Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Βιβλιοστάσεις 4


Αγγελίνα Ρωμανού, «Back Door», εκδόσεις Provocateur, Sandanski, Βουλγαρία / Αθήνα, Ελλάδα, Φθινόπωρο 2018, σ. 80

Πριν αναφερθούμε στο βιβλίο, απαραίτητη είναι η μνεία στο εκδοτικό κίνημα/εγχείρημα «Provocateur». Με έδρα μία μικρή πόλη της Βουλγαρίας (προφανώς για οικονομικούς λόγους) και με ψυχή τον ποιητή, Βασίλη Βασιλειάδη, εμφανίστηκε τους τελευταίους μήνες κόντρα στις εκδοτικές πρακτικές του συρμού. Εκδίδει αποκλειστικά ελληνική ποίηση που συνειδητά απέχει απ’ το επίσημο λογοτεχνικό «τσίρκο» του καιρού μας. Επιλέγει τους ποιητές/ποιήτριες που προτίθεται να εκδώσει και τους το προτείνει. Καμία διαμεσολάβηση δεν υφίσταται παρά μόνο το προσωπικό γούστο του Βασιλειάδη και των συνεργατών του. Κάθε τίτλος τυπώνεται σε 500 αντίτυπα, εκ των οποίων τα 50 αποστέλλονται στο/στη συγγραφέα, 50 παραμένουν στο αρχείο του εκδοτικού, 50 ταχυδρομούνται σε βιβλιοθήκες και πανεπιστήμια και 350 διανέμονται δωρεάν στη λίστα φίλων του «Provocateur». Τα έξοδα καλύπτονται αποκλειστικά από τον εκδοτικό οίκο.
   Ένας από τους πρώτους τίτλους είναι και το «Back Door», της Αγγελίνας Ρωμανού, που είχα την τύχη να μου αποσταλεί. Δεν γνώριζα την ποίηση της Ρωμανού, και ειλικρινά εντυπωσιάστηκα από την τραχύτητα της δύναμής της. Η αποθέωση του άξεστου και η αποκάλυψη μίας αδυσώπητης πραγματικότητας που δεν μπορεί πλέον να κρατήσει τα προσχήματα, να κρυφτεί ή να υποδυθεί μια κάποια «μελωδία της ευτυχίας». Ποίηση ενός πριγκηπικού πεζοδρομίου, έτσι για να υπενθυμίσουμε και τον τίτλο του περιοδικού που φιλοξενείται η στήλη, μας εισάγει σ’ έναν άλλο Δεκέμβρη, μακριά από την υποκριτική υπόδηση ενός καλοβαλμένου εορταστικού μανδύα.
   Ας την ακούσουμε (ακολουθείται η ορθογραφία και η στίξη του πρωτοτύπου): «Μακελεμένος ο Δεκέμβρης. Σούρνεται μες τα στενά. Τα διαολίζει. Τα δέρνει αλύπητα και τα γαμά. Σκουφάτος στο καυλί και στ’ άντερα η άχνη. Δεν υπάρχουν καρύδια εδώ, αγαπητέ. // Τα ’φαγαν οι ιοί των μεταδόσεων. // Στολίζω μπινελίκια τον πυράκανθο. Μπαλάκια κόκκινα με το σωρό. Τσιμπάει ο πούστης, κι ερεθίζομαι. Στο χώμα τρίβεται μια χασισιά. Γουστάρω να μπαίνει ο χιονιάς και να με ρεύεται. Των εχθρών τα φουσάτα κρατούν. // Λυχνάρι. // Σμέρνα. // Και χριστό. // Τα κούμαρα πωλούνται ευτελώς. Στα δυο ματσάκια, δώρο το γλειφομούνι. Πάρτε κυράδες μου ν’ αγιάσετε. Οι άντρες πάνε πρωί για τα χαρτιά. Όταν γυρίσουν, αφήνουν τις εξάρες για καβάτζα. Κανείς δεν ξέρει πότε θα του ’ρθει η ορθή. // Την παίρνουν. Την ρουφούν. Κι έπειτα την φεύγουν. // Κάθε έλατο που συναντώ, του πιάνω το αυτί. Άκου, μικρό μου, λέω. Εσύ κι ο λύκος μου με δώσατε. // Πέντε κρίκοι, μες το Φάληρο. // Τόσο στοιχίζω πλέον ως μωρή. // Α! μη ξεχάσω και το τέλος. Κονιάκ γλυκό και παξιμάδι. Μια τζούρα ζάχαρη // (όχι αυτή που σου ’παιρνε η μάνα σου. βγήκε στο παζάρι πιο ψηλή) // κι από πίσω μια κουβέρτα. Όλη να την μπω. Να την μυρίσω. Να της δώσω γύρα να γίνει γεμιστή. // Οι άγγελοι, το χειμώνα, σας το λέω, σπάζουν τα ρόδια με τον κώλο.», (σσ. 43-44).
   Άτιτλα ποιήματα, τα περισσότερα σε πρόζα, ταράζουν τον αναγνώστη με την ανελέητη, κοφτερή, απροσποίητη χρήση των λέξεων οδηγώντας τη γλώσσα στην αφήγηση ενός άλλου χρονικού του 21ου αιώνα. Πνεύμα κουβεντιαστό, καθημερινό, σύγχρονο. Η στροφή του βλέμματος σε οτιδήποτε έχουμε ασκηθεί ν’ αποστρεφόμαστε. Επικίνδυνοι στίχοι, γυναικεία ποίηση από την άλλη όχθη, που δεν στερούνται ανθρώπινης κι ειλικρινούς ευαισθησίας. Ο σεξουαλισμός που αναδύει η γραφή της Ρωμανού, συναντά αυτόν της τρομερής Joyce Mansour. Ένας σεξουαλισμός που δεν αποκόπτεται από την υπερπραγματικότητα του βιώματος μήτε συντελείται πίσω από το παραβάν και με τις πόρτες κλειδωμένες. Η Αγγελίνα Ρωμανού μας ανοίγει την «Πίσω Πόρτα» προσκαλώντας μας στο ποιητικό της σύμπαν, χωρίς καμία προειδοποίηση για το τι μπορεί να δει και να αναγνωρίσει εκεί κανείς.

    Κώστας Ρεούσης


Η Αγγελίνα Ρωμανού γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Orianna Express», εκδ. Πολύχρωμος Πλανήτης (2009), «Ψέμα μου», εκδ. Εκάτη (2011), «Κλεμμένο αντίδωρο», εκδ. Ζάθεον Πυρ (2013), «Κουβέντες του αέρα», εκδ. Όστρια (2015), Λίνα Κ, εκδ. Όστρια (2016), «ΠροσευχΥτάρι κορασίδων», εκδ. Κύμα (2017), «Εις σάρκα μίαν», εκδ. Όστρια (2017). Εργάστηκε ως τακτική υπάλληλος για 26 χρόνια στο Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων. Έχει ασχοληθεί ως ραδιοφωνική παραγωγός επί σειρά ετών σε διάφορους σταθμούς. Έχει διοργανώσει καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, που αφορούν σε διάφορα είδη τέχνης και έχει αρθρογραφήσει σε εφημερίδες και περιοδικά. Επιμελείται εκδόσεις και εκδοτικές σειρές και εισηγείται εργαστήρια δημιουργικής γραφής και αφήγησης παραμυθιών.

Περιοδικό «Το Πεζοδρόμιο», 4ο τχ., Λευκωσία, Δεκέμβριος 2018, σ. 30.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 62

Η ποιήτρια Ιουλίτη Ηλιοπούλου, φωτογραφία αλιευμένη από το διαδίκτυο


Ιουλίτα Ηλιοπούλου: «Δύτες μικρών συλλαβών»

Η τελευταία σύντροφος και κληρονόμος του Ελύτη, μία εξαίρετη ποιήτρια, αδικείται εν μέρει απ’ τη σκιά του νομπελίστα

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου

Για την Ιουλίτα Ηλιοπούλου είχα λογοφέρει με συναδέλφους βιβλιοϋπάλληλους την εποχή που εργαζόμουν στο υπόγειο της περίφημης «Πολιτείας», στην οδό Ασκληπιού στην Αθήνα. Κι αυτό είχε συμβεί, διότι κάθε φορά που ερχόταν στους πάγκους του βιβλιοπωλείου νέο της βιβλίο… αρχίζανε τα κοινωνικά σχόλια (κοινώς κουτσομπολιά) για την ποιότητα της γραφής της, για το εάν είναι ή όχι ποιήτρια … κι άλλα τέτοια φαιδρά. Το επιχείρημά μου, και τότε και τώρα (σιγά μη χρειάζονται επιχειρήματα οι/αι ποιητές/ποιήτριες) ήταν πως -πέραν του ότι δεν τη διαβάζανε- δεν μπορείς να μη σκύψεις στα γράμματα, στις λέξεις, στους στίχους που χάραξε και χαράζει… η τελευταία και πλέον αγαπημένη γυναίκα του Ελύτη. Σταματώ εδώ. Πέντε κουβέντες έχω την πρόθεση να σημειώσω για τις ποιητικές της συλλογές, που διατηρώ στη βιβλιοθήκη μου, και για μια θαρραλέα μετάφραση-σταθμό στο πεδίο που καλύπτει η Παγκόσμια Ποίηση.

«Καλούς ενιαυτούς Μάρκο»
Έτος έκδοσης 1987, προμετωπίδα ή motto… στίχοι του Ελύτη: «… η Ποίηση αρχίζει από εκεί που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος.». Είκοσι τρία πεζά ποιήματα, πρώτες λέξεις, πρώτοι στίχοι… μυστήριο: «Θ’ ανοίξεις τα μάτια σου», «Από φεγγαρόλιθο προτομές και μετόπες», «Όλο μάτια μπλαβιά και γρυλλίσματα», «Βρέχει», «Μυρίζει γαζία η θλίψη των νεκρών», «Ουρανοί από κοβάλτιο», «Η όρχηση που προκαλούσε το φεγγάρι», «Όνειρα με τη δορά του φεγγαριού», «Λάμψεις λες λάμπουνε λεβέτια», «Ο Λεβάντες η Λεβάντα κι ο Λεβέντης», «Μενεξελιά μυρωδικά», «Στιλπνά τ’ αγκάθια της Παρασκευής», «Πόσους χωράει το σκοτάδι έρωτες», «Αφάνες και δανδελλωτά μυριστικά», «Άλλα καράβια δε θα πάνε», «Ανεβαίνει κρύα η πανσέληνος», «Η επήρεια ενός πράσινου όρκου», «Ο δρόμος έχει ζάχαρη», «Γυναίκα ανάγερτη», «Δεν ζούσε παρά μονάχα στις γαλάζιες πέτρες», «Ατέλειωτες σκάλες», «Βαγένια με αρχαίο νερό», «Γράμματα στο μπουκάλι».

«Δίγαμμα»
Έτος έκδοσης 1992, εικόνα εξωφύλλου «Το πορτραίτο της Δωροθέας» (1960), του Max Ernst. Motto, στίχοι του Robert Browning: «If two lives join, there is oft a scar,/They are one and one, with a shadowy third;/One near one is too far.». Σαράντα τέσσερα άτιτλα ποιήματα, σπουδή-εισχώρηση στον κόσμο αυτόν τον μαγικό, τον μικρό τον μέγα, του Ελύτη: «Ολοένα να σε φεύγει ο άνεμος/κι όλο να σε τραβάει πίσω/το αίμα», (σ.57)».

«Ευχήν Οδυσσεί»
Έτος έκδοσης 1997, ο Ελύτης έχει πετάξει στ’ άστρα. Χωρισμένη, η συλλογή, σε δύο ενότητες: «Και μακρά δένδρεα» και « Ευχήν Οδυσσεί». Απ’ εδώ κι ο τίτλος-στίχος  των «Πολιτισμικών Μετεωριτών» αυτής της Κυριακής. Κι ακόμη ένας, από το ποίημα της σελίδας 11, «Στις αποικίες των πουλιών»: «Κρωγμούς του πλέον δάσους μέσα πιο πιο δυνατά. Σιωπή». Και μία λέξη, από το ποίημα της αμέσως επόμενης σελίδας, «Βρεφοκρατούσα των κήπων»: «ανυπόδητη».

«Από το ένα στο δύο»
Τέταρτη ποιητική συλλογή, έτος έκδοσης 2000. Είσοδος-έξοδος: «Για σένα ήταν πάντοτε αργά. Κι ας τα πρόφτασες. Όλα.». Έξοδος-είσοδος: «Κι όχι τόσο για κείνο που έγινε όσο για κείνο που/Δεν έκαμες να γίνει. Πονάς.». Ανάμεσά τους είκοσι τέσσερα ποιήματα με τίτλους τα γράμματα του ελληνικού αλφάβητου, από το Άλφα ως το Ωμέγα. Ποίημα «δ», στίχος γλυκόπικρος: «Κι ύστερα ασθμαίνοντας σωπαίνουμε μέσα στην ίδια λέξη.», (σ. 13).     

P. B. Shelley (1792-1822): «A Defence of Poetry», 1821
Ένα από τα σπουδαιότερα κείμενα όλων των εποχών, μία εξαίρετη πραγματεία από καταβολής γραφής, ένας θεϊκός ύμνος της Ποίησης. Το μελετώ απ’ τον Απρίλιο του  1997 (πρώτη έκδοση, Δεκέμβριος 1996), και μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια πάντα κάτι νέο αναδύεται, έτσι μυστηριακά σαν ένα ξύπνημα απ’ το ησυχαστήριο του Αρχιλόχου, εκεί στην Πάρο ν’ αντικρίζεις το Αιγαίο ταραγμένο. Αριστοτεχνική η παράλληλη σύνδεση-συνομιλία της σκέψης του Shelley μ’ αυτήν του Ελύτη, μέσα από την προσέγγιση της Ιουλίτας Ηλιοπούλου. Να τι μας λέει η ποιήτρια στη σημείωση στο τέλος του μοναδικού αυτού εγχειριδίου: « Η ‘Υπεράσπιση της Ποίησης’ γράφτηκε στα 1821, όταν ο Σέλλεϋ ήταν 29 χρονών. Αφορμή στάθηκε ένα κείμενο του Τόμας Λαβ Πήκοκ -‘The Four Ages of Poetry’-, κεντρικός άξονας του οποίου ήταν η διαπίστωση ότι όσο ο πολιτισμός προχωρεί, τόσο η ποίηση παρακμάζει. Ο Σέλλεϋ απήντησε αμέσως με ένα κείμενο που ξεφεύγει από τα δόκιμα όρια της πραγματείας, για να γίνει μια εκ βαθέων εξομολόγηση της πίστης του ποιητή στην τέχνη του. Το δεύτερο μέρος που αναγγέλλει ο συγγραφέας δεν γράφτηκε ποτέ, ενώ το πρώτο τελικά δημοσιεύτηκε πολύ μετά το θάνατό του, στα 1840. Η μετάφραση προσπάθησε να κρατηθεί κοντά στο πνεύμα του συγγραφέα μάλλον παρά στο τυπικό της γλώσσας του.».    

Από τη βάση δεδομένων της Βιβλιονέτ
Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Γράφει ποίηση, δοκίμια και παραμύθια. Έχουν εκδοθεί πέντε ποιητικά της βιβλία: «Καλούς ενιαυτούς Μάρκο» (1987), «Δίγαμμα» (1992), «Ευχήν Οδυσσεί» (1997), «Από το ένα στο δύο» (2000), «11 τόποι για 1 καλοκαίρι» (2006), δύο παιδικά παραμύθια: «Τι ζητάει ο Ζήνων;» (2004, Κρατικό Βραβείο Παιδικού Βιβλίου) και «Η Πράσινη Σκουφίτσα» (2008) καθώς και η μετάφραση στο έργο του P. Β. Shelley «Υπεράσπιση της ποίησης» όλα από τις εκδόσεις «ύψιλον/βιβλία» καθώς και το δοκίμιο «Η κούκλα» (εκδ. Ίκαρος, 2008). Το 2000 έγραψε το λιμπρέτο στην όπερα του Γιώργου Κουρουπού «Το καράβι του έλατου», ενώ το 2002 το ποιητικό κείμενο στη λυρική τραγωδία «Ιοκάστη» του ίδιου συνθέτη που παρουσιάστηκε στο θέατρο του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δελφών. Τα παραμύθια της «Τι ζητάει ο Ζήνων;» και «Η Πράσινη Σκουφίτσα», σε μουσική Άλκη Μπαλτά και Γιώργου Κουρουπού, αντίστοιχα, παρουσιάστηκαν στην Αθήνα και αλλού. Παράλληλα με την ποίηση γράφει δοκίμια, μελετά το έργο του Οδυσσέα Ελύτη και έχει πραγματοποιήσει πολλές ομιλίες γι’ αυτό. Επίσης, επιμελείται εκδόσεις βιβλίων. Επί δεκατρία χρόνια συνεργάστηκε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων και το Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη στη δημιουργία προγραμμάτων λόγου και μουσικής. Με τον Σπύρο Σακκά και τον Γιώργο Κουρουπό παρουσιάζουν μουσικά προγράμματα βασισμένα στην ποίηση. Ένα από αυτά, αφιερωμένο στην ποίηση του Ελύτη, κυκλοφόρησε σε CD-βιβλίο με τίτλο «Με το λύχνο του άστρου» (εκδ. ύψιλον/βιβλία).


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 10 Απριλίου 2016, σ. 4.

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

Βιβλιοστάσεις 3

Παναγιώτης Νικολαΐδης, «Η γενιά της κατοχής και της αφθονίας», εκδόσεις Διόραμα, Λευκωσία, Μάιος 2018, σ. 144


Ο ρόλος του κριτικού (ή «κριτικογράφου»: όρος -αδόκιμος ίσως- που προτιμώ) είναι να δυναμιτίζει τα «ζωντανά» κείμενα και αυτός του δοκιμιογράφου είναι να θεμελιώνει την έκρηξή τους. Ο Παναγιώτης  Νικολαΐδης, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ακροβατεί και στα δυο, καταφέρνοντας να ισορροπήσει τις δύο αυτές, τόσο ομόρροπες όσο και αντίρροπες, δυνάμεις, και να τις εξωτερικεύσει στην κριτική-θεωρητική-φιλολογική γραφή του.
  Η έκδοση των 14 κειμένων του για τη σύγχρονη ποίηση στην Κύπρο μετά το ’90, αποτελεί, τουλάχιστον στο στενό πλαίσιο της ελληνοκυπριακής πραγματικότητας, μια πράξη τόσο θάρρους όσο και θυσίας. Και εξηγούμαι: «θάρρους» για το λόγο ότι χαρτογραφεί με επιστημονική επάρκεια την ποιητική κατάθεση της «γενιάς της κατοχής και της αφθονίας», όπως την αποκαλεί, και «θυσίας» για το γεγονός ότι ως δόκιμος ποιητής ο ίδιος, παραμερίζει την ιδιότητά του αυτή προς χάριν της φιλολογίας.
  Τα κείμενα του Νικολαΐδη είδαν το φως της δημοσιότητας σε ελληνοκυπριακά λογοτεχνικά περιοδικά (εκτός αυτά που αφορούν στην ποίηση των Στέφανου Σταυρίδη και Ανδρέα Γεωργαλλίδη) από το 2003 έως το 2018. Έτσι, περιέχονται κείμενα για συγκεκριμένες ποιητικές συλλογές και γενικότερα για την ποίηση των: Χριστιάνας Αβρααμίδου, Βάκη Λοϊζίδη, Γιώργου Καλοζώη, Πάμπου Κουζάλη, Αντώνη Γεωργίου, Γιάννη Ποδιναρά, Χριστόδουλου Καλλίνου, Γιώργου Χριστοδουλίδη, Λεωνίδα Γαλάζη, Αλεξάνδρας Γαλανού, Μιχάλη Παπαδόπουλου, Στέφανου Σταυρίδη, Κώστα Ρεούση και Ανδρέα Γεωργαλλίδη.
  Είναι εμφανές πως η εργασία του συγγραφέα αφορά, πέρα από τους ίδιους τους ποιητές και τις ποιήτριες που το έργο τους κρίνεται, σαφώς την πανεπιστημιακή κοινότητα σε Κύπρο και Ελλάδα που ασχολείται ειδικευμένα με την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα, και βεβαίως ένα συγκεκριμένο-μυημένο αναγνωστικό κοινό. Το οποίο κοινό, θέλω να πιστεύω, είναι υποψιασμένο αναφορικά με την ποίηση που παράγεται στο νησί τα τελευταία σχεδόν 30 χρόνια, έχοντας ανάγκη από τέτοιου είδους βιβλία έτσι ώστε να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο στο έργο ποιητών/ποιητριών που διαβάζει, ή και που με «εμμονή» μελετά. Δυστυχώς, όμως, ο μέσος όρος αυτών που υποτίθεται πως ασχολούνται με την ποίηση και η ανταπόκρισή τους προς αυτήν και σ’ αυτούς/αυτές που την παράγουν, για να μην πω «γεννούν», είναι επιεικώς παιδαριώδης, αναλισκόμενη σε φιλοφρονήσεις, αβρότητες και παρασκηνιακές «χωματουργικές εργασίες», ένεκα και του κοσμοπολιτικού επαρχιωτισμού που, εξακολουθητικά, μας στιγματίζει.
  Έτσι, το σημαντικό αυτό βιβλίο έρχεται ακριβώς στην ώρα του, θα έλεγε κάποιος, να θεμελιώσει το κενό που υπήρχε στην κριτική πρόσληψη της σύγχρονης ελληνικής κυπριακής ποίησης μετά το ’90. Και ορθώς ο συγγραφέας, αφού έχει φροντίσει να ορίσει επαρκώς τη θέση αυτών που ασχολούνται με την κριτική της ποίησης, αναφέρει/δηλώνει απ’ την πρώτη παράγραφο της κατατοπιστικότατης εισαγωγής του: «Κι είναι για τούτο που δηλώνω εξαρχής και αναφανδόν ότι τα κείμενα που απαρτίζουν τον ανά χείρας τόμο αποτελούν προϊόν μιας αυθόρμητης, ανιδιοτελούς και, κυρίως, αγαπητικής σχέσης με τα κρινόμενα ποιητικά βιβλία της σύγχρονης παραγωγής στο νησί, για την οποία η κριτική εν Κύπρω και εν Ελλάδι δεν έχει δώσει ακόμη την πρέπουσα σημασία.», (σ. 9).
  Όσοι έχουν παρακολουθήσει, έστω και ακροθιγώς, την πορεία του Παναγιώτη Νικολαΐδη, τόσο ως κριτικού-δοκιμιογράφου όσο και ως ποιητή, δεν μπορούν να αμφισβητήσουν την αρραγή και σε βάθος παρελθόντος χρόνου σχέση που έχει καλλιεργήσει και καλλιεργεί με την ελληνική κυπριακή ποίηση, και όχι μόνο. Γι’ αυτό, κατά την άποψη μου, θεωρώ πως δικαίως και νομοτύπως μπορούμε να αναφερόμαστε σ’ αυτόν, ως έναν από τους αρτιότερους σύγχρονους κριτικούς λογοτεχνίας του νησιού. Εύχομαι και ελπίζω το βιβλίο να βρει τους ουσιαστικούς αναγνωστικούς αποδέκτες του και να τους οδηγήσει στο πρωτογενές έργο των κρινόμενων ποιητών/ποιητριών, που άλλωστε είναι και ο σκοπός, εάν όχι ο διακαής πόθος, της συγκεκριμένης κριτικής κατάθεσης.              
  Ολοκληρώνοντας, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στην εικαστική επιμέλεια του βιβλίου του ζωγράφου Σταύρου Κίκα, με το εξώφυλλο και τα έργα που παρεμβαίνουν ανάμεσα στα κείμενα, όλα καμωμένα με κάρβουνο, να συνομιλούν διακριτικά και μεστά τόσο με τον κριτικό-δοκιμιακό λόγο του Νικολαΐδη όσο και με το έργο των ποιητών.  

Κώστας Ρεούσης


Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Είναι ποιητής, κριτικός και εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Ποιήματα, βιβλιοκρισίες και μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και μία μελέτη για το ποιητικό και κριτικό έργο του Θεοδόση Νικολάου.

Περιοδικό «Το Πεζοδρόμιο», 3ο τχ., Λευκωσία, 1η Οκτωβρίου 2018, σ. 30.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

Βιβλιοστάσεις 2

Γιάννης Ζελιαναίος, «Carαυτοκτονία», εκδόσεις Bibliothèque, Αθήνα, Φεβρουάριος 2018, σ. 48


Κατακτητής και κάτοχος μίας προσωπικής αργκό, ο Γιάννης Ζελιαναίος, μας παραδίδει ένα μακροσκελές ποίημα (περίπου 900ων τόσων στίχων κι όσων στροφών πρέπει) όπου αναμετριέται μ’ ό,τι αγάπησε και μίσησε. Καρφώνοντας στεγνά το ρέκβιεμ μιας Αθήνας στους δρόμους των Εξαρχείων και στο δόξα πατρί μας, συνομιλεί μ’ όλα εκείνα που διάλεξε να τον θρέψουν κι εξακολουθούν να τον θρέφουν. Ποιητές και συγγραφείς, σκηνοθέτες και μουσικοί, φίλοι, εχθροί και γυναίκες, ποιήματα και κείμενα, ταινίες και τραγούδια, συμπεριφορές και ξεσκαρταρίσματα ολοκληρώνουν και ολοκληρώνονται την και στην «Carαυτοκτονία», τον Αύγουστο του 2017 στη Λευκωσία (μέσα στη λάβα του κυπριακού καλοκαιριού) όπως αναγράφεται και στο τέλος του ποιήματος, την οποία κι εκσφενδονίζει στην πόλη που τον γαλούχησε. Παραθέτω: «γαμιόλα Αθήνα μού ’λειψε το βυζί σου / η ρώγα σου που σπαρταράει στα μπατζάκια μου / οι ταξιτζήδες που σωρηδόν χασμουριούνται στα νυχτοκάματα / έχοντας πιο πριν σκουπίσει τα χύσια τους / μ’ αθλητική κωλοφυλλάδα / η πίκρα του έλατου / εκεί στην τρίτη σεπτεμβρίου / που ξεμονάχιαζα τη μέλπω /παντρεμένη με παιδί από πρώτο γάμο / και τώρα καρκινωμένη σε λάκκο νοτίων προαστίων», σελίδες 43-44.
   Στην πέμπτη ποιητική συλλογή του και συμπληρώνοντας 40 χρόνια στο στερέωμα ή κουρμπέτι τού «μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα», έτσι για να θυμηθούμε και τον Νίκο Καρούζο, ο Ζελιαναίος καταθέτει ένα καθόλα σύγχρονο «λαϊκό» ποίημα. Κι αν θέτω τη λέξη «λαϊκό» σε εισαγωγικά, είναι για να μην παρεξηγήσουμε τη βαθιά και κατασταλαγμένη λαϊκότητα που χαρακτηρίζει, κατά τη γνώμη μου, την «Carαυτοκτονία». Ο λόγος: τραχύς, ρέων, μπαρουτοκαπνισμένος, καθημερινός, παραληρηματικός και ήρεμος, όπου χρειάζεται, να κατεβάζει ταχύτητα για να μαρσάρει ξανά άγρια μετά τη στροφή μιας κατρακύλας. Η τσογλανοπαρέα του Αρχίλοχου, του Ανακρέοντα κι άλλων ιαμβογράφων αθυροστομούν, βωμολοχούν, πίνουν και καπνίζουν μέσα σε μια κούρσα, όχι απαραίτητα θανάτου, στα στενά της Αθήνας με πυρήνα τα Εξάρχεια κι άξονες τα στενά πέριξ της γριάς αυτής πλατείας. Ένας δισκοθέτης-αυτοκινητιστής, ο ποιητής, οδηγεί τα αιμοσφαίριά του σε μια διαδρομή που έχει περπατηθεί. Κρίνει το βίο του, κρίνει τους άλλους, κρίνει τα πράγματα και σπιντάρει, σπιντάρει, σπιντάρει έως και τον καταληκτικό στίχο του ποιήματός του. Παραθέτω: «σινεμά και μουσικής / στίχου και τοίχου / αριθμός κούτας / κάμποσες / δεν παίζω πια τσόγλανε / δεν γράφω πια κούκλε μου / την θανατίλα πολλοί αγάπησαν / την ανθρωπίλα όλοι / μην κοιτάς τι σπέρνουν / αν είναι να το πεις πια / πες το κοινότοπα / παντρεύτηκαν / έκαναν παιδιά / γάμησαν τον αέρα / την έπαιξαν  με τις λέξεις / κι από ζωή παντόφλα / ε ρε γλέντια που έχει ο θάνατος / ο πραγματικός / αυτός από πιτζάμες / χοληστερίνη / κόκαλο τριμμένο / χάπια ηρεμιστικά / ύπνο κώλο με κώλο / μούγκα στη στρούγκα / και το τσαρδί πεθερονοίκι», σελίδες 34-35.     
   Εάν αποφεύγω ν’ αναφερθώ στην επιρροή που έχει ασκήσει ο Τσαρλς Μπουκόβσκι στον ποιητή Γιάννη Ζελιαναίο, είναι γιατί αυτή η ποιητική/συγγραφική σχέση κραυγάζει την ανάγκη μίας ξεχωριστής μονογραφίας. Ο Ζελιαναίος, απ’ αυτά που γνωρίζω περί ποιήσεως και λογοτεχνίας, είναι ο μόνος που κατάφερε να βουτήξει στον ωκεανό των στίχων και των αράδων του Μπουκόβσκι, ν’ αναδυθεί ως ο τελευταίος επιζών από την τελική αναμέτρηση ενός σκληρού γουέστερν και ν’ αράξει στην μπάρα του γούστου του ακούγοντας σκληρές μουσικές και χαράζοντας αιμάτινους στίχους της Εμπειρίας. Ο Γιάννης Ζελιαναίος είναι κάτοχος του μυστικού και του στοιχήματος: ποτέ δεν ξέρεις εάν θα τη βγάλεις καθαρή σκαλίζοντας το ποίημα, κι οι πιθανότητες δεν είναι ποτέ υπέρ του στιχοπλόκου. Παραθέτω: «σ’ το λέω και δεν καταλαβαίνεις τίποτα / είναι πιο τίμιο πια να αλλάζεις ένα μπουλόνι / παρά να πετάς ένα τετράστιχο στην εξυπνάδα / τίποτα δεν ξέρουμε / και πασχίζουμε να μη μάθουμε καν / τους εαυτούς μας μέσα από τις αηδίες / που γράφουμε / τα μόνα λόγια που αξίζουν στις μέρες μας / είναι το αίμα που τρέχει απ’ τη μύτη», σελίδες 29-30.       
   Ιδιαίτερη μνεία οφείλω και στη σελιδοποίηση/σχεδιασμό του βιβλίου από τον Στέλιο Χέλμη και στην επιλογή του pulp χαρτιού, όπου περισσότερο κι από αρμονικά συνάδουν με την αισθητική των στίχων του ποιητή αναδύοντας, σε κάθε γύρισμα σελίδας, τη χαρακτηριστική εκείνη οσμή του χαρτοπολτού. Τέλος, η «Carαυτοκτονία» είναι ακατάλληλη για μωρές «παρθένες» στις κάψες τους, σαλονάτες κυρίες της εγχώριας λογοτεχνίας και σοβαροφανείς πνευματικούς ταγούς.  

Κώστας Ρεούσης
 

Ο Γιάννης Ζελιαναίος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία ως -σοβαρός και συνεπής στις μουσικές του επιλογές- δισκοθέτης (και όχι μόνο) εδώ και κάποια χρόνια. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Καλώς ήρθες χειμώνα, γραφιά της νιότης μας», εκδ. Εριφύλη, 2004 / «Άννα», εκδ. Εριφύλη, 2005 / «Ο Διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο», εκδ. Ενδυμίων, 2009 / «Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος», εκδ. Straw Dogs, 2015 / «Ο Διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο», εκδ. Straw Dogs, 2016 (2η έκδοση, συμπληρωμένη με τρία πεζά).

Περιοδικό «Το Πεζοδρόμιο», 2ο τχ., Λευκωσία, 1η Ιουλίου 2018, σ. 31.

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

Βιβλιοστάσεις 1

Χάρη Ν. Σπανού, «Τοπικό κλίμα», εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία, Φεβρουάριος 2018, σ. 64


Μία ιδιαίτερη νουβέλα -σε 12 έντιτλα μέρη τα οποία θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως μεμονωμένα διηγήματα- έρχεται να προβληματίσει ή ακόμη και να αποκαλύψει, ίσως ενοχλητικά, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του τόπου μας. Μια ιστορία που περιδιαβαίνει με κινηματογραφικές εναλλαγές, το πρόσφατο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του νησιού.

Η δράση λαμβάνει χώρα στο εγγύς, πιθανολογούμενο, μέλλον, όπως δηλώνεται εξαρχής στο πρώτο μέρος του βιβλίου με τον τίτλο, «Η πλατεία»: «Ο ομιλητής πήρε θέση και ανασήκωσε τα δυο του χέρια σαν μαέστρος: “Η αυριανή μέρα σηματοδοτεί την Άνοιξη της Ενωμένης Κυπριακής Ομοσπονδίας. Η κοινή μας πατρίδα θα αναγεννηθεί και θ’ ανθίσει, όπως συμβαίνει στη φύση την εποχή αυτήν. Καλώ τον κυπριακό λαό να ανοίξει το πνεύμα, την καρδιά και τα χέρια του, να ξεχάσει την παγωνιά της διαιρεμένης πατρίδας μας, μια για πάντα”.», (σ. 7). Ευφυέστατη η σύλληψη της συγγραφέως να τοποθετήσει σ’ αυτό το φανταστικό χρονικό πλαίσιο την εξέλιξη της μεστής ρεαλιστικής μυθοπλασίας της.

Δύο ξαδέρφια, μεσήλικες, ο Μιχαήλ κι ο Κλέαρχος, και η Ραχήλ, ανακρίτρια του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, είναι τα κεντρικά πρόσωπα του βιβλίου. Απ’ αυτούς τους τρεις χαρακτήρες ξεκινούν κι ολοκληρώνονται όλα όσα διαδραματίζονται στο «Τοπικό κλίμα». Κι άλλα πρόσωπα εισέρχονται στη δράση, όχι τυχαία, που οδηγούν τη γραφίδα της Χάρης Ν. Σπανού σε μία, in brevis, καταβύθιση στη νεότερη ιστορία του νησιού μέσα από τους διαλόγους και τους εσωτερικούς μονολόγους των χαρακτήρων της ως κατασταλαγμένες αναφορές μνήμης του τι έχει προηγηθεί. Μία έκρηξη σ’ ένα μνημείο που κινητοποιεί τις αρχές, μία επιστροφή στο σκλαβωμένο τόπο, μία γιορτή, ένας φιλικός και συμπαθής Τουρκοκύπριος καλλιτέχνης, μία οργάνωση, η διαλεύκανση της έκρηξης, ο Πεδιαίος της «επανένωσης», η γέννηση ενός κοριτσιού κι άλλες σημαντικές ψηφίδες (ακόμη και κάποιες υποσημειώσεις που σημαίνουν) συνθέτουν με αξιοθαύμαστη λεκτική οικονομία το «μετεωρολογικό δελτίο» της Σπανού.
       
Μία πικρή, ήρεμη αλήθεια αναδύεται από το απόσπασμα που ακολουθεί και βρίσκεται στο όγδοο μέρος του βιβλίου με τον τίτλο, «Το μπαρ Socrates»: «Ο Κλέαρχος έσμιξε τα φρύδια του. “Εσύ κι εγώ ανήκουμε σε αντίθετα ρεύματα της Ιστορίας. Για να παραμείνουμε αληθινοί ο καθένας στο έργο του, είναι καλύτερα να απέχουμε από καραγκιοζιλίκια”. Ο Χακάν χαμογέλασε. “Κι αν το ρεύμα της Ιστορίας έγινε ένα και δεν το πήρες είδηση;”. Ο Κλέαρχος απομάκρυνε το χέρι του από την μπύρα και το σήκωσε ερωτηματικά. “Και το ρεύμα θα ασχοληθεί με μένα, Χακάν; Τι ζόρι τραβάς κι εσύ και το ρέμα; Ή θαρρείς πως επειδή σκεφτήκαμε και αποφασίσαμε μια μέρα ότι όλα θα λυθούν αν εγώ κι εσύ γίνουμε φίλοι, θα αλλάξει η ροή του νερού;”.», (σ. 45).

Το φαντασιακό ή μια ζοφερά συμβιβασμένη πραγματικότητα έχει επικρατήσει, μάλλον δυστοπικά, με μία νότα αισιοδοξίας στην καταληκτική πρόταση του βιβλίου που αφορά στην επιβίωση και στη συνέχειά μας.

Κώστας Ρεούσης


Η Χάρη Ν. Σπανού γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1964. Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία ως ιατρός παθολόγος. Έχει εκδώσει, επίσης, τη συλλογή τριών διηγημάτων, «Η συνεδρία I / Το σπίτι / Ο ξένος», εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία, 2015.

Περιοδικό «Το Πεζοδρόμιο», 1ο τχ., Λευκωσία, 1η Απριλίου 2018, σ. 31.

Οίκος Ενοχής 14

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

14ος Οίκος Ενοχής
~
η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο


Νεκρώθηκα ανήμερα του Δίκαιου Αγίου Συμεών του Θεοδότου και Άννας της Προφήτιδας –έτος Σωτήριο: ιώτα (1) αέννε (9) νεννάε (9) το ζήτα (7). Το άδρωπο που είμαι: Αὐτὰρ ἐπειδὴ πάντα φάος καὶ νὺξ ὀνόμασται / καὶ τὰ κατὰ σφετέρας δυνάμεις ἐπὶ τοῖσί τε καὶ τοῖς, / πᾶν πλέον ἐστὶν ὁμοῦ φάεος καὶ νυκτὸς ἀφάντου / ἴσων ἀμφοτέρων, ἐπεὶ οὐδετέρῳ μέτα μηδέν., (Παρμενίδης, Περί φύσεως, 9). Η μετατόπιση της χρείας γίνεται όταν το σώμα το πει: «Μουνογενές». Το σαπισμένο νερό μένεα πνείοντες, κι ακόντιο-άλμπουρο η πτήση-πλεύση-πορεία στο γράμμα «‘Ράλεφ», κάποιων Ελλήνων πεπαλαιωμένων Πελασγών,  πριν απ’ την Έξοδο Ισραηλίτες ἒστωσαν –Α (ῥ) λάσιοι. Η Είσοδος της Θεοτόκου: ού (ῥ) γιος ο άνεμος• όχι ούριος. Είναι η ηλικία του ποιητή –μια και η πράξη της αυτοχειρίας έχει εξοβελιστεί σε προσεχή δεκαετία– που εταστικά καθορίζει τ’ αγκίστρωμα στα πενήντα χρόνια. Οι ράχες των βιβλίων στις προθήκες ελαχιστοποιούνται. Σφίγγει ο κλοιός της ατέρμονης ανάγνωσης κι απαγγελίας στίχων, στροφών κι αποσπασμάτων. Καμιά παραμονή δεν εύχεται, απλώς αντικρίζει τη φθορά των επιθαλάμιων ύμνων. Άλυτος κι άπλυτος ο γρίφος νυχτώνει ξημερώνοντας τη σισύφεια επαναλαμβανόμενη διαδρομή του. Ημέρες δύο επιβαλλόμενης ηρεμίας έστρωσαν το βηματισμό καθώς το χαμομήλι, ο γλυκάνισος και οι πατάτες μπλουμ κάλμαραν το νευρόσπαστο. Συναντήσεις ευσπλαχνίας, ανθρωπιάς κι ανέχειας όρισαν το βασανισμό που εκτόξευε μες στην πραγματικότητα που εμφανίζει το αλκοόλ και το χασίς. Αμφιλεγόμενη, ανισόρροπη, ασταθής -μες στην αιώνια μετάπτωση- γραφή. Διατρέχοντας πολιτικές και άλλες ιδεολογίες ή έννοιες και πράξεις και λόγια και καραγκιοζιλίκια, μες στο καζάνι του ελληνισμού να καγχάζει και κοχλάζει τους χαρακτηρισμούς. Κι όλους μ’ ενδείξεις έκδηλες της εποχής,  φασίστες, ενίοτε, μας καπελώνουν: ένεκα και οι εκτροπές μιας συμπεριφοράς ρεούσης κοίτης ποταμού μες στο μισό χωριό της Λευκωσίας. Μου μυρίζει πως αρχίζει να παίζεται ξανά, στον μπερντέ της ιστορίας, ένας εμφύλιος σπαραγμός βλεμμάτων. Μια εντολή που γράφτηκε περί τα τέλη του 20ού αιώνα σημαίνει: Θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στήν Τήνο, πού νά ’ρθει μέ τήν εὐχή τῆς Παναγίας καί νά καθαρίσει τόν τόπο ἀπ’ ὃλων τῶν λογιῶ τῆς Τουρκιᾶς καί τῆς γηραιᾶς Εὐρώπης τ’ ἀπομεινάρια., (Οδυσσέας Ελύτης, Ιδιωτική Οδός, 60). Ιερείς, ποιητές και στρατιωτικοί εφάρμοσαν τ’ άρθρο εκείνο του αίματος όρκου, κι αστραπιαία έδρασαν υπέρ του είδους του ανθρώπινου και της ζωής … και της ζωής … και της ζωής, μ’ αντίτιμο θανα (ν) τερό. Την τρυφηλότητα χαλάσανε, την τήξη της κυοφορίας μπάσταρδης γενεάς ξεκοίλιασαν, τις δυσπλασίες ενός Καιάδα εγκρεμίσανε κι όσοι αρτιμελώς αιματοτσακισμένοι απ’ το Κακό εμείνανε, υψώσανε περήφανοι –και ζυγισμένοι σε παράταξη χαιρέτησαν– την κυανή και τη λευκή σημαία. 
                    

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο διαδικτυακό φύλλο επιλεγμένης λογοτεχνίας «Φτερά Χήνας» (www.fteraxinasmag.wordpress.com), 25.02.2018.