Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Οίκος Ενοχής 13

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε


13ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο


Ο θάνατος είναι ένας σταθμός. Κάθεσαι, παραγγέλνεις, πίνεις τον καφέ σου και πορεύεσαι ως συνεχές κι εναλλασσόμενο ρεύμα: έχω σπάσει τα κόκαλα τα ’χω βάλει σανίδες στη ράχη –πρόσεχε, κόσμε άκοσμε, περιπλεγμένος είσαι και δικάζεσαι. Των ασωμάτων σεραφείμ καραδοκούν την κρίση του κριτή. Ο εθνισμός, η οργή και το αλάσιο απαγγέλλουν παλαιά γλώσσα, κι ο ποιητής σκοτώνει ξέμπαρκος στην πόλη «Λευτεριά»:  Ἁ Κύπρις τὸν Ἔρωτα τὸν υἱέα μακρὸν ἐβώστρει· / «ὅστις ἐνὶ τριόδοισι πλανώμενον εἶδεν Ἔρωτα, / δραπετίδας ἐμός ἐστιν, ὁ μανύσας γέρας ἕξει· / μισθός τοι τὸ φίλαμα τὸ Κύπριδος· ἢν δ᾽ ἀγάγῃς νιν, / οὐ γυμνὸν τὸ φίλαμα, τι δ᾽, ὦ ξένε, καὶ πλέον ἕξεις. / ἔστι δ᾽ ὁ παῖς περίσαμος· ἐν εἴκοσι πᾶσι μάθοις νιν. / χρῶτα μὲν οὐ λευκός, πυρὶ δ᾽ εἴκελος· ὄμματα δ᾽ αὐτῷ / δριμύλα καὶ φλογόεντα· κακαὶ φρένες, ἁδὺ λάλημα· / οὐ γὰρ ἴσον νοέει καὶ φθέγγεται· ὡς μέλι φωνά, / ὡς δὲ χολὰ νόος ἐστίν, ἀνάμερος, ἠπεροπευτάς, / οὐδὲν ἀλαθεύων, δόλιον βρέφος, ἄγρια παίσδων. / εὐπλόκαμον τὸ κάρανον, ἔχει δ᾽ ἰταμὸν τὸ μέτωπον. / μικύλα μὲν τήνῳ τὰ χερύδρια, μακρὰ δὲ βάλλει, / βάλλει κεἰς Ἀχέροντα καὶ εἰς Ἀΐδεω βασίλεια. / γυμνὸς ὅλος τό γε σῶμα, νόος δέ οἱ εὖ πεπύκασται. / καὶ πτερόεις ὡς ὄρνις ἐφίπταται ἄλλον ἐπ᾽ ἄλλῳ, / ἀνέρας ἠδὲ γυναῖκας, ἐπὶ σπλάγχνοις δὲ κάθηται. / τόξον ἔχει μάλα βαιόν, ὑπὲρ τόξω δὲ βέλεμνον- / τυτθὸν μὲν τὸ βέλεμνον, ἐς αἰθέρα δ᾽ ἄχρι φορεῖται- / καὶ χρύσεον περὶ νῶτα φαρέτριον, ἔνδοθι δ᾽ ἐντί / τοὶ πικροὶ κάλαμοι, τοῖς πολλάκι κἀμὲ τιτρώσκει. / πάντα μὲν ἄγρια ταῦτα, πολὺ πλέον ἁ δαῒς αὐτῶ· / βαιὰ λαμπὰς ἐοῖσα τὸν Ἅλιον αὐτὸν ἀναίθει. / ἢν τύ γ᾽ ἕλῃς τῆνον, δήσας ἄγε μηδ᾽ ἐλεήσῃς, / κἢν ποτίδῃς κλαίοντα, φυλάσσεο μή σε πλανάσῃ· / κἢν γελάῃ, τύ νιν ἕλκε. καὶ ἢν ἐθέλῃ σε φιλᾶσαι, / φεῦγε· κακὸν τὸ φίλαμα, τὰ χείλεα φάρμακον ἐντί. / ἢν δὲ λέγῃ· “λάβε ταῦτα, χαρίζομαι ὅσσα μοι ὅπλα”, / μὴ τὺ θίγῃς πλάνα δῶρα· τὰ γὰρ πυρὶ πάντα βέβαπται.». / [αἲ αἲ καὶ τὸ σίδαρον, ὃ τὸν πυρόεντα καθέξει.], (Μόσχου, «Ἔρως δραπέτης»). Ο Μονάρχης-Μονόρχεις έχει νεύρο, οπόταν μην αντιμιλάς •σκάσε, κι άκου το πνεύμα ιεραρχών: Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Μεγάλη του Γένους Σχολή και ν’ αντανακλά όλο το φως πάνω στην πίσσα της Ευρώπης που θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Χωρίς διάκριση. Πάνω στους μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Καντ και τους Μαρξ, τον Πάπα –Θεός σχωρέσει τους., (Οδυσσέας Ελύτης, «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»). Ο Καλόγερος-Καλόγενος ωσάν ίασπις υπερασπίζεται, μ’ ένα έκχυτο εκρηξιγενές πέτρωμα απ’ την ταχεία ψύξη βασαλτικής λάβας σε σχήμα ωιόν. Το νησί των Σουτζούκων-Σελτζούκων τούρκεψε, και το πουλί χωρίς όνομα «αρχαιοπτέρυξ», κύριε εκέκραξα: «Μια συμφωνία για έξι ελικοειδή λεπιδόπτερα».             

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 03.12.2017. 

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Οίκος Ενοχής 12

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

12ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο


O Ανδρέας γεωργός, ο Λουκάς Έλλην της νήσου σταυρικός, ο Θεοτόκης, ο Ηλίας• σε ξένης γης αράζουν τα οστά τους, Θανάσης, Κόκος ψησταριά σε άνομους παράδες: ένας παπάς τους έθρεψε κρατώντας το φραγγέλιο. Ο αδελφότεκνος υιός το σπέρμα του φονεύει. Στο μεταξύ, αλγόριθμος συντρόφευε τη μοναξιά του λυκανθρώπου. Χρονιάρα μέρα η σήμερον, χρονιάρα μέρα η αύριο, χρονιάρα και η Κυριακή. Ο ποιητής δεν είναι τυμβωρύχος: ένα λαγωνικό τα γράμματα μονήρες τα εικάζει. Ιχνηλατώντας έρπει ατάραχος μέσα στις εχθρικές γραμμές αντιπαράταξης. Propongo una demolición política. Una vuelta al origen. Un nuevo nacimiento. Pero para ello precisamos de una educación justa y de calidad, de una cultura ajena a los intereses partidistas. Precisamos de la verdad., (Javier Sánchez Menéndez). Εκτυφλωτική η λάμψη της μαρμαρόπλακας όταν ραγίζει την επιστροφή του νεκρού που μπορεί να χορέψει τον κραδασμό των λειψάνων. Ο Γλαύκος ορφάνεψε από μάνα, και μια αδιόρατη πίκρα μύριζε στoν αέρα της οδού Επτανήσου. Μήδισε μειδιώντας τον ήχο του εχέμυθου στάγματος στη νεροσταγόνα ενός ασιατικού βασανιστηρίου: μύδι γερμανόπανο αρχίδι. Οι καραβόπανες βοθρώνες ενοχλούσαν τα τορνεμένα δένδρα. Η αναψηλάφηση της δίκης του απολιθωμένου ελαιώνα, της ύφανσης τ’ αργαλειού και του έντιμου κάβουρα είχε ακλόνητο δεδικασμένο έναντι της εκ νέου ιταμής ψευδομαρτυρίας του άλλοθι. Ο γυρολόγος εάν δεν είναι πράκτορας που φέρνει λόγο άχαρο, κακά μαντάτα δηλαδή, μένει στην μπίλια ενός παιγνίου που σκέφτεται το επόμενο θύμα της σερμαγιάς του. Η γενειάδα, ο βόστρυχος και το νύχι, θεριεύοντας την αντάρα μιας ακατοίκητης πλάσης, εμφανίζουν τον αρχέτυπο όρκο του αφανισμού ενός πληθυσμού προσκυνημένου το δόλωμα της ηδονής, (Οδυσσέας Ελύτης). Με πληρώνω ακριβά για να μείνω στη σκιά της ιστορίας μου: Στο όνομα του Θεού και της Πατρίδας, έχω άπειρο τέλος κι άχρονο φως από τους καταγεγραμμένους αιώνες. Περιμένω τον σαρδόνιο γέλωτα του παρμπρίζ ν’ αποκρίνεται στην ελλειμματική προσοχή, με την ηθελημένη ή ύποπτη άσκηση της αμνησίας, καθώς άτιμος δολοφόνος εκτελεί συμβόλαιο … προπληρωμένο ίσως. Να εφαρμόζεις τη γραμματομαγεία για ν’ αποτρέπεις τη λειψυδρία: το νερό δεν έχει εχθρό, αν και οφείλει να κελαρύσει μ’ έναν φόνο. Μετρημένες με μοιρογνωμόνιο οι μέρες της μαγνητοταινίας του μουσουλμάνου που ενοχλεί από το μιναρέ τ’ αυτιά και την ελευθερία. Δεν υπάρχει νέα ή καινούργια ποίηση, παρά μόνο ποίηση ζωντανή. Ο θεατρινισμός της ανάτασης των χεριών του πατέρα έκρινε την αρχή της κυκλικής μάχης του ποιητή ενάντια των Τούρκων, ενώ η ανοικοκύρευτη νοσοκόμα αισθητικός έζεχνε τη σαπίλα του μίσους: από την Ισταμπούλ στην Καβάλα κι απ’ εκεί στην Πρεβέζης πριόνιζε, ανυποψίαστη, το σχήμα μιας νεκροφόρας. Ανάποδο βαφτίσι το νησί• να ορνιθοσκαλίζουν με τ’ αριστερό, να περπατούν με τις πατούσες τρίγωνες. Μία ναυτία που θέλει να πατώνει, μη και πνιγεί. Και η Μεσόγειος καγχάζει αυστηρά στις μαγγανείες, κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων (Κ. Π. Καβάφης). Διαγώνιος είναι ο βαδιστής: φτέρνα και ακροδάχτυλα-φτέρνα και ακροδάχτυλα, κι οι πήχεις των χεριών μοχλοί που διασταυρώνονται. Τα αντικείμενα έχει το χάρτη του: αττική σύνταξη. Τη σκιά να τη βαδίζεις και το πυρί στο ρελαντί.        


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 19.11.2017.                          

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Οίκος Ενοχής 11

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

11ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο


Τα κομψευόμενα έως καταξιωμένα αποβράσματα του δικοινοτικού συρμού ή αχταρμά φωτογραφιζόντουσαν με μια τεράστια επιταγή υπογεγραμμένη από έναν μισητό αγγλοσαξονικό τίτλο ευγενείας. Κάποιες σημαίες σημαιοστολισμένες το σημαιοστολισμό κυμάτιζαν •έστω και ξεφτισμένες από την οργή του Αιόλου. Άλλες -μεταλλικές κι αμετακίνητες- στην κορυφή του ιστού έπαιζαν ατάραχες Stratego. Οι αχιβάδες του Επαμεινώνδα κατοικούσαν στα μανιτάρια, εισχωρώντας αστραπιαία τον ίλιγγο κι άγνωστο πόλεμο αρχέτυπων αστερισμών. Ο ταγματάρχης ποιητής αιχμαλώτιζε στη χλαίνη τα ψίχουλα της κουραμάνας, απεγκλώβιζε στην παλαιά ξιφολόγχη τα δόντια … το σκορβούτο, κι εκκινούσε με το επόμενο ύψωμα να φλέγεται στις νευρικές διακλαδώσεις του σωματότροπου ύφους. Ένα καλό πρωί, οι τωρινοί αόμματοι βλάκες, βρέθηκαν επαναστατημένοι, χωρίς να γνωρίζουν το πως και το τι και το γιατί, χωρίς να ξέρουν τι θέλανε και τι γυρεύανε και πού πηγαίνανε. Και την επανάσταση αυτή την αισθανόντουσαν, την επικαλούνταν, την ποθούσαν •είχαν αρχίσει από καιρό να την ονομάζουν, να την γράφουν, να τη συνηθίζουν, να την περιμένουν ως τη μόνη σωτηρία τους: για να τους γλιτώσει από τους ανήθικους λαβύρινθους και από τους τραγέλαφους –για να τους γλιτώσει από τον εαυτό τους. Κι αυτή η επανάσταση, όπως και οποιαδήποτε άλλη μεταβολή, με τα μυαλά που είχαν και με τους ανθρώπους που έβαζαν στο σβέρκο τους, τους εξαπάτησε και τους βύθισε χειρότερα, σε χειρότερους τραγέλαφους κι ερέβη. Τους αποτέλειωσε, υποσχόμενη να τους διορθώσει –όπως η κάθε μεταβολή που κάνανε–, και τους αποκοίμισε, για να εγερθούν ύστερα από λίγα χρόνια κάθετοι, από το νέο τους εκείνο ύπνο… και αντικρίσανε τέλος με πεταγμένα μάτια εμπρός τους, τον πραγματικό χάροντα και σκοπό της φυλής των Ελλήνων. Η ακρόπολη λόφος του Αγίου Γεωργίου είχε σχεδιαστεί ν’ ανοικοδομηθεί ή βιαστεί απ’ ένα νεότευκτο μπορντέλο τυχάρπαστων αντιπροσώπων. Από τους αφανείς υπόνομους της έσχατης ράτσας μέχρι την ασυγκράτητη διάβρωση των επιφανειακών συνειδήσεων, η παγκόσμια ανοησία έβρισκε χωράφι να πολλαπλασιάσει τους μονοκύτταρους παθογόνους οργανισμούς της. Κεραίες επί δορυφορικών συνδέσεων, σημαίες επί σχιζοφρενικών εγκλημάτων: μία άτσαλα δομημένη ανατολίτικη κακία εισχωρούσε στη δυτικότροπη απάτη των χυδαίων συναλλακτικών πρακτικών. Ως ήταν ορκισμένο κι ορισμένο απ’ την αόρατη αρχή (π’ ονοματίστηκε, εκ νέου, εταιρεία φιλική), οι κλειδαριές αφανίστηκαν μια μέρα μεσημέρι. Ένας ατάλαντος στιχοπλόκος αποκάλυψε το βραχυκυκλωματικό λόγο, κατάργησε τις κλειδαρότρυπες, καταβρόχθισε τον ηδονοβλεψία κι αναίρεσε τα κλειδιά. Τότε, το αντικλείδι προσφώνησε την ουτοπία των κωδικοποιημένων αυτουργών. Στο μεταξύ, οι οξειδωμένοι τενεκέδες καπηλεύονταν σε φιλανθρωποφαγικά απογεύματα την άγρια βλάστηση, αιδοία πιράνχας εμφάνιζαν τη γυναίκα και κίναιδοι πέη κονιορτοποιούσαν τον άνδρα. Το ερμαφρόδιτο λιμοκτονούσε, ορίζοντας τη σφαγή του ουδέτερου γένους επίστρεψε ουρλιάζοντας την καινούργια αναμέτρηση. Το αποτύπωμα της σκόνης στο ξύλο έδειχνε τη θέση των αντικειμένων •το φλαμίνγκο, η νυχτερίδα, το περιστέρι, το κοράκι, το κουνούπι, η πεταλούδα κι ο  χαμαιλέοντας οδηγούσαν τη στρατιά του Αρχιλόχου. Ο ήλιος είχε καρφωθεί το στερέωμα. Οι ανέτοιμες ανέντιμες εφεδρείες είχαν περιοριστεί στα καταφύγια της πολιτικής προστασίας συνουσιαζόμενες και χαρτοπαίζοντας το αλκοολούχο σκότος όπου, δεκαετίες τώρα, συμμαχούσαν. Το οτιδήποτε ναρκοθετούσε τους μηχανισμούς της σύγχυσης κι ένα καράβι όργωνε με την καρίνα του ψυχές: διαβάζοντας ορθόδοξα ερμήνευε χαοτικά την αντί εισβολή των εμπροσθοφυλακών και την προέλαση της φυσικής αποστασίας –στο ελεύθερο έμβολο σύμβολο κι ενωτικό καθεστώς της βορειοδυτικής στερεάς ενδοχώρας– των ατρόμητων οπισθοφυλακών ταγμάτων.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 05.11.2017. 

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Οίκος Ενοχής 10

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

10ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο


Το Χαλκούτσι αναπτέρωσε το πορτατίφ. Σηκώθηκα από το νεκροκρέβατο με τ’ αριστερό χέρι να μην υπακούει. Ήχησε το τηλέφωνο και η φωνή φίλου αληθινού έβαλε σε λειτουργία τις παράφωνες χορδές, καθώς το πρωινό κατούρημα σήμανε την αρρώστια του θερινού ηλιοστασίου. Φέρνοντας τα ερεβώδη φωτεινά μίλια του μονοπατιού της όποιας σκέψης απάγγειλα Σεφέρη, κυρίως, για ν’ ακούσω τον ήχο των χαραγμένων γραμμάτων μέσα στη φυλακή μίας δοτής χώρας και πρωτεύουσας που λέγεται Κύπρος και Λευκωσία. Μια άτυχη στιγμή καθήλωσε -προσωρινά και σε κουσούρι που μονιμοποιείται στην κίνηση- τον φίλο σε τροχοκάθισμα. Σταδιακά εκτόξευσε την υπομονή στην τοξικότητα της ευθυνόφοβης μαλαγανιάς. Ο Αύγουστος απειλούσε τους ελάχιστους εναπομείναντες πυρόπληκτους μοναχικούς με την ποινή του εξοστρακισμού στ’ αγροτεμάχια π’ οργώθηκαν από ερπύστριες και εποικήθηκαν από νεκρούς. Η γελοιότητα του ευκαλύπτου, όταν γέρνει συνεσταλμένος στη χαβούζα που βίασαν τα εκτρώματα της ιστορίας, προσλαμβάνει ή συλλαμβάνει συντονιστικές επιτροπές ειδεχθών μεταπολεμικών εγκλημάτων. Ο ποιητής βάδιζε ανερμάτιστος κι αναξιοπρεπής, ενώ κυριευόταν από την αναβλητικότητα των συγχυσμένων λογισμών διασύροντας τον πρότερο και τωρινό του βίο στα γράμματα και τις λέξεις. «Με το στανιό πειραματόζωο κι ακαταπαύστως!», ξεστόμισε σ’ έναν ακόμη Σεπτέμβρη πυρετωδών διαπραγματευτικών επανεκκινήσεων και επερχόμενων προεδρικών εκλογών. Είχε εισχωρήσει το στιγμιότυπο του βλέμματος  ενός φαλακρού τύπου ν’ αναμοχλεύει με σταθερή περιοδικότητα τις Εντυπώσεις Ενός Πνιγμένου. Μια ποινική δίκη μεγατόνων αχνοφαινόταν ή πλησίαζε -βουστροφηδόν- όπου τα μέρη της ήταν και είναι από καταβολής δικανικού συστήματος μπαρουτοκαπνισμένα. Το ζωντανό ξεκαθάρισε το δρομολόγιο των πρωινών βίαιων εγέρσεων συχνά τα δημητριακά ορίζουν την αναγκαία αφόδευση που ακολουθεί η ονειρική τρομοκρατία του θλιμμένου τα πιάτα στεγνώνουν η πλύση με τα χρωματιστά ξεβγάζει το μαλακτικό η αντικατασκοπία έχει ραντεβού με τα λαρύγγια τ’ αυτιά και τις διαρροές της νάρκης σε λίγο θα επιστρέψει η τρέλα μακιγιαρισμένη την ασάφεια των στοιχείων με την εξαίσια κιλότα της επηρμένη να παίρνει μέτρα με δανεικό πριόνι κλεμμένη μεζούρα και μια σέσουλα για τα οστρακοειδή οι πωλήσεις αρμέγουν στατιστικές σε δολοφονικά οκτάωρα αγάμητα φωτοτυπικά σέρνουν την απλωμένη μπουγάδα σε σιδερώστρες μανταλάκια αποτυπώνουν την τσάκιση του γιακά σφραγίζοντας το φέρετρο της πορτοκαλί συνέχειας φυσικά πρόκειται για την αναχώρηση του τυχαίου με τη γενιά των σαλτιμπάγκων να ξεφωνίζουν την είσοδο των λαχανικών στην κατάψυξη περαστικοί δικηγόροι διαδίδουν το ολόφρεσκο δεδικασμένο ο δικαστής χαρτώθηκε τον εισαγγελέα αγόρασαν αστακούς μεταμορφώθηκαν σε δραπέτες αιτήθηκαν χάρη κι έσφαξαν τον ανακριτή. Προς το παρόν βλέπει στον τοίχο τον Οκτώβρη, εισέρχεται σ’ αυτόν και βρίζοντας τα βάρβαρα αυτιά του εγκάθετα διορισμένα κυβερνητικού νομότυπου χαφιέ, ακονίζει το απονενοημένο διάβημα.



Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 02.11.2017.   

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 15

Ο λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus

#15
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής
 Ο πολιτικαντισμός μίας νησιωτικής πανεπιστημιακής κοινότητας


Εταιρικές εταίρες ξεκαπίστρωτες “σεφεριάζονται” τον πολιτικαντισμό μίας νησιωτικής πανεπιστημιακής κοινότητας. Προσφέρουνε νεοελληνικές σπουδές στην Κύπρο σ’ άγουρα φοιτηταριά της ανατολικής, πάλαι ποτέ, Ευρώπης και Βαλκανίων του σκοτωμένου αδελφού. ¡Σελτζουκιστάν!, μη χέσω, το νησί … τουλάχιστον αφήστε με να κλάσω!

Εἰς τό ποίημα τοῦ Χρέους μακρινή πρέπει νά εἶναι ἡ φριχτή ἀγωνία μέσα εἰς τή δυστυχία καί εἰς τούς πόνους, ὃπως ἐκεῖθε φανερωθῆ ἀπείραχτη καί ἅγια ἡ διανοητική καί ἠθική Παράδεισος., (Διονύσιος Σολωμός, «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι-Αποσπάσματα», Στοχασμοί του Ποιητή). Πληκτικοί αναγεννησιακοί ταγοί-ταγάρια περιφέρουν το σκοταδισμό του γοτθικού προσκυνήματός τους. Να γκρεμίσουμε όλα τ’ ανάκτορα του πούστη του αββά, όλα τα κάστρα της καταραμένης της φραγκιάς, όλα τα διοικητήρια και τις πουτάνες του Οθέλλου.

Μ’ ένα μάτι μ’ ένα δόντι, με βαμμένα τα μαλλιά / σκαρφαλώσαν οι γερόντοι στης πατρίδας τα σκαλιά. / Καθώς παν για τα ογδόντα ίδιοι και παράλληλοι / το πολύ για καμιά τσόντα είναι πια κατάλληλοι. // Μα για να σωθεί η Ελλάδα στους καιρούς τους ύστατους / βρείτε κάπου έναν καιάδα και γκρεμοτσακίστε τους. // Μας φλομώσαν οι παππούδες με ψευτιές και φούμαρα / λες και είμαστε αλεπούδες που μασάνε κούμαρα. / Μα θα ’ρθούνε άλλα χρόνια μ’ όνειρα κι οράματα, / δίχως λόγους στα μπαλκόνια κι ανθιστά προγράμματα. // Μα για να σωθεί η Ελλάδα στους καιρούς τους ύστατους / βρείτε κάπου έναν καιάδα και γκρεμοτσακίστε τους / βρείτε κάπου έναν καιάδα και γκρεμοτσακίστε τους., (Νίκος Γκάτσος, «Τα κατά Μάρκον», 1991). Έτσι, και ξωπίσω τους ποιητές Κυπραίοι κουτσομπόλες -κουμπάροι βραβευμένοι και αβράβευτοι-  μαζί μ’ όλες τις ιερόδουλες που νταβατζή σας  ο Κινύρας. Γαμώ, πατόκορφα, τον Ζήνωνα τον Κιτιεύς, τσογλάνια στωικοί στον κώλο σας ρεπάνι.

Poesía siempre es revelación y descubrimiento, nunca debe existir sin principios, la razón de la palabra poética es conocimiento, filosofía. Las apariencias nunca importaron a los indolentes, y la posesión es mentira, como la poesía horizontal. // Armonía, mansedumbre y criterio sin resisstencia. El poder de expresión nunca sera vacío, debe ser violencia, queja, caos e independencia. Revelación. Pura revelación. Símbolos humanos de conocimientos poéticos. // El indolente número 13 no deja de dar lecciones de aprendizaje verdadero. La magnificencia nunca sera poesía, es pasividad. Se require humildad, silencio y soledad, caminos desamparados. Y la unidad aparece sin presunción. El conocimiento poético es esfuerzo permanente, afán, lectura sin escritura., (Javier Sánchez Menéndez, «El libro de los indolentes-Sobre la poesía», 1. El encuentro en Camarinal-Veintisiete, p. 60). 

Ένας ελεύθερος μυστικός ερανιστής, από την εποχή του αρχέτυπου δραγάτη, οπλοφορούσε με στυλογράφους, καλάμια, ξύστρες, σβήστρες, μοιρογνωμόνια και πολύτιμα κιτάπια ή βιβλία πλανητικών ποιητών: la escafandra ruega invocando nautas pasajeros tripulaciones hechizadas la desesperación del levantamiento la dislexia penetra muda incluso autistamente corroyendo la memoria de llantos reclusos en ejes que innovan como desde siempre el ojo de buey se ocupó de enviar códigos de incendio bajo el mar, (Costas Reúsis, «La irrealidad submarina (1993-2015)», traducción de Mario Domínguez Parra, p. 91).

-Σας έχω πιάσει στο στόμα της χάραξής μου και στα πράσα •ούτε ο Ιορδάνης ποταμός δεν σας ξεπλένει …  Θεομπαίχτες!    


Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Νοέμβριος 2017

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 14

Ο λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus

#14
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής
Ο φιλοτομαρισμός μίας χολεριασμένης νήσου


Επιγράφοντας τον Ανδρέα Εμπειρίκο σε ένα μόριο αρνητικό, που ζυγίστηκε αερόλιθο, απέδρασα τη συμμαχία με το κακό. Επιστρέφοντας τον περίγυρο των γνωστών μας πραγμάτων -στην εντός, εκτός κι επί τ’ αυτά του τείχους χώρας πόλεως Λευκωσίας- επιλέγω το μπαλαούρο ενός υποβρυχίου. Αναμένοντας την αυριανή εσπέρα, όπως ωτακουστώ τη γραφή εξακοντίζοντας τη χάραξη, ψυχανεμίζομαι την τάση ή σύγκρουση μίας, ας πω, ελληνικής κυπριακής διανόησης/ιντελιγκέντσιας κόντρα ή μετωπικά στον μπάσταρδα εμφυτευμένο -από άνομα συμφέροντα- σπόρο μιας σκέτης κυπριακής διανόησης/ιντελιγκέντσιας, που δεν υπάρχει.

Απ’ το οξύ ως την αιχμή, οι αισθήσεις ενδύονται την κήρυξη της εύδρομης καθόδου εις Άδην-Νήδα •εισχωρώντας στο φιλοτομαρισμό μίας χολεριασμένης νήσου, μια που η συνθήκη αναδύει την υποβόσκουσα casus belli. Η στέρεα βασιλική γης της μάνας κι η φρενιασμένη κολυμβήθρα καταβόθρα του πατέρα … πλεύση ιπτάμενη-πεζή ερπύστρια … κανοναρχούσε τον υιό εν μέσω πρωταρχικής και προκατακλυσμιαίας κατάστασης ή γεωγραφίας.

Εξηγούμαι, εξομολογημένος κι ανακρινόμενος, στους Έλληνες ποιητές και στις Ελληνίδες ποιήτριες, που με διατρέφουν από καταβολής μητρικής ελληνικής γλώσσης: διά της λέξεως ο λόγος• διάλεξη - διά του γράμματος το πνεύμα• διάγραμμα. Είναι η δύναμή σας ζωώδης, ικανή να μακελέψει για να σας θαυμάσει η πουτάνα σας, ο όχλος και τα τσιράκια σας –ανίκανη, όμως, ν’ ακινητοποιήσει την τεχνική που ιδρώνω συνετά.     

Τι, μένει; Φευ, ένας αριθμός στρατιωτικού μητρώου και το ρέζους της ομάδος αίματος τού –ντυμένου το χακί, το ραφ ή το μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο– Έλληνος ποιητή: Δεν έχω σπίτι κι όνομα / και κώδικες και νόμους / αιώνες τώρα περπατώ / σε στοιχειωμένους δρόμους // Την πίκρα έχω μάνα μου / γυναίκα την ανάγκη / στα χώματα που χόρεψαν / Αγαρηνοί και Φράγκοι // Είν’ απ’ το δέντρο του Θεού / η ρίζα που κρατεί με / δώστε μου μια ταυτότητα / να θυμηθώ ποιος είμαι  // Δώστε μου μια ταυτότητα / να θυμηθώ ποιος είμαι, (Νίκος Γκάτσος, από «Τα κατά Μάρκον», 1991).

Το απείθαρχο πλήθος της Kıbrıs-Cyprus-Κύπρου συγγενεύει με τη χάβρα τ’ ανατολίτικου παζαριού και των στωικών, που οι ιαμβογράφοι εκτέλεσαν εν ψυχρώ. Κι αναρωτιέμαι: Πόσοι ελάχιστοι αμόλυντοι έχουμε υπάρξει Αλάσιοι Πελασγοί να συνεχίζουμε τη σκυταλοδρομία των οστών; Σημειωτέον ότι στο μεταξύ ο πόλεμος είχε φτάσει πια ως εδώ. Στρατεύθηκα και με έστειλαν στην πρώτη γραμμή, στην «γραμμή πυρός», όπου με βαστήξανε πεισματάρικα, μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων. Δίχως καμίαν ανάπαυλα, αν εξαιρέσω ένα αρκετά βασανιστικό «ιντερμέδιο» στη «Διλοχία Πειραιώς», απλούν «πειθαρχικόν λόχον». Γιατί κανείς δεν αγνοεί ότι, ιδιαίτερα στην περίοδο της όντως αλησμονήτου «4ης Αυγούστου», ο όρος «διανοούμενος» συνεπήγετο και την έννοια του «υπόπτου». Ύστερα από φονικότατη μάχη, στις 13 Απριλίου 1941, συνελήφθην αιχμάλωτος, κρατήθηκα, με τους συναδέλφους μου, παρανόμως, από τους Γερμανούς, σε στρατόπεδα «εργασίας αιχμαλώτων», δραπέτευσα, αλώνισα, με τα πόδια, πάνω από την μισήν Ελλάδα, και τέλος επέστρεψα εις τα ίδια., (Νίκος Εγγονόπουλος, «Τα ποιήματα», Τόμος Α΄, Σημειώσεις, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα, Μάιος 1990, σ. 150).

-Μη σας ξενίζει η νέα, ή καινή, ή καινούργια τοποθέτηση των ελληνικών σημείων στίξεως που … ῥέοιεν * αρμόζω.

Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Οκτώβριος 2017


* Ενεργητική φωνή, ευκτική έγκλιση, ενεστώτας χρόνος, τρίτο πρόσωπο, πληθυντικός αριθμός … του ρήματος … ῥέω.

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 61

Ο μεταφραστής στην ελληνική γλώσσα του έργου του Νίτσε, Ζήσης Σαρίκας


Άπαντα Νίτσε
Ένας μεταφραστικός άθλος

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου



Λίγο πριν εκπνεύσει το 2014, οι θεσσαλονικιές εκδόσεις «Πανοπτικόν», ολοκλήρωσαν το μεταφραστικό και εκδοτικό θαύμα της κυκλοφορίας των απάντων του Φρίντριχ Νίτσε, τυπώνοντας και τον τελευταίο 15ο τόμο του έργου του Γερμανού φιλοσόφου.

Συνέντευξη με τους Ζήση Σαρίκα (μεταφραστή) και Κώστα Δεσποινιάδη (εκδότη)


Το έργο ενός φιλοσόφου, όπως του Φρίντριχ Νίτσε, είναι πάντα επίκαιρο. Αν και στο εμπόριο κυκλοφορούν πολλές και διάφορες μεταφράσεις, εντούτοις κάθε νέα μεταφραστική προσπάθεια/πρόταση είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Άλλωστε, έχουμε ανάγκη από νέες, παλλόμενες, σύγχρονες και πιο αξιόπιστες αποδόσεις έργων τέτοιου βεληνεκούς. Ο Ζήσης Σαρίκας ασχολείται με τον Νίτσε, τα τελευταία 25 χρόνια, και θα έλεγε κανείς ότι η σειρά σε ομοιόμορφους τόμους όλων των βιβλίων του φιλοσόφου, αποτελεί πόνημα ζωής. Η συνεργασία του δε με τον εκδότη Κώστα Δεσποινιάδη, όπου χωρίς εκπτώσεις ανέλαβε το άχθος της συνολικής έκδοσης των απάντων, οδήγησε σ’ ένα αξιοθαύμαστο -μεταφραστικό και εκδοτικό- αποτέλεσμα τέτοιο που σίγουρα ζηλεύουν, αν όχι φθονούν, μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι και στρατιές μεταφραστών.

Κύριοι, σας ευχαριστώ για την αποδοχή να μας μιλήσετε για το κοπιώδες έργο σας. Μπορείτε να μας πείτε πότε ξεκίνησε η συνεργασία σας και σε ποια βάση;
Κ.Δ.: Εγώ ήξερα το όνομα του Σαρίκα από τα διαβάσματα της εφηβείας μου (Νίτσε, Φουκώ, Καστοριάδη, Σχολή της Φραγκφούρτης κλπ.) που το συναντούσα συνεχώς σε αυτά που με ενδιέφεραν. Τον γνώρισα το 2002 με αφορμή μια εκδήλωση για τον Νίτσε που διοργάνωσα στην Κοζάνη. Γίναμε φίλοι και από το 2004 αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε στο «Πανοπτικόν» που μετρούσε ήδη 4 χρόνια ζωής.  
Ζ.Σ.: Η φιλία μου με τον Κώστα και οι δυσάρεστες περιπέτειες που είχα με 3 προηγούμενους εκδότες των μεταφράσεών μου των έργων του Νίτσε μάς ώθησαν να αποφασίσουμε να συνεργαστούμε και να ολοκληρώσουμε επιτυχώς τη σειρά αυτή, παρά τα οικονομικής κυρίως φύσεως εμπόδια που ορθώνονταν μπροστά μας. Ένα παράπλευρο σημαντικό όφελος ήταν η δυνατότητα που μου δόθηκε να επεξεργαστώ εκ νέου τα βιβλία που είχαν εκδοθεί παλαιότερα από τους άλλους εκδότες και να διορθώσω ορισμένα λάθη.

Ποιες δυσκολίες συναντήσατε και πώς τις αντιμετωπίσατε/ξεπεράσατε στην πορεία της μεταφραστικής και εκδοτικής εργασία σας;
Κ.Δ: Στο κομμάτι το εκδοτικό/εμπορικό το βασικότερο πρόβλημα από την αρχή ήταν και παραμένει η δική μας έλλειψη κεφαλαίων (στην περίπτωση του Νίτσε αυτό το λύσαμε με τον γενναίο και γενναιόδωρο δανεισμό από μια φίλη μας, την Νατάσα Ψαρρά), και κυρίως τα «φέσια» και οι αργοπορημένες πληρωμές από βιβλιοπώλες και χοντρεμπόρους σε μια αγορά βιβλίου που καταρρέει. Προσθέστε και το ότι ένας στους τρεις συμπολίτες μας είναι άνεργος ή φυτοζωεί με πενιχρούς μισθούς, κι έχετε την εικόνα. Συνολικότερα μιλώντας, όσο πιο μικρός είναι ένας εκδότης, τόσο πιο δύσκολα διακινεί τα βιβλία του, κι επίσης αδυνατεί (ή δεν θέλει) να βάλει διαφημίσεις (που πολλές φορές λειτουργούν ως μια έμμεση εξαγορά της Κριτικής σε αυτή τη χώρα). Για το μεταφραστικό κομμάτι, θα σας μιλήσει ο Ζήσης.
Ζ.Σ.: Η μετάφραση ενός φιλοσοφικού κειμένου στα ελληνικά παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες λόγω της «ανεπάρκειας» της νεοελληνικής γλώσσας (μιας γλώσσας καθημαγμένης από διάφορες «επεμβάσεις»). Επιπλέον, όταν έχεις να κάνεις με τον καλύτερο ίσως στιλίστα της γερμανικής γλώσσας και με μια γραφή υπαινικτική, αφοριστική και πολλές φορές απόκρυφη τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο. Χρειάζεται εγρήγορση, επινοητικότητα και ιδίως επιμονή.

Υπήρξαν αντιδράσεις, θετικές ή αρνητικές, απ’ το σινάφι των άλλων εκδοτικών οίκων;
Κ.Δ.: Θετικές αντιδράσεις υπήρξαν από φίλους και γνωστούς. Από το σινάφι μην περιμένετε τέτοια μεγαλοκαρδία. Τρικλοποδιές και μικρότητες ναι, υπήρξαν και θα υπάρξουν. Δεν ασχολούμαστε με τέτοια. Έχουμε δουλειές να κάνουμε.

Απευθυνθήκατε σε ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς, ακόμα και στο Ινστιτούτο Γκαίτε, που θα μπορούσαν, ίσως, να επιχορηγήσουν τη σειρά;
Κ.Δ.: Όχι. Έχουμε μάθει να στηριζόμαστε στις δικές μας πλάτες. Τα ιδρύματα προκαλούν ιδρυματισμό κι εμείς έχουμε μάθει να αναπνέουμε καθαρό αέρα.
Ζ.Σ.: Όχι, αντιπαθώ τους σπόνσορες..

Μιλήστε μας για το ουσιαστικό μέρος της εργασίας σας. Είστε ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα;
Κ.Δ: Εγώ νιώθω χαρά και υπερηφάνεια που το μικροσκοπικό Πανοπτικόν έφερε σε πέρας αυτό το εκδοτικό έργο και που ο φίλος μου ο Ζήσης μού εμπιστεύτηκε τούτο το μεταφραστικό έργο ζωής που πέρασε από σαράντα κύματα
Ζ.Σ.: Απόλυτα, αν και η μετάφραση είναι εξ ορισμού ατελεύτητη διαδικασία.

Ποια ήταν η αποδοχή του έργου από το αναγνωστικό κοινό;
Κ.Δ.: Για τα δεδομένα της εποχής ικανοποιητική, αλλά μην φανταστείτε τα τρελά νούμερα πωλήσεων των εύπεπτων μπεστ-σέλερ. Οι Έλληνες γενικά δεν πολυδιαβάζουν, προσθέστε και το ότι πολλοί δυσκολεύονται οικονομικά, ότι η κριτική συνήθως προωθεί ασημαντότητες, τον ρόλο των δημοσίων σχέσεων τις οποίες εμείς δεν έχουμε και βγάλτε το άθροισμα.
Ζ.Σ.: Νομίζω καλή, αν λάβουμε υπόψη ότι πρόκειται για δύσκολα κείμενα. Έχοντας στο νου μου τον αναγνώστη, έγραψα και ένα δικό μου βιβλίο, με τον τίτλο «Το όραμα του υπεράνθρωπου», που κυκλοφορεί μαζί με τα έργα του Νίτσε από τις εκδόσεις Πανοπτικόν. Πρόκειται για έναν «οδηγό ανάγνωσης» όχι μόνο για το κορυφαίο έργο του Νίτσε, τον Ζαρατούστρα, αλλά και για τη φιλοσοφία του γενικά.

Τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ελλάδας ή και της Κύπρου, δημόσια και ιδιωτικά, έδειξαν ενδιαφέρον να συμπεριλάβουν τη σειρά στις βιβλιοθήκες τους, και οι καθηγητές φιλοσοφίας στη βιβλιογραφία για τον Νίτσε, που συνήθως προτείνουν στους φοιτητές τους;
Κ.Δ.:  Όχι, σχεδόν κανένα ενδιαφέρον δεν υπήρξε μέχρι τώρα από βιβλιοθήκες. Ελάχιστοι καθηγητές μοίρασαν ή πρότειναν κάποιο βιβλίο στα πανεπιστήμια.

Σας ευχαριστώ πολύ και πάλι, για όλα αυτά που μοιραστήκατε μαζί μας.
Κ.Δ. & Ζ.Σ.:  Κι εμείς ευχαριστούμε


Ο Ζήσης Σαρίκας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1953. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία και φιλοσοφία στο Α.Π.Θ. Έχει μεταφράσει θεωρητικά κείμενα (Νίτσε, Καστοριάδη, Σχολή της Φρανκφούρτης, Φουκό, Μποντριγιάρ κ.ά.) και λογοτεχνικά (Θερβάντες, Φλομπέρ, Νερβάλ κ.ά.). Έχει συγγράψει δύο δοκιμιακά βιβλία («Μύθοι της τεχνολογίας», 1987 και «Το όραμα του υπεράνθρωπου. Μια ερμηνεία του Ζαρατούστρα», 2003) και τέσσερα λογοτεχνικά («Ψίχουλα», 1998, «Μακριά απ’ τον κόσμο», 2008, «Ανθρώπινες σκιές», 2013 και «Κυριακή ρεπό», 2014).
Ο Κώστας Δεσποινιάδης γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1978. Από το 2001 έχει ιδρύσει το περιοδικό και τις εκδόσεις «Πανοπτικόν», με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Εκτός από το «Πανοπτικόν», κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα κι έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ισπανικά και τα αγγλικά. Ως επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής έχει συνεργαστεί με πολλούς εκδοτικούς οίκους.  Από το Πανοπτικόν κυκλοφορούν και τρία δικά του βιβλία: «Φραντς Κάφκα. Ο Ανατόμος της εξουσίας» (2007), «Πόλεμος και ασφάλεια» (2008), «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» (2010).

Άπαντα Φρίντριχ Νίτσε-Εκδόσεις «Πανοπτικόν»-Μτφρ. Ζήσης Σαρίκας
1. Χαραυγή, σελ. 388
2. Η χαρούμενη επιστήμη, σελ. 424
3. Η περίπτωση Βάγκνερ/Οι Διθύραμβοι του Διονύσου, σελ. 146
4. Πέρα από το καλό και το κακό, σελ. 341
5. Κείμενα για την Ελλάδα, σελ. 249
6. Η γέννηση της τραγωδίας, σελ. 259
7. Ecce Homo (Ίδε ο Άνθρωπος), σελ.181
8. Το λυκόφως των ειδώλων, σελ. 175
9. Ο αντίχριστος, σελ. 136
10. Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, σελ. 480
11. Τα κείμενα της νεότητας, σελ. 187
12. Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο, σελ. 711
13. Θέληση για δύναμη, σελ. 631
14. Γενεαλογία της ηθικής, σελ. 261
15. Παράκαιροι στοχασμοί, σελ. 409


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 19 Απριλίου 2015, σ. 4.

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 13

Ο λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus

#13
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής
Ο διασπαστικός εμπαιγμός των ημιμαθών αστών ή φελλών


Σε καθηλώνουν για να σε αποκαθηλώσουν και σε λερό σάβανο φασκιώσουν. Με μία άδικη αιτία, πάντα, σ’ αποφεύγουν χαχανίζοντας ή γκαρίζοντας. Δικαιολογούνται ξεστομίζοντας τη δύσθυμη απολογία της δυσγενεσίας τους. Βλαχαδερά ολκής, κάκιστης πάστας προϊόντα, τενεκέδες ξεγάνωτοι. Βασανίζουν τις λέξεις στο κρεματόριο της χαοτικής γραφής μιας νεκρής φωνής που δεν άκουσαν ποτέ τη νότα, το φθόγγο ή το γράμμα της. Να πατήσουμε πάνω στην Ψυχολογία, στην Πολιτική, στην Κοινωνιολογία, ηλιοκαμένοι μ’ ένα σκέτο άσπρο πουκάμισο., (Οδυσσέας Ελύτης, «Τα Ετεροθαλή-Villa Natacha II», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1980, σ. 47).  

Ο διασπαστικός εμπαιγμός των ημιμαθών αστών ή φελλών κυριαρχεί στο νησί του χαλουμιού. Η ύποπτη τάση και ανοησία αποκρυπτογράφησης ενός κρυπτογραφημένου μουσικού-ποιητικού μηνύματος συμπαντικών δημιουργών εγκαθιδρύει το κρατίδιο εξυπηρετήσεων και υπηρεσιών της δυστοπίας με τ’ όνομα Κύπρος. Τα προκεχωρημένα ηχοτοπία και οι ποιητικές εγχαράξεις, όταν συμβαίνει να συναντηθούν, προτάσσουν το καινό στην ατραπό του παρελθόντος και του παρόντος καταγεγραμμένου άχρονου. Η ορατή απουσία ή αόρατη παρουσία του ανθρώπινου σχήματος -αδιαφορώντας για την κακομεταχείριση καταθέσεων μελλοντικής πρόληψης ή ώσμωσης από αναίσχυντους έως άτιμους κατασκοπευτικούς πνευματικούς κούσπους- δεν έχει ανάγκη θεούς, που τη λατρεία τους προσκυνάτε στο σκοτάδι, και λεξικά γραφιάδων παραχαρακτών.

Εδράζομαι στη Μεσόγειο Θάλασσα: Οικίζοντας σε γη που από νερό αρμυρό περιδίνεται, (Κώστας Ρεούσης, «Ένα Τσεκούρι κάθεται», εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, 2015, σ. 55). Ο T. S. Eliot είναι σύμμαχος του οφτού κλέφτικου, όλων όσοι διατηρούν την αποικία μέσα τους κι εξακολουθητικά μεταδίδουν, με το αζημίωτο, συγκεχυμένες πληροφορίες στις δυνάμεις μιας φανερής υπηρεσίας.

Συμμαχώ με το αμφιλεγόμενο, αντικαθιστώντας -έτσι, γιατί μου κάνει κέφι κι αυθαίρετα, ΣΑΦΩΣ (όπου σίγμα: σιωπή, σιγή ή σιγαστήρας, όπου άλφα: επιφώνημα αγγέλλοντας φως)- τη μεξικανική διανόηση με την κυπριακή και τη δικτατορία του Δίας μ’ αυτήν του Μούσκου: Incurriría en una grosera simplificación quien afirmase que la cultura mexicana es un reflejo de los cambios históricos operados por el movimiento revolucionario. Más exacto sera decir que esos cambios, tanto como la cultura mexicana, expresan de alguna manera las tentativas y tendencias, a veces contradictatorias, de la nación -esto es, de esa parte de México que ha asumido la responsabilidad y el goce de la mexicanidad-. En ese sentido sí se puede decir que la historia de nuestra cultura no es muy diversa a la de nuestro pueblo, aunque esta relación no sea siempre estricta. Y no es estricta ni fatal porque muchas veces la cultura se adelanta a la historia y la profetiza. O deja de expresarla y la traiciona, según se observa en ciertos momentos de la dictadura de Díaz. Por otra parte, la poesía, en virtud de su misma naturaleza y de la naturaleza de su instrumento, las palabras, tiende siempre a la abolición de la historia, no porque la desdeñe sino porque la trasciende. Reducir la poesía a sus significados históricos sería tanto como reducir las palabras del poeta a sus connotaciones lógicas o gramaticales. La poesía se escapa de historia y lenguaje aunque ambos sean su necesario alimento., (Octavio Paz, La “inteligencia” mexicana, «El laberinto de la soledad», 1950).

Είναι στα πρόσωπα μιας παρωδίας που εκτοξεύομαι: Sucia ciudad orgullosa de sus vísceras estropeada de la mujer pubis que se agostó los humores de quién pedirás salvaje el vástago retrocede para que dentro de él saludes al viento nerviosamente dejando letras palabras incoherentes esquizofrénicos asesinos se encuentran con poetas esquizofrénicos en los santuarios de un burdel quirófano de una gran puta que es de repente su madre que lleva puesta ropa vieja de otra fiesta oliendo a libertinaje sangre de un cerdo inmolado podredumbre de una muela del juicio en el funeral del dulce dentista terapeuta todos los gritos que vienen a continuación traen la mandrágora que queda por saborear un nervioso coplero un poco antes del suicidio de su edad de repente mortal el verano brinca hacia el poema y resollando se despierta mujeres que pasan señalan correctamente hacienda saltar por los aires el objetivo en el centro círculo en con círculo la cola del veraneante., (Costas Reúsis, «La irrealidad submarina», 1993-2015, antología bilingüe,  traducción de Mario Domínguez Parra, ediciones de La Isla de Siltolá, Sevilla (España), colección Siltolá Poesía, nº 40, Mayo 2017, p. 97).

-Στους ελληνικούς αρχαίους βασιλικούς όρχεις μου φακελώνω τα λυρικά, αφηγηματικά και άλλα εμετικά σ (τοι) χήματά σας: Κύπριοι ποιητές (που είστε/πού είστε;), Έλλην Αλάσιος ή αλασιωτικός/ισοπεδωτικός (που είμαι/πού είμαι;) ποιητής και -δυστυχώς ή ευτυχώς- δεν πράττουμε την ίδια εργασία ή γλώσσα ελληνική.


Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Οκτώβριος 2017

Σημείωση

Ο Έλλην, ακόμη και ο ελληνόφωνος, αναγνώστης μπορεί να συναντήσει τα δύο ισπανικά αποσπάσματα του κειμένου, μεταφρασμένα, στα εξής βιβλία: α) Οκτάβιο Πας, «Ο λαβύρινθος της μοναξιάς», μτφρ. Ντιάνα Μπόμπολου, επίμετρο Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, «Η μεξικανική “διανόηση”», δεύτερη έκδοση διορθωμένη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, Δεκέμβριος 1995 (πρώτη έκδοση), σσ. 203-204, και β) Κώστας Ρεούσης, «Ο κρατήρας του γέλιου μου», «Τα πρόσωπα μιας παρωδίας», πρώτη έκδοση με παροράματα, εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, Οκτώβριος 2009, σ. 57. 

Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα», στις 28 Οκτωβρίου 2017, με παροράματα. 

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Κριτικές 12




La irrealidad submarina (1993-2015), de Costas Reúsis, en traducción de Mario Domínguez Parra, ha sido publicada por «La Isla de Siltolá». Se trata de una antología de sesenta poemas seleccionados y anotados por su autor, que nació en Atenas en 1970, pero chipriota de origen. Sin título universitario, aunque con estudios (de lenguas extranjeras, por ejemplo), Reúsis ha trabajado en múltiples oficios y ha colaborado en prensa y en revistas. Es el fundador de Facción Irreal Nico©ia, de la sólo él es miembro. Sus poemas están traducidos al italiano y, ahora, al español.
De él ha dicho el poeta chipriota Yorgos Kalosóis que es «salvaje» y añade: «Aquí no hay nada que tenga que ver con el gatito del posmodernismo, que deja que lo acariciemos. Hay algo que tiene que ver con poemas-leopardo que suben con sus presas a las descomunales acacias de la sabana». Por su parte, Mario Domínguez afirma que es un «admirador y practicante él mismo de las vanguardias».
Poesía rigurosa, hermética a rachas, que exige la complicidad del lector. Si persevera, encontrará en ella hallazgos dignos de elogio, como el poema «En las tinieblas»: La mirada se aferra al ocaso / En su color mortal / El cielo de Nicosia / Agoniza y está poseído por / Mi muerte / Que conozco.

Álvaro Valverde (Plasencia, 1959)
 [SOLVITUR  AMBULANDO: blog de  Álvaro Valverde, «Los griegos», 27.07.2017, https://mayora.blogspot.com.es/2017/07/los-griegos.html]


Nota: Este artículo se ha publicado en el número 19 la revista griega «Φρέαρ/Frear».

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 12

Ο λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus

#12
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής
Ο τεκμηριωμένα ατεκμηρίωτος λόγος των φιλολόγων



Όταν έχεις -ύποπτα- φροντίσει η παιδεία που εξέλαβες, ή αυτή που λαμβάνουν τα μούλικα που έσπειρες ή ξέβρασες, να διασκορπίζεται και να συρρικνώνεται σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της νήσου, της Ελλάδος και κυρίως της Ευρώπης ή άλλων ηπείρων, προφανώς υπέκυψες στην εμπορευματοποίηση ενός αγαθού. Η αγωγή στη γλώσσα των Ελλήνων δεν ολοκληρώνεται και δε χρηματίζεται ποτές, άπαξ και γεννήθηκες μέσα σ’ αυτήν κι είσαι από αρχαίο βασιλικό γονίδιο ένας ή μία εκ των Πελασγών.

Η ρήξη (μάρτυς μου ο Θεός, εάν προειδοποίησα ή όχι άπειρες και συνεχόμενες έως επαναλαμβανόμενες φορές, στιγμές ακαριαίες) που επιδιώκω και πράττω κι εγκαθιδρύω, έναντι του τεκμηριωμένα ατεκμηρίωτου λόγου των φιλολόγων, είναι αποκλειστικό ή αποκλειστική κι αναφαίρετο ή αναφαίρετη δικαίωμα ή ιδιότητα ή ειδικότητα αποκτηθέν ή αποκτηθείσα στο στράτευμα.

Ηττημένοι ποιητές, νεοελληνιστές και ασχημάτιστοι μελετητές συχνάζουν στο colloquium ηττημένων τακτικών κι ομότιμων κοσμητόρων και πρυτάνεων, ενώ λέκτορες, επίκουροι, αναπληρωτές, ανειδίκευτοι επιστήμονες και επισκέπτες τελειωμένοι συναγελάζονται στα χορικά μιας τραγωδίας που ακόμη δεν έχει συναντήσει τον τραγωδό της. Μεταμορφωμένος σε βδέλλα βούτηξα στην ελώδη λίμνη των διδακτορικών-δικτατορικών τους τίτλων και παρακάθισα στο βάρβαρο δείπνο που προσφέρουν στους καλεσμένους κόλακες των διαπλεγμένων οφειλών, των περιστασιακών συμφερόντων και των υπερήμερων τοκισμών. Μια κολασμένη αφαίμαξη που φτύνω εξακολουθητικά στο κράσπεδο της επηρμένης τους, ταξιδιωτικά συμποσιακής ή συνεδριακής, χρησιμοθηρικής βλακείας.

Στο υλικό του ντουβαριού της όποιας γνώσεως θαρρούνε πως κατέχουν επιστρατεύω το λαλίστατο νερό μίας πηγής αρχέγονης, και μίας γλώσσης πρώτης καταγεγραμμένης στο γενετικό κώδικα ή στη γενετήσια ορμή του/της ποιητή που είμαι/είναι.

La espada morirá como el racimo./El cristal no es más frágil que la roca./Las cosas son su porvenir de polvo./El hierro es el orín. La voz, el eco./Adán, el joven padre, es tu ceniza./El último jardín sera el primero./El ruiseñor y Píndaro son voces./La aurora es el reflejo del ocaso./El micenio, la máscara de oro./El alto muro, la ultrajada ruina./Urquiza, lo que dejan los puñales./El rostro que se mira en el espejo/No es el de ayer. La noche lo ha gastado./El delicado tiempo nos modela.//Qué dicha ser el agua invulnerable/Que corre en la parábola de Heráclito/O el intrincado fuego, pero alhora,/En este largo día que no pasa,/Me siento duradero y desvalido., (Jorge Luis Borges, «Adán es tu ceniza», Historia de la Noche, 1971).

-Κουμάσια αδολεσχίας κι όρνιθες βορβόρου: γιακάς που τινάζω η παρουσία σας, φίδι στον κόρφο τ’ άγγιγμά σας, σπιούνος ο λόγος π’ αφοδεύετε.          

Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Ιούνιος 2017


Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα», στις 17 Ιουνίου 2017.

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Οίκος Ενοχής 9

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

9ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο


Αναρριχώμενος εκ γενετής γράμματα ελληνικά επιστρέφω την υπνοβασία του περιπατητή στα δροσερά  κεραμικά ενός ιδιόρρυθμου μοναχικού κελιού. Η εξάχνωση του ράμματος προϋπαντεί το άλμα του πνεύματος. Ένας προκατακλυσμιαίος σταδιοδρομέας ασκείται άωρος στην πτήση της καταδύσεως με ορισμό τον πλανήτη Ήλιος. Ο μώλωπας στο καλάμι του μηρού οστρακίζει την αρχέγονη βασιλική γενεά των προσγειωμένων στη Γης ανθρώπων που τηρήσανε την εντολή και δεν υπέκυψαν στον πειρασμό της αναμίξεως με άλλα ζωντανά της Πλάσης τούτης. Cuando se estudia un acto histórico, o un acto individual, se ve que la intervención humana en la naturaleza acelera, cambia o detiene la obra de ésta, y que toda la historia es solamente la narración del trabajo de ajuste, y los combates, entre la naturaleza extrahumana y la naturaleza humana. Οι παλαιοί γραφείς δείχνουν το φωστήρα και το αγκωνάρι στον πυρήνα της λέξεως «στίχος», όπου η πειθώς του αρχείου εφάπτεται το πλάσμα δικαίου ενός στρατευμένου όρου. Τη Δευτέρα Του Αγίου Πνεύματος η Χώρα ησυχάζει τρομοκρατημένη, καθώς η χάβρα μεταφέρεται στη Σκάλα και ψωνίζεται στις Φοινικούδες. Ένα μακελειό κλωθογυρίζει το νησί βιάζοντας τον τόπο. Δεύτερο μακελειό συναγελάζεται τη νήσο βόρεια κατακλύζοντας το κλύσμα της πρωκτικής νόησης. Τρίτο μακελειό αεροδρομεί ειλαπινάζοντας δαιμονικά σε ευκαιριακές πτήσεις την εκφορά της αποφοίτησης. Quién dice unión económica, dice unión política. El pueblo que compra, manda. El pueblo que vende, sirve. Hay que equilibrar el comercio, para asegurar la libertad. El pueblo que quiera ser libre, sea libre en negocios. Ο ποιητονόμος σε κώδικα στοιχείων μετουσίωσε την έλευση της καθαίρεσης με αποκρυπτογράφηση ψηφίων. Δεν είναι η αφήγηση του ουροβόρου όφεως μήτε και η διήγηση του ξιφομάχου λέοντος σε χρονικά έπη μεσαιωνικά. Βαρβαρισμοί και βαρβαρότητες δράκων ανύπαρκτων, ψυχοδηλωτικών ιθαγενών, ανίερων χρηστών, ανούσιων αδολεσχών και άψυχων ψυχών. Σύμβολα, συμβόλαια, συμβολισμοί διοικούν την παρατεταμένη αποκτήνωση κτηνοβατών. Ο Μαμμωνάς κινεί την επιμειξία βουλή δήθεν σκοτεινών λατρευτικών πρακτικών, ενώ το παρηγορητικό συμφέρον διογκώνεται την εσχάτη προδοσία του σκλαβοπάζαρου πραματευτή. Τίποτα δεν έχει αρχίσει και τίποτε δεν έχει ολοκληρωθεί. Από ημέρα νύχτα κι από νύχτα ημέρα, τα τζιτζίκια, τα τριζόνια και τα μυρμήγκια επιστρατεύουν τη λευκοφόρα στοίχιση με μαύρα περιβραχιόνια στο μέτωπο του μακελάρη όρκου. Ya estoy todos los días en peligro de dar mi vida por mi país y por mi deber –puesto que lo entiendo y tengo ánimos con que realizarlo. Cuanto hice hasta hoy, y haré, es para eso. En silencio ha tenido que ser y como indirectamente, porque hay cosas que para lograrlas han de andar ocultas, y de proclamarse en lo que son, levantarían dificultades demasiado recias para alcanzar sobre ellas el fin. Και μια που ο γράφων -ως μυστικός ποιητής κι απ’ τη φύση του αμετάδοτος- αναγνωρίζει την αδυναμία του αναγνώστη ν’ αντιληφθεί έστω και το ελάχιστο ή το μηδαμινό των όσων έχουν προπορευτεί ή σκαλιστεί … ανακρούει πρύμναν. Το 1954, ο Γιώργος Σεφέρης γράφει στον Γιώργο Θεοτοκά: «Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου. Σ’ αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Έλληνες, που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους, με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων, με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων.». Το 2017, ο Κώστας Ρεούσης γράφει στο facebook: «Στη νήσο Κύπρο μπάσταρδοι άνθρωποι-κτήνη αυξάνονται και πληθύνονται ακατάπαυστα μέσα στην εξαθλίωση της εγκατεστημένης αγοραπωλησίας άψυχων συνειδήσεων.». 
                

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 09.06.2017.                          

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Ποιήματα 42

Ο ποιητής Κώστας Ρεούσης σ’ ένα καφενείο της παλιάς Λευκωσίας εν ώρα υπηρεσίας, Μάιος 2012


ΟΣΙΡΙΣ


Ο Κώστας ο
Φονιάς
Παιδί μιας
Αγρινιώτισσας
Κι ενός
Μεσαορίτη
Ξεκίνησε
Το χάραμα το
Φως να πα να
Συναντήσει

Στο γράμμα
Το παράγγελμα
Και τ’ όνομα
Γεννήτορας
Κάποια φωνή
Γυναίκας μιαρής
Δε γύρισε
Μονάχα τη
Χαράκωσε
Τον λένε

Παντελή

Λευκωσία, Κυριακή Της Πεντηκοστής, 4 Ιουνίου 2017


Από την ανέκδοτη και σε εξέλιξη, ποιητική συλλογή, του Κώστα Ρεούση, «Ξεκούρδιστος Λυγμός» [άχαροι στίχοι].