα, κι ο ποιητής σκοτώνει ξέμπαρκος στην πόλη «Λευτεριά»:  Ἁ Κύπρις τὸν Ἔρωτα τὸν υἱέα μακρὸν ἐβώστρει· / «ὅστις ἐνὶ τριόδοισι πλανώμενον εἶδεν Ἔρωτα, / δραπετίδας ἐμός ἐστιν, ὁ μανύσας γέρας ἕξει· / μισθός τοι τὸ φίλαμα τὸ Κύπριδος· ἢν δ᾽ ἀγάγῃς νιν, / οὐ γυμνὸν τὸ φίλαμα, τι δ᾽, ὦ ξένε, καὶ πλέον ἕξεις. / ἔστι δ᾽ ὁ παῖς περίσαμος· ἐν εἴκοσι πᾶσι μάθοις νιν. / χρῶτα μὲν οὐ λευκός, πυρὶ δ᾽ εἴκελος· ὄμματα δ᾽ αὐτῷ / δριμύλα καὶ φλογόεντα· κακαὶ φρένες, ἁδὺ λάλημα· / οὐ γὰρ ἴσον νοέει καὶ φθέγγεται· ὡς μέλι φωνά, / ὡς δὲ χολὰ νόος ἐστίν, ἀνάμερος, ἠπεροπευτάς, / οὐδὲν ἀλαθεύων, δόλιον βρέφος, ἄγρια παίσδων. / εὐπλόκαμον τὸ κάρανον, ἔχει δ᾽ ἰταμὸν τὸ μέτωπον. / μικύλα μὲν τήνῳ τὰ χερύδρια, μακρὰ δὲ βάλλει, / βάλλει κεἰς Ἀχέροντα καὶ εἰς Ἀΐδεω βασίλεια. / γυμνὸς ὅλος τό γε σῶμα, νόος δέ οἱ εὖ πεπύκασται. / καὶ πτερόεις ὡς ὄρνις ἐφίπταται ἄλλον ἐπ᾽ ἄλλῳ, / ἀνέρας ἠδὲ γυναῖκας, ἐπὶ σπλάγχνοις δὲ κάθηται. / τόξον ἔχει μάλα βαιόν, ὑπὲρ τόξω δὲ βέλεμνον- / τυτθὸν μὲν τὸ βέλεμνον, ἐς αἰθέρα δ᾽ ἄχρι φορεῖται- / καὶ χρύσεον περὶ νῶτα φαρέτριον, ἔνδοθι δ᾽ ἐντί / τοὶ πικροὶ κάλαμοι, τοῖς πολλάκι κἀμὲ τιτρώσκει. / πάντα μὲν ἄγρια ταῦτα, πολὺ πλέον ἁ δαῒς αὐτῶ· / βαιὰ λαμπὰς ἐοῖσα τὸν Ἅλιον αὐτὸν ἀναίθει. / ἢν τύ γ᾽ ἕλῃς τῆνον, δήσας ἄγε μηδ᾽ ἐλεήσῃς, / κἢν ποτίδῃς κλαίοντα, φυλάσσεο μή σε πλανάσῃ· / κἢν γελάῃ, τύ νιν ἕλκε. καὶ ἢν ἐθέλῃ σε φιλᾶσαι, / φεῦγε· κακὸν τὸ φίλαμα, τὰ χείλεα φάρμακον ἐντί. / ἢν δὲ λέγῃ· “λάβε ταῦτα, χαρίζομαι ὅσσα μοι ὅπλα”, / μὴ τὺ θίγῃς πλάνα δῶρα· τὰ γὰρ πυρὶ πάντα βέβαπται.». / [αἲ αἲ καὶ τὸ σίδαρον, ὃ τὸν πυρόεντα καθέξει.], (Μόσχου, «Ἔρως δραπέτης»). Ο Μονάρχης-Μονόρχεις έχει νεύρο, οπόταν μην αντιμιλάς •σκάσε, κι άκου το πνεύμα ιεραρχών: Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Μεγάλη του Γένους Σχολή και ν’ αντανακλά όλο το φως πάνω στην πίσσα της Ευρώπης που θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Χωρίς διάκριση. Πάνω στους μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Καντ και τους Μαρξ, τον Πάπα –Θεός σχωρέσει τους., (Οδυσσέας Ελύτης, «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»). Ο Καλόγερος-Καλόγενος ωσάν ίασπις υπερασπίζεται, μ’ ένα έκχυτο εκρηξιγενές πέτρωμα απ’ την ταχεία ψύξη βασαλτικής λάβας σε σχήμα ωιόν. Το νησί των Σουτζούκων-Σελτζούκων τούρκεψε, και το πουλί χωρίς όνομα «αρχαιοπτέρυξ», κύριε εκέκραξα: «Μια συμφωνία για έξι ελικοειδή λεπιδόπτερα».             

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 03.12.2017. 

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Οίκος Ενοχής 12

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

12ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο


O Ανδρέας γεωργός, ο Λουκάς Έλλην της νήσου σταυρικός, ο Θεοτόκης, ο Ηλίας• σε ξένης γης αράζουν τα οστά τους, Θανάσης, Κόκος ψησταριά σε άνομους παράδες: ένας παπάς τους έθρεψε κρατώντας το φραγγέλιο. Ο αδελφότεκνος υιός το σπέρμα του φονεύει. Στο μεταξύ, αλγόριθμος συντρόφευε τη μοναξιά του λυκανθρώπου. Χρονιάρα μέρα η σήμερον, χρονιάρα μέρα η αύριο, χρονιάρα και η Κυριακή. Ο ποιητής δεν είναι τυμβωρύχος: ένα λαγωνικό τα γράμματα μονήρες τα εικάζει. Ιχνηλατώντας έρπει ατάραχος μέσα στις εχθρικές γραμμές αντιπαράταξης. Propongo una demolición política. Una vuelta al origen. Un nuevo nacimiento. Pero para ello precisamos de una educación justa y de calidad, de una cultura ajena a los intereses partidistas. Precisamos de la verdad., (Javier Sánchez Menéndez). Εκτυφλωτική η λάμψη της μαρμαρόπλακας όταν ραγίζει την επιστροφή του νεκρού που μπορεί να χορέψει τον κραδασμό των λειψάνων. Ο Γλαύκος ορφάνεψε από μάνα, και μια αδιόρατη πίκρα μύριζε στoν αέρα της οδού Επτανήσου. Μήδισε μειδιώντας τον ήχο του εχέμυθου στάγματος στη νεροσταγόνα ενός ασιατικού βασανιστηρίου: μύδι γερμανόπανο αρχίδι. Οι καραβόπανες βοθρώνες ενοχλούσαν τα τορνεμένα δένδρα. Η αναψηλάφηση της δίκης του απολιθωμένου ελαιώνα, της ύφανσης τ’ αργαλειού και του έντιμου κάβουρα είχε ακλόνητο δεδικασμένο έναντι της εκ νέου ιταμής ψευδομαρτυρίας του άλλοθι. Ο γυρολόγος εάν δεν είναι πράκτορας που φέρνει λόγο άχαρο, κακά μαντάτα δηλαδή, μένει στην μπίλια ενός παιγνίου που σκέφτεται το επόμενο θύμα της σερμαγιάς του. Η γενειάδα, ο βόστρυχος και το νύχι, θεριεύοντας την αντάρα μιας ακατοίκητης πλάσης, εμφανίζουν τον αρχέτυπο όρκο του αφανισμού ενός πληθυσμού προσκυνημένου το δόλωμα της ηδονής, (Οδυσσέας Ελύτης). Με πληρώνω ακριβά για να μείνω στη σκιά της ιστορίας μου: Στο όνομα του Θεού και της Πατρίδας, έχω άπειρο τέλος κι άχρονο φως από τους καταγεγραμμένους αιώνες. Περιμένω τον σαρδόνιο γέλωτα του παρμπρίζ ν’ αποκρίνεται στην ελλειμματική προσοχή, με την ηθελημένη ή ύποπτη άσκηση της αμνησίας, καθώς άτιμος δολοφόνος εκτελεί συμβόλαιο … προπληρωμένο ίσως. Να εφαρμόζεις τη γραμματομαγεία για ν’ αποτρέπεις τη λειψυδρία: το νερό δεν έχει εχθρό, αν και οφείλει να κελαρύσει μ’ έναν φόνο. Μετρημένες με μοιρογνωμόνιο οι μέρες της μαγνητοταινίας του μουσουλμάνου που ενοχλεί από το μιναρέ τ’ αυτιά και την ελευθερία. Δεν υπάρχει νέα ή καινούργια ποίηση, παρά μόνο ποίηση ζωντανή. Ο θεατρινισμός της ανάτασης των χεριών του πατέρα έκρινε την αρχή της κυκλικής μάχης του ποιητή ενάντια των Τούρκων, ενώ η ανοικοκύρευτη νοσοκόμα αισθητικός έζεχνε τη σαπίλα του μίσους: από την Ισταμπούλ στην Καβάλα κι απ’ εκεί στην Πρεβέζης πριόνιζε, ανυποψίαστη, το σχήμα μιας νεκροφόρας. Ανάποδο βαφτίσι το νησί• να ορνιθοσκαλίζουν με τ’ αριστερό, να περπατούν με τις πατούσες τρίγωνες. Μία ναυτία που θέλει να πατώνει, μη και πνιγεί. Και η Μεσόγειος καγχάζει αυστηρά στις μαγγανείες, κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων (Κ. Π. Καβάφης). Διαγώνιος είναι ο βαδιστής: φτέρνα και ακροδάχτυλα-φτέρνα και ακροδάχτυλα, κι οι πήχεις των χεριών μοχλοί που διασταυρώνονται. Τα αντικείμενα έχει το χάρτη του: αττική σύνταξη. Τη σκιά να τη βαδίζεις και το πυρί στο ρελαντί.        


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 19.11.2017.                          

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Οίκος Ενοχής 11

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

11ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο


Τα κομψευόμενα έως καταξιωμένα αποβράσματα του δικοινοτικού συρμού ή αχταρμά φωτογραφιζόντουσαν με μια τεράστια επιταγή υπογεγραμμένη από έναν μισητό αγγλοσαξονικό τίτλο ευγενείας. Κάποιες σημαίες σημαιοστολισμένες το σημαιοστολισμό κυμάτιζαν •έστω και ξεφτισμένες από την οργή του Αιόλου. Άλλες -μεταλλικές κι αμετακίνητες- στην κορυφή του ιστού έπαιζαν ατάραχες Stratego. Οι αχιβάδες του Επαμεινώνδα κατοικούσαν στα μανιτάρια, εισχωρώντας αστραπιαία τον ίλιγγο κι άγνωστο πόλεμο αρχέτυπων αστερισμών. Ο ταγματάρχης ποιητής αιχμαλώτιζε στη χλαίνη τα ψίχουλα της κουραμάνας, απεγκλώβιζε στην παλαιά ξιφολόγχη τα δόντια … το σκορβούτο, κι εκκινούσε με το επόμενο ύψωμα να φλέγεται στις νευρικές διακλαδώσεις του σωματότροπου ύφους. Ένα καλό πρωί, οι τωρινοί αόμματοι βλάκες, βρέθηκαν επαναστατημένοι, χωρίς να γνωρίζουν το πως και το τι και το γιατί, χωρίς να ξέρουν τι θέλανε και τι γυρεύανε και πού πηγαίνανε. Και την επανάσταση αυτή την αισθανόντουσαν, την επικαλούνταν, την ποθούσαν •είχαν αρχίσει από καιρό να την ονομάζουν, να την γράφουν, να τη συνηθίζουν, να την περιμένουν ως τη μόνη σωτηρία τους: για να τους γλιτώσει από τους ανήθικους λαβύρινθους και από τους τραγέλαφους –για να τους γλιτώσει από τον εαυτό τους. Κι αυτή η επανάσταση, όπως και οποιαδήποτε άλλη μεταβολή, με τα μυαλά που είχαν και με τους ανθρώπους που έβαζαν στο σβέρκο τους, τους εξαπάτησε και τους βύθισε χειρότερα, σε χειρότερους τραγέλαφους κι ερέβη. Τους αποτέλειωσε, υποσχόμενη να τους διορθώσει –όπως η κάθε μεταβολή που κάνανε–, και τους αποκοίμισε, για να εγερθούν ύστερα από λίγα χρόνια κάθετοι, από το νέο τους εκείνο ύπνο… και αντικρίσανε τέλος με πεταγμένα μάτια εμπρός τους, τον πραγματικό χάροντα και σκοπό της φυλής των Ελλήνων. Η ακρόπολη λόφος του Αγίου Γεωργίου είχε σχεδιαστεί ν’ ανοικοδομηθεί ή βιαστεί απ’ ένα νεότευκτο μπορντέλο τυχάρπαστων αντιπροσώπων. Από τους αφανείς υπόνομους της έσχατης ράτσας μέχρι την ασυγκράτητη διάβρωση των επιφανειακών συνειδήσεων, η παγκόσμια ανοησία έβρισκε χωράφι να πολλαπλασιάσει τους μονοκύτταρους παθογόνους οργανισμούς της. Κεραίες επί δορυφορικών συνδέσεων, σημαίες επί σχιζοφρενικών εγκλημάτων: μία άτσαλα δομημένη ανατολίτικη κακία εισχωρούσε στη δυτικότροπη απάτη των χυδαίων συναλλακτικών πρακτικών. Ως ήταν ορκισμένο κι ορισμένο απ’ την αόρατη αρχή (π’ ονοματίστηκε, εκ νέου, εταιρεία φιλική), οι κλειδαριές αφανίστηκαν μια μέρα μεσημέρι. Ένας ατάλαντος στιχοπλόκος αποκάλυψε το βραχυκυκλωματικό λόγο, κατάργησε τις κλειδαρότρυπες, καταβρόχθισε τον ηδονοβλεψία κι αναίρεσε τα κλειδιά. Τότε, το αντικλείδι προσφώνησε την ουτοπία των κωδικοποιημένων αυτουργών. Στο μεταξύ, οι οξειδωμένοι τενεκέδες καπηλεύονταν σε φιλανθρωποφαγικά απογεύματα την άγρια βλάστηση, αιδοία πιράνχας εμφάνιζαν τη γυναίκα και κίναιδοι πέη κονιορτοποιούσαν τον άνδρα. Το ερμαφρόδιτο λιμοκτονούσε, ορίζοντας τη σφαγή του ουδέτερου γένους επίστρεψε ουρλιάζοντας την καινούργια αναμέτρηση. Το αποτύπωμα της σκόνης στο ξύλο έδειχνε τη θέση των αντικειμένων •το φλαμίνγκο, η νυχτερίδα, το περιστέρι, το κοράκι, το κουνούπι, η πεταλούδα κι ο  χαμαιλέοντας οδηγούσαν τη στρατιά του Αρχιλόχου. Ο ήλιος είχε καρφωθεί το στερέωμα. Οι ανέτοιμες ανέντιμες εφεδρείες είχαν περιοριστεί στα καταφύγια της πολιτικής προστασίας συνουσιαζόμενες και χαρτοπαίζοντας το αλκοολούχο σκότος όπου, δεκαετίες τώρα, συμμαχούσαν. Το οτιδήποτε ναρκοθετούσε τους μηχανισμούς της σύγχυσης κι ένα καράβι όργωνε με την καρίνα του ψυχές: διαβάζοντας ορθόδοξα ερμήνευε χαοτικά την αντί εισβολή των εμπροσθοφυλακών και την προέλαση της φυσικής αποστασίας –στο ελεύθερο έμβολο σύμβολο κι ενωτικό καθεστώς της βορειοδυτικής στερεάς ενδοχώρας– των ατρόμητων οπισθοφυλακών ταγμάτων.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 05.11.2017.