Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Οίκος Ενοχής 8

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε
8ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο

Εκείνο το γαλάζιο που χρωμάτιζε τα παιδικάτα μας, κι ένα αστέρι πράσινο που κρύψαμε με πίστη μες στο (ν) γυλιό-αιγιαλό. Την όραση του Πολυγώνου ασφαλίσαμε μες σε ατσάλινη καρδιά –κι ύστερα δόλια σύλληψη, ανάκριση, μαρτύριο, ψειρού και κρεματόριο: αλλάς τίποτα δεν ξεράσαμε, αφ’ ους-αφή καί τό νερό δέν λέει τίποτε ἀπό τά μυστικά του. Από χαλκό και ποίησις ο θάνατος, τ’ ανάσταση και η ζωή. Κι έρχονται αιώνες αργυροί για να γκρεμιοτσακίσουνε σ’ έναν Κριτή Καιάδα Εύνομο τον άνομο χρυσό… εννόμως. Η ευγω (ο) νική ευγονία του στρεπτόκοκκου αδιαφόρησε για τ’ απειλητικά γρυλλίσματα των κάπρων-κάφρων. Ευρυγώνια, σεισμική και κραταιά περιπλανιότανε μες στα σοκάκια, καντούνια ή δρομάκια του παλαιού λιμανιού. Όταν η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα εγκιβωτίστηκαν στην Κιβωτό όντα ανθρώπινα και πρώτα σκάσανε και κολύμπησαν κι απέταξαν. Με φ’ όνο προχωράς όχι με δόλο ‘φόνο. Πόσες πορφύρες κι αν δεν μας σφάξανε. Όμως το σάβανο έχει και τσέπες, έχει και τσίπες, έχει και όργανα πλεύσεως ατομικά. Σ’ όλη τη Γης, τη Θάλασσα, μα και σ’ ολάκερο τον Ουρανό τα στάδια τρέξαμε, περπατήσαμε• μίλια ναυτικά οργώσαμε ναυαγισμένα• χρόνους αμέτρητους αποδημούσαμε με πτήσεις χαμηλές ή τόσο σιμά στον Ήλιο όσο να πέφτουμε, να πέφτουμε, να πέφτουμε με τσακισμένα τ’ άκρα μας. Εγκλωβισμένοι πρόσφυγες μονήρεις ορκισμένοι τη λάτρα των ελάχιστων τετραγωνικών π’ αποφασίσαμε να κατοικούμε. Προπάτορές μας οι γεωργοί. Έτσι αρνηθήκαμε την πάστρα, επιστρέφοντας την οργή της Γαίας στο άφρισμα του αίματος μίας κομμένης αρτηρίας. Με χλωριούχο νάτριο, στρυχνίνη, υδροχλωρικό οξύ, μελάνι και καπνά στους αισθητήρες της γεύσης η γλώσσα μάς έβγαλε μαλλί γνήσιο από τα βοσκοτόπια του Κρόνου. Μύθος τα παιδιά μας πως καταβροχθίσαμε• Κάπνος την ταλαντεύσαμε συντονίζοντας τους δείχτες της Ψυχής στο Χορό που παραγάγει ο Ήχος Των Ουρανίων Σφαιρών. Τόσοι Ένας Όσιοι μες στην απόλυτη ησυχία του κρότου δεν σχηματίσαμε αγέλη, κοπάδι ή σμήνος. Απόλυτα ασκούμενοι στην όσφρηση, η ακοή μας εκκωφαντική, εξακολουθητικά κι απολεσθείσα τη συνείδηση, ιχνηλατεί στην όραση την τερατογονική χαμούρα των ζωντόβολων. Τα κόκαλά μας λεύτερα βγαλμένα από το αίμα της Φυλής Του Α (να) τόμου. A los muertos que aún estamos vivos/nos conviene ser algo deportivos,/y no existe deporte más completo/que escribir en la flor del esqueleto. Ένα γενναίο πρόσωπο -που σ’ άλλη γλώσσα γράφεται κι ακούγεται «ercan» ή «érçan»- αποχωρίστηκε τον κόσμο των σπηλαίων και προσγειώθηκε μες στο τεμάχιο του Τύμβου. Εκεί, μια μέρα, ίσως παλαιά και πρόσφατη, του Θεριστή ή Γιούλη ή Ιούλη έλαβε το χρίσμα από το άγγιγμα της στεναχώριας του Παιδιού που κεντούσε τα γράμματα των αστερισμών της απορίας των μελαχρινών Του βλεφάρων, καθώς οι τοξοειδείς οφρύες ασφάλιζαν στη σήμανση της εξακριβώσεως τη χροιά του σιτ (ώ) όχρου προσώπου Του. Στο εφτά τού σαράντα η ναυτία της Αποστολής, όπως γενειοφόρος Αυγερινός, Εύφορος κι Εωσφόρος ροβόλαγε,  μ’ ένα εσπεριδοειδές στ’ αριστερό σμπαραλιασμένο από τον ώμο χέρι Του, την όξινη γεύση του λεμονανθού. Τα ματσικόριδα-ζουμπούλια απαθανάτιζαν ένα σκευοφυλάκιο με γαρδένιες, που πλύθηκαν διαβασμένα με ξύ (ί) δι. Βρισκόμαστε στ’ Αλέτρι Αλώνι Ογδόης Εποχής –νάρκισσοι, ζηλωτές και μοναχοί.


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 13.02.2017. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου