Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 26

Ο Περουβιανός ποιητής César Abraham Vallejo Mendoza (1892-1938)


Καίσαρ Βαγιέχο
«Ισπανία, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο»

[Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]

«Στ’ όνομά σας σήμερα φλεγόμενο βαδίζει το καλό,/σας ακολουθούν τρυφερά ερπετά μ’ έμφυτη βλεφαρίδα/και σε δυο βήματα, σε ένα,/το κύλισμα του νερού που τρέχει να δει το τέρμα του πριν φλεγεί.»


Ο Καίσαρ Αβραάμ Βαγιέχο Μενδόσα (César Abraham Vallejo Mendoza: αυτό είναι ολόκληρο τ’ όνομά του) γεννήθηκε στις 16 Μαρτίου 1892 στο Σαντιάγο ντε Τσούκο (Santiago de Chuco), μια μικρή μεσαιωνική πόλη περίπου 3000 κατοίκων, στις περουβιανές Άνδεις. Οι γονείς του ήταν και οι δύο παιδιά Ισπανών κληρικών. Οι γυναίκες και των δύο παππούδων του ήταν ιθαγενείς, Ίνκας. Έτσι, τόσο από μάνα όσο κι από πατέρα, ο Βαγιέχο ήταν μιγάδας. Ήταν το στερνό από τα έντεκα παιδιά της οικογένειας.
   Εκεί, στο Σαντιάγο ντε Τσούκο, τελειώνει το δημοτικό και από το 1905-1908 πηγαίνει στο λύκειο του Ουματσούκο (Humachuco). Τα οικονομικά της οικογένειας όμως δεν πάνε καλά και αφήνει το σχολείο. Επιστρέφοντας στο χωριό του, παίρνει ιδιαίτερα μαθήματα για να περάσει τις εξετάσεις του τρίτου χρόνου. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως η οικογένεια Βαγιέχο, βαθύτατα θρησκευόμενη, έλπιζε να δει μια μέρα, τον Βαγιέχο, παπά. Ελπίδα τόσο της μάνας του όσο και του πατέρα του. Αυτά τα παιδικά χρόνια τού θρησκευτικού περιβάλλοντος παίξανε σημαντικά μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη του ποιητικού του έργου και γενικότερα στη ζωή του.
   Στο τέλος, αυτές οι επιδράσεις της παιδικής του ηλικίας θα πάρουν τη μορφή ενός δυισμού, ενσυνείδητου και υποσυνείδητου στην προσωπικότητά του, που δεν θα ξεπεραστεί ποτέ. Κατά τον φίλο και βιογράφο του Βαγιέχο, Χουάν Λαρέα (Juan Larrea): «μια μορφή αγωνίας ανθρώπου που υποφέρει ανάμεσα στα εγκόσμια και υπερκόσμια από ένα τρομερό αίσθημα ενοχής», ανάμεσα στο καλό και στο κακό, με τη βιβλική έννοια.

Στο Τρουχίλιο
Το Τρουχίλιο, η πόλη με το πιο κοντινό πανεπιστήμιο, απείχε τέσσερις μέρες ταξίδι με άλογο από τη γενέτειρα του Βαγιέχο. Εδώ, γράφεται ο ποιητής στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου. Φοιτά όμως μονάχα για ένα χρόνο και ύστερα, πάλι από έλλειψη οικονομικών πόρων, σταματά τις σπουδές και πιάνει δουλειά σ’ ένα εργοστάσιο ζάχαρης ως υπάλληλος. Η μικρή επαρχιακή του γενέτειρα δεν μπορούσε να συγκριθεί σε τίποτα με τη μεγαλούπολη του Τρουχίλιο. Εκεί, στο χωριό του ( ένας χώρος που θα επιστρέφει νοσταλγικά με τη μνήμη σ’ όλη του τη ζωή), παρ’ όλο τον αυταρχισμό και τη θρησκοληψία του, είχε διατηρηθεί μέσα από τους αιώνες κάτι από τον κοινωνισμό των Ίνκας, αυταρχικός μες στην πολιτικο-κοινωνική του δομή, αλλά με την αίγλη της παράδοσης, σε σχέση με το φυσικό περίγυρο, μέσα του. Ένα μεγάλο μέρος από τα δύο πρώτα βιβλία του Βαγιέχο είναι βαθιά επηρεασμένο απ’ αυτή τη σχέση του ανθρώπου με το χώρο της παιδικής ηλικίας. Ένας χώρος αποκομμένος από την υπόλοιπη πατρίδα του, σχεδόν ένας κόσμος αφ’ εαυτόν.
   Δουλεύει για ένα διάστημα στο εργοστάσιο ζάχαρης και μετά το αφήνει για να δουλέψει στην πόλη Κιρουβίλκα (Quiruvilca). Εδώ ολόκληρη η πόλη δουλεύει στα ανθρακωρυχεία. Η εμπειρία αυτή θ’ αποτελέσει ακόμη ένα σταθμό στη ζωή του Βαγιέχο, με κατοπινές επιδράσεις στο έργο του και οπωσδήποτε στις πολιτικές του πεποιθήσεις. Οι άνθρωποι εκεί διαβιούσαν κάτω από τις πιο απάνθρωπες συνθήκες εξαθλίωσης, εκμετάλλευσης και οικονομικής και κοινωνικής καταπίεσης.
   Το 1911-1912 βρίσκουμε τον Βαγιέχο να δοκιμάζει ξανά το πανεπιστήμιο και να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά ενός μεγαλοκτηματία. Εκεί, στο τσιφλίκι, όπως και στα ανθρακωρυχεία, οι ιθαγενείς δούλευαν κάτω από φεουδαρχικές συνθήκες, όπου το δικαίωμα του τσιφλικά έφτανε ίσαμε το μαστίγωμα. Με τις οικονομίες από τα μαθήματα, το 1915 τελειώνει το πανεπιστήμιο παίρνοντας το δίπλωμα του φιλολόγου και συνεχίζει για δύο ακόμη χρόνια στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου του Τρουχίλιο. Σ’ αυτή την πόλη, γύρω στο 1917, αρχίζει να δημοσιεύει και τα πρώτα του ποιήματα, που αργότερα θα αποτελέσουν τη συλλογή, «Οι Μαύροι Μαντατοφόροι».

Από τη Λίμα στη φυλακή
Το 1920 ο ποιητής διδάσκει σ’ ένα κολέγιο στη Λίμα και χάνει τη θέση του εξαιτίας ενός ερωτικού δεσμού με την Οτιλία, κουνιάδα ενός συναδέλφου του με μεγάλη επιρροή στη διαχείριση του σχολείου. Ενώ οι γονείς της κοπέλας επέμεναν στο γάμο, εκείνος αρνήθηκε. Τα περισσότερα από τα ερωτικά ποιήματα του, «Τρίλθε», του βιβλίου που θα ακολουθήσει, είναι εμπνευσμένα απ’ αυτόν το δεσμό.
   Τέλος Απριλίου του 1920 ο Βαγιέχο αποφασίζει να επιστρέψει στη γενέτειρά του, το Σαντιάγο ντε Τσούκο, ύστερα από απουσία δύο ετών. Μένει εκεί μέχρι τις αρχές Ιουλίου κι ύστερα επιστρέφει στην επαρχιακή πρωτεύουσα Τρουχίλιο, απ’ όπου θα επέστρεφε ξανά στη Λίμα. Αιφνιδιαστικά, όμως, αποφασίζει να επιστρέψει στο χωριό του να παραστεί και στην εμποροπανήγυρη του αγίου προστάτη του Σαντιάγο ντε Τσούκο, που διαρκούσε μια εβδομάδα. Την τελευταία Κυριακή του πανηγυριού, οπότε και είχαν προηγηθεί εκλογές, σημειώθηκαν επεισόδια. Στη διάρκειά τους σκοτώθηκε ένα άτομο, ενώ την ίδια νύχτα το εμπορικό κατάστημα μιας οικογένειας, που ήταν σε διαμάχη στα πολιτικά με τον ποιητή και τον αδελφό του Μανουέλ, πυρπολήθηκε. Ο Βαγιέχο κατηγορήθηκε άδικα από τους ιδιοκτήτες, που λόγω οικονομικής ισχύος είχαν τα μέσα με τις τοπικές αρχές, για τον εμπρησμό. Μετά από δύο μήνες, που κρυβόταν στο σπίτι ενός φίλου του, συλλαμβάνεται. Αργότερα, στο δικαστήριο η κατηγορία μετριάστηκε σε ηθική αυτουργία. Αυτό του στοίχισε 117 μέρες στις φυλακές του Τρουχίλιο. Αυτή την περίοδο γράφει και τα πρώτα ποιήματα τού, «Τρίλθε», το βιβλίο που η κριτική, μετά τον θάνατό του, θα χαρακτηρίσει σαν τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ποίηση του 19ου και του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική, το βιβλίο που έσπασε το φράγμα ανάμεσα στην παράδοση και τα σύγχρονα ποιητικά ρεύματα της Ευρώπης.
   Αποφυλακίζεται στις 21 Φεβρουαρίου του 1921, και φεύγει για τη Λίμα. Εκεί, συμμετέχει σ’ έναν διαγωνισμό και κερδίζει το πρώτο βραβείο. Με τα χρήματα του βραβείου τυπώνει το «Τρίλθε». Συνεχίζει να ζει στη Λίμα, όμως η αποφυλάκισή του ήταν προσωρινή. Οι αντίδικοι κάνουν ένσταση ενάντια στην απόφαση και το πράγμα τραβάει σε μάκρος, για να τελειώσει μόνο το 1928, όταν ο Βαγιέχο βρίσκεται στο Παρίσι. Αλλά ακόμα κι εκεί η απειλή θα κρέμεται πάνω από το κεφάλι του, ενώ η πικρία για την άδικη φυλάκισή του δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ. Αντίθετα, θ’ αποτελέσει κι αυτή μέρος του διχασμού του (του διχασμού του ανθρώπου) που απ’ αυτόν μοιάζει να φεύγει όταν στις 17 Ιουνίου 1923 αναχώρησε για την Ευρώπη, για το Παρίσι που του επιφύλασσε τόσο κρύο και τόση πείνα και παντοειδή δεινά που προσβάλλουν και υποβιβάζουν τον άνθρωπο. Το Παρίσι, που η αναλγησία της μπουρζουαζίας του για την ανθρώπινη υπόσταση και οι χαοτικές αντιθέσεις του θα εκφραστούν με τόση γλαφυρότητα στα ποιήματα που θα γράψει εκεί.        

«Οι Μαύροι Μαντατοφόροι, 1919»
Η πρώτη ποιητική συλλογή του Βαγιέχο κυκλοφορεί στη Λίμα, το 1919. Η κριτική της εποχής εκείνης δεν είδε τίποτα το αξιόλογο στο βιβλίο, εκτός από μερικούς που επιτέθηκαν για κάποια ποιήματα που ξέφευγαν από το ύφος των μοντερνιστών. Κι αυτό, γιατί η επίδραση του μοντερνισμού είναι μεγάλη στα τρία τέταρτα των ποιημάτων του βιβλίου. Είναι δε ιδιαίτερα καταθλιπτική στα ερωτικά ποιήματα της συλλογής, όπου γίνεται κατάχρηση της λέξης των μοντερνιστών «γαλάζιο», σαν ουσιαστικό αλλά και σαν επίθετο. Η λέξη προέρχεται από την ομώνυμη συλλογή του πατέρα του μοντερνισμού, Ρουμπέν Δαρίο, «Azul-Γαλάζιο», 1888.
   «Οι Μαύροι Μαντατοφόροι» χωρίζονται σε έξι ενότητες. Κάθε μία έχει δικό της τίτλο, ενώ το πρώτο ποίημα της συλλογής, απ’ όπου παίρνει και το όνομά της, μπαίνει μόνο του ακολουθούμενο από μία λευκή σελίδα, χρησιμεύοντας έτσι σαν ένα είδος πόρτας, που οδηγεί στις έξι ενότητες που ακολουθούν. Το ποίημα αυτό είναι χαρακτηριστικό και μας εισάγει κιόλας στην ιδέα του θανάτου, που γράφεται με κεφαλαίο και που θα κυριαρχήσει στην κατοπινή ποίηση του Βαγιέχο σαν ένα από τα γνωρίσματά της. Εδώ όμως έχουμε ένα θάνατο διαφορετικό από τους λυρικούς θανάτους της ποίησης εκείνου του καιρού: μαρτυριέται στα «τσιτσιρίσματα ενός ψωμιού που καίγεται». Αυτός ο στίχος ενόχλησε ιδιαίτερα την κριτική, που ήταν συνηθισμένη μόνο σε λυρικούς θανάτους διανοητικών καταστάσεων και ερωτικών συνεπειών.   

«Τρίλθε, 1922»
Το «Τρίλθε» παραμένει μια μοναδική περίπτωση ποιητικής επανάστασης. Ο Βαγιέχο άρχισε αυτό το βιβλίο πριν από τη φυλάκισή του στις φυλακές του Τρουχίλιο, το συνέχισε στη φυλακή και το τέλειωσε μετά την αποφυλάκισή του. Τα θέματα των 77 ποιημάτων της συλλογής είναι λίγο-πολύ κοινά, ενώ το μεγαλύτερο μέρος τους είναι εμπνευσμένο από τις σχέσεις του ποιητή με την Οτιλία. Είναι ο τρόπος που λέει τα πράγματα, που όχι απλώς ξάφνιασε την κριτική του καιρού του, αλλά την κατάλαβε στον μακάριο ύπνο του «γνωστού και παραδεδεγμένου» και αποφάνθηκε πως ο Βαγιέχο έβγαλε μια συλλογή «χωρίς ποιήματα». Τόσο βίαιη ήταν η ρήξη που αντιπροσώπευσε αυτό το βιβλίο με την ποίηση των μοντερνιστών, που, χωρίς υπερβολή, την προώθησε έναν αιώνα μπροστά.
   Στα περισσότερα ποιήματα του «Τρίλθε», δεν καταλείπονται μόνο οι γνωστοί ποιητικοί κανόνες έκφρασης της εποχής, αλλά και η γραμματική διάρθρωση της ισπανικής γλώσσας. Ο Βαγιέχο στον πυρετό του να ανανεώσει την ποιητική δημιουργία του καιρού του, την καταργεί.
   Ένα μέρος από τα ποιήματα του «Τρίλθε», μοιάζουν να έχουν γραφτεί σε παραλήρημα. Οι στροφές και οι ίδιοι οι στίχοι διατηρούν πολλές φορές μια αυτονομία σε σχέση με το υπόλοιπο ποίημα και μοιάζουν με συναισθήματα ή καταστάσεις πυρετού που έχουν ριχτεί σαν ονειρικοί συμβολισμοί πάνω στη σελίδα στην τύχη. Αυτός είναι ένας από τους λόγους της αλήθειας και της βαθιάς πρωτοτυπίας του. Ο άλλος είναι η προσπάθεια οργάνωσης αυτών των συναισθημάτων σε σύνολα με κάποιον ειρμό. Έτσι, σε μια πρώτη ερμηνεία, τα ποιήματα του «Τρίλθε» αποτελούν μεν τη ρήξη με την παράδοση, αλλά αυτό εκφράζεται μέσα από τη ρήξη του Βαγιέχο με τον ίδιο τον εαυτό του: τη ρήξη του συναισθήματος ενάντια στη λογική.  

«Ανθρώπινα Ποιήματα, 1923-1938»
Τα «Ανθρώπινα Ποιήματα» είναι ο κορμός του βαγιεχικού ποιητικού έργου. Είναι η συνέχεια των εκφραστικών πειραματισμών του «Τρίλθε», αλλά τα θέματα των ποιημάτων διαφέρουν. Σ’ αυτά, το υπόβαθρο είναι πολιτικό, κοινωνικό, φιλοσοφικό, ανθρώπινο. Όχι μόνο με την ανθρωπιστική σημασία, αλλά ανθρώπινο με την έννοια πως ο Βαγιέχο γράφει το αισθητικό και πολιτικο-κοινωνικό του πιστεύω παρατηρώντας το ίδιο του το σώμα, τα μέλη του και τη λειτουργία τους. Γι’ αυτό πρόκειται για μια υλιστική ποίηση όπου εξιδανικεύεται το ίδιο το υλικό βάρος των μελών του ανθρώπινου σώματος. Φυσικά όχι σε όλα τα ποιήματα. Όπως στο «Τρίλθε» όπου το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων ξεκινάνε από τις ερωτικές σχέσεις με την Οτιλία, εδώ έχουν σαν κύριο άξονα τον άνθρωπο σαν κοινωνική μονάδα αλλά και το ίδιο του το σώμα. Στα «Ανθρώπινα Ποιήματα», δεν υπάρχουν ερωτικά ποιήματα στη μορφή του «Τρίλθε ή των «Μαύρων Μαντατοφόρων». Ένα από τα μελήματα του Βαγιέχο εδώ είναι να κατασταλάξει σ’ έναν «ανθρώπινο» τρόπο έκφρασης και να τελειώσει την αισθητική επανάστασή του.  

«Ισπανία…, 09.-11.1937»
Το «Ισπανία, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο», αποτελεί μέρος των «Ανθρώπινων Ποιημάτων» μόνο γιατί γράφτηκε την ίδια εποχή. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής είναι η ίδια. Το θέμα όμως διαφέρει, και η διαφορά είναι βασική: όλα πάνε ένα πελώριο βήμα μπροστά. Ο τίτλος είναι παρμένος από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, όπου ο Βαγιέχο αντικαθιστά τη λέξη «Πάτερ» με το «Ισπανία», και είναι τα γνωστά λόγια του Χριστού στο Όρος των Ελαιών. Το βιβλίο γράφτηκε τους τελευταίους μήνες της ζωής του ποιητή.
   Στο «Ισπανία… » ο Βαγιέχο βλέπει τον άνθρωπο να ξεπερνάει το διχασμό του και να κατακτάει με την αυτοτέλειά του την πάλη για την παγκόσμια οικογένεια που θα φέρει η νίκη αυτού του επικού αγώνα. Εδώ, όλα γίνονται μέσα σε ανθρώπινα μέτρα. Εδώ ο άνθρωπος είναι μέρος ενός συνόλου που πολεμάει για το κοινό καλό: για την ιδεαλιστική νεκρανάσταση του πατρικού σπιτιού και της πεθαμένης μάνας, που βρίσκονται πίσω από το όνομα αυτής της χώρας, και για την επικράτηση της επανάστασης που είναι το τελευταίο στάδιο εξέλιξης του ουτοπιστικού του πιστεύω για μια πανανθρώπινη οικογένεια.

Το τέλος
Λίγες μέρες μετά την κατάρρευση των Δημοκρατικών Δυνάμεων στην Ισπανία, ο Καίσαρ Βαγιέχο ξεψυχά στις 15 Απριλίου 1938, στην κλινική Arago, στο Παρίσι, όπου από τις 29 Μαρτίου βρισκόταν σε κώμα. Πληγωμένος τόσο από την έκβαση του αγώνα, όσο και από τις μακροχρόνιες στερήσεις που υπέστη, καθώς για ένα μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής του σιτιζόταν ελάχιστα. Ίσως ο σπουδαιότερος ισπανόφωνος ποιητής του 20ού αιώνα (κατά πολλούς, μάλιστα, σημαντικότερος αυτού του Λόρκα) και ένας ουσιαστικά ανθρώπινος ποιητής, παρά την όποια ερμητικότητα των στίχων του. Έγραψε μοντέρνα, «αποδομητική», «σουρεαλιστική» ποίηση πολύ πριν τη γέννηση των αντίστοιχων κινημάτων στην Ευρώπη.

Πηγές
1. César Vallejo, «Ποιητικά Άπαντα», εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Ρήγας Καππάτος, εκδόσεις Gutenberg, δεύτερη έκδοση, Αθήνα, 2010
2. Ηλίας Ματθαίου, «Ποίηση Ισπανόφωνης Αμερικής», εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1987
3. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, «Ισπανοαμερικανική Λογοτεχνία», εκδόσεις Διώνη, Αθήνα, 1999


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016, σελίδες 4-5.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου