Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

Παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίασιν 22


ΔΗΛΩΣΗ

ΓΙΑ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΩ ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΔΕΚΑΤΑ» ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ (sic) ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ


Καλέστηκα να συμμετέχω, ζήτησα να πληρωθώ για να τους εμπιστευτώ ανέκδοτη εργασία μου, ευγενέστατα ο κύριος Κώστας Χατζηαντωνίου έκρινε εύλογη την απαίτησή μου αλλά τα οικονομικά του περιοδικού και η πάγια πρακτική των εν Ελλάδι λογοτεχνικών εντύπων που με την πρόφαση της προώθησης-δημοσιοποίησης του όποιου πνευματικού κάματου, αρνούνται την αμοιβή στους εργάτες της γραφής, ενώ στις Η.Π.Α. (όπου υπηρέτησε ο κύριος Ντίνος Σιώτης στο διπλωματικό σώμα δεκαετίες, στη Βοστόνη εάν δεν κάνω λάθος) και αλλού εξυπακούεται η απόδοση «αποζημίωσης», με οδήγησαν στην άρνηση.

Όπως και να έχει, πέραν των παραπάνω, αν και ζω ανάμεσα στους συμπατριώτες μου μόνιμα κι αμετακίνητα στο νησί εδώ και δύο δεκαετίες κι έχω συναναστραφεί τα πλείστα ονόματα που συμμετέχουν στο αφιέρωμα και παρακολουθήσει από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα πολλούς (αν όχι όλους) που δε γνωριζόμαστε προσωπικά, δηλώνω πως δεν έχω πλέον ανάγκη το διάλογο μαζί τους. Ποιον διάλογο, δηλαδή: Τίποτα δε μου πρόσφεραν χρόνια τώρα που τους συνδιαλέγομαι, ενώ αντίθετα εγώ κόμισα –αφθόνιος ερχόμενος– το κέρας της Αμάλθειας. Αλλά… «στου κουφού την πόρτα», παραλλάσω τη λαϊκή σοφία, «πάρτη την πόρτα και φύγε».  

Ο μόνος ποιητής (και καταργώ εντός μου την άλλη, ναι σπουδαία, ιδιότητά του ως καθηγητή πανεπιστημίου και κορυφαίου μελετητή του Κ. Π. Καβάφη) που επικοινώνησα ουσιαστικά σε αμφίδρομη σχέση-επαφή, ήταν ο Μιχάλης Πιερής. Και γράφω «ήταν» διότι με τον ποιητή αυτόν ήρθα σε ρήξη που προκάλεσα εγώ, για λόγους που, αν μη τι άλλο, είμαι σίγουρος αναγνωρίζει-αντιλαμβάνεται κι ο ίδιος. Και παραμένει ο μοναδικός που δεν του επέστρεψα τα βιβλία τα οποία είχε την καλοσύνη να μου χαρίσει και κάποια να αγοράσω, και διατηρώ σ’ ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου. Σε αντίθεση με κάποιους-κάποιες που τους τα έδωσα πίσω ή τα χάρισα αλλού. Είναι απ’ τον Θεό και την Τριαδικότητά του η Ποίηση, τα άλλα των ανθρώπων τ’ αφήνω στη μικρότητα έως μηδαμινότητα των υπάρξεών τους. Συνεχίζω να ζω, προς το παρόν, αναμεταξύ σας … εργαζόμενος για και με την ποίηση, όπως τάχτηκα – ορίστηκα – ορκίστηκα  εκ γενετής.

Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία, Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2019

Σχόλια Πολιτισμικής Αντικατασκοπίας 5

Ο Έλλην της Κύπρου ποιητής, ιδρυτής της Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας (2005) και ταγματάρχης του Γραφείου Αντικατασκοπίας της (Α2), Κώστας Ρεούσης, αυτοαπαθανατίζεται στον υπαίθριο χώρο ενός εργοστασίου ή φυλακής και στρατοπέδου, Πέμπτη 9 Μαΐου 2019



Ο ΕΝΑΣ, ΣΕΣΗΜΑΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟΔΗΜΟΣ, επισκέπτεται τη νήσο για εμπόριο εικαστικού σεξοτουρισμού με «κυρίες» περιωπής ή περί-οπής. Ο άλλος, πρωτομακρόστενος όπως έχει ονοματιστεί σ’ ένα μου ποίημα που υπάρχει στο «Ο Κρατήρας του Γέλιου μου» (εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, Οκτώβριος 2009), εκτίθεται πάντα δυναμικά και σε τροχιά δημιουργικότατης εξέλιξης. Κι ο τρίτος –ο και καλά γκαλερίστας– αχαρακτήριστος. Η μόνιμη οσμή της μούχλας του εργοστασίου που έχω ξεσκατίσει, η επαφή με παλιούς γνωστούς που δε γουστάρω αλλά συνεχίζω να ζω ανάμεσά τους, το αλκοόλ, η κούραση της μέρας, η μανούρα της καρδιάς μου με μια γνωστή και μη εξαιρετέα μαντάμ κι η αφελής προσέγγιση της δράσης των Αιγύπτιων Υπερρεαλιστών (1939-1949) με σύγχυσαν. Η πλαστογραφία της συγκίνησης ανεβάζει το δείκτη στο χρηματιστήριο μιας εντόπιας καλλιτεχνικής καταισχύνης, ενώ ο ποιητής ως κατάσκοπος της εποχής και του βίου του, που είμαι, σφάζομαι ανισόρροπα μοναχός μου.

ΑΝΕΓΚΕΦΑΛΟΙ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΙ ΤΟΥΡΚΟΜΕΡΙΤΕΣ, οι κάτοικοι της Χώρας νήσου Κύπρου, συντηρούν ως κόρη οφθαλμού, το παραδόπιστο δόγμα της κτηνωδίας που προσκυνούν. Έχοντας συναναστραφεί ζωντόβολα –ακονισμένα στην ανομία του χρήματος και μόνο– απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις, η διαπίστωση οδηγεί στην αναισθησία της παρουσίας τους. Ο σύγχρονος πολιτισμός τους συγκεντρώνεται στην παρακμάζουσα αιχμή μιας επιφανειακής δημόσιας ασχετοσύνης αγεώργητων ψυχώσεων. Δεκαετίες τώρα μου έχουν δείξει, ολοφάνερα, πως λειτουργούν και ενεργούν ωσάν πουτάνες, με ή χωρίς νταβατζή, ενδεδυμένες τον ορισμό της αγενούς προσποιητά ευγένειας. Εγώ, καθυστέρησα ηθελημένα να τους πιστέψω μια κι εξακολουθώ να τους βλέπω, διεισδυτικά έως αντί κατασκοπευτικά, και φορές απλώς κοιτώ το μονίμως άδειο πορτοφόλι μου. Μπάσταρδος λαός και βιασμένος τόπος.

ΕΝΑ ΜΥΓΟΧΕΣΜΑ, ΜΙΑ ΚΟΜΠΟΓΙΑΝΝΙΤΙΣΣΑ ΙΑΤΡΟΣ –αφού αναγιώθηκε και γαλουχήθηκε στα και με τα σκέλια ενός τουρκόσπορου και καλυμμένα αγγλόφιλου έως προδότη τέως εκδότη-βιβλιοπώλη-ταβερνιάρη και κουμπάρου της– εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια κι ως συγγραφέας της πεζής γραφής, ήτοι οπής. Κάποια διηγήματα-αφηγήσεις, το πρώτο της βιβλίο (η εμπειρία, ουσιαστικά, της ψυχοθεραπείας της μ’ έναν ψυχίατρο ολκής της πρωτευούσης μακαρίτη), και μια νουβέλα όχι κακή, το δεύτερο παραλήρημα (λόγου διαστρεβλωμένα πατριωτικού και ύπουλα ανακριτικού των σκοτεινών και συμφεροντολογικών προθέσεών της), και κάποια δημοσιεύματα σε έντυπα της Κύπρου και της Ελλάδας (κριτικές αδολεσχίας, παραληρήματα μυωπικά εθνικοσοσιαλιστικού πολιτικού λόγου και γενικώς ό,τι να ’ναι) κατάφερε να κατέχει θέση στη λογοτεχνία του χαλουμόνησου με προβολή και στας Αθήνας. Φροντίζει δε, το σούργελο, να περιπλέκει με την παρουσία της και καταστάσεις, μπας και της δώσουν σε λίγους μήνες το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου, στην κατηγορία που το πόνημά της καταχωρίστηκε, έτσι για να κουνιέται πιότερο και βραβευμένα, μέσα στης παλαιάς της πόλης τα στενά (sic), το γύναιο που είναι εκπορνευμένο.