Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής 6


Ο λεσσεψιανός μετανάστης, τοξικός ιχθύς, Lagocephalus sceleratus

#6
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής
Η εγκληματική αμάθεια των βιβλιοπωλών και των αναγνωστών της Κύπρου

Αργόστροφοι νταραβερτζήδες υποκινούμενοι από την ηλιθιότητα του «μέσου όρου». Εύστροφοι αχταρματζήδες μετακινούμενοι από την έπαρση της χρυσοποίκιλτης ράχης ενός βιβλίου που σκονίζεται ως μπιμπελό σε ράφια που αφορούν στη δούλα και στο δούλο π’ αγοράσανε απ’ την Ασία.

Τους συναναστρέφομαι και τους παρακολουθώ, τουλάχιστον, μία δεκαπενταετία. Έχοντας ισορροπήσει την αναπόφευκτη σύγκριση από την εμπειρία που απέκτησα στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας, τόσο ως αναγνώστης-αφανής πελάτης όσο και ως επαρκής-εξειδικευμένος βιβλιοϋπάλληλος, αναφέρομαι στην εγκληματική αμάθεια των βιβλιοπωλών και των αναγνωστών της Κύπρου. Χωρίς ενδοιασμούς, δυστυχώς, οι κυρίες και οι κύριοι αυτές/αυτοί έχουν συγχύσει το λειτούργημα που ονομάζεται «βιβλίο» με την εξυπηρέτηση του μετρ ή σερβιτόρου στα πανάκριβα ή μη εστιατόρια που συνωστίζονται καθημερινώς για να καταβροχθίσουν… τις σάρκες τους.

Ανίκανοι να εντρυφήσουν στην ουσία σελίδων «τυπωμένων με αίμα», ξεφυλλίζουν νευρωτικά ωσάν να βρίσκονται σε κομμωτήριο, σε καφετερία ή κι εγώ δεν ξέρω πού, λες κι έχουν να κάνουν με περιοδικά ποικίλης ύλης, καταλόγους αγορών, διαφημιστικά φυλλάδια ή κομματικές μπροσούρες προεκλογικών προγραμμάτων μιας άπλυτης εταίρας.

Μιλώ για αναγνώστες, ο ευγενής, λες και εθελοτυφλώ, μην και τους προσβάλλω, ενώ καθημερινώς και επί μακρόν διαπιστώνω την ελλειμματική έως μηδαμινή ανάγνωση όσων βιβλίων εδέησαν ν’ αγοράσουν για να πανηγυρίσουν την ασύγγνωστη αμέλεια της δήθεν ευρυμάθειά τους.

Γνωρίζω, προσωπικά, όλους/όλες τους/τες σχετικά άσχετους/ες, αγενέστατα ψυχονευρωτικούς/ές και άξεστα ευγενικούς/ές  βιβλιοπώλες/ισσες της Λευκωσίας, ενώ τα περάσματά μου στην τουρκική Λευκωσία έχουν αποφέρει διαμάντια και από τα εκεί βιβλιοπωλεία. Έχω ξοδέψει περιουσίες που απεκόμισα με τον ιδρώτα της ψυχής μου και μ’ αυτόν των ανθρώπων που με γέννησαν (ένα από τα πάλαι ποτέ κατασχεμένα καράβια του πατέρα μου -αν κι υπερβάλλω- σίγουρα, και κάποια καπνοχώραφα της μάνας μου που τα ’φαγαν στην Κατοχή μαυραγορίτες), για ν’ αποκτήσω βιβλία, πολλά βιβλία, που συνηθίζω να «ανακυκλώνω» χαρίζοντάς τα στην πορεία σε φίλους, γνωστούς, τυχάρπαστους ή «σκοτώνοντάς τα» για να πληρώσω μέρος από τις καθημερινές μου αλκοόλες ή παλαιότερα, όταν κατοικούσα στην Αθήνα, πουλώντας τα με το κιλό σ’ εκείνους τους στυγνά αιμοδιψείς παλαιοπώλες. Φορές να γευματίσω ο άνθρωπος δεν έχω, ενοίκιο να πληρώσω όχι… κι όμως εδώ και σαράντα έξι μπαρουτοκαπνισμένα χρόνια ακόμη παραμένει ακόρεστη η ανάγκη της διαρκούς αναζήτησης βιβλίων που σημαίνουν. Ας παραθέσω τον Οδυσσέα Ελύτη, προς γνώση και συμμόρφωση: Γίνεσαι βιβλιόφιλος όπως γίνεσαι υπερτασικός. Κάτι που δεν ξέρεις αν θα σταματήσει πιθανόν ή θα σε καταδιώκει σ’ όλη σου τη ζωή. Δεν έχει σημασία, κι ας έχουμε όλοι μας υπόψη εκείνο το θέσφατο του Stéphane Mallarmé: Je ne sais pas d’ autre bombe, qu’ un livre.                

-Αλλάξτε επάγγελμα, εγκληματίες έμποροι, και τραβάτε να πουλάτε κυλόττες, σώβρακα, φανέλες, βυζοθήκες (άλλως σουτιέν) σε υπερφίαλους αναγνώστες της συμφοράς.

Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Ιανουάριος 2016

Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (www.poiein.gr), στη στήλη «Τα Επίκαιρα», στις 30 Μαρτίου 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου