Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 7

Ο συγγραφέας της «Νίτσας», Γιώργος Τριλλίδης (Λευκωσία, 1976), φωτογραφία αγνώστου

Νίτσα: «Βάσει το σχέδιο, συνεννοούμεθα, ναι;»

[Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]

Η τραγική ιστορία μιας αγωνίστριας/αντάρτισσας-«κλειδί», της αδικαίωτης Επανάστασης του ’55-’59, μέσα από ένα γερό κείμενο και μια καθόλα άψογη θεατρική παράσταση

Μην σας κάνει εντύπωση που αναφέρομαι στον απελευθερωτικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. ως Επανάσταση. Διότι, περί Επαναστάσεως πρόκειται και δη αδικαίωτης. Ούτε από τους κατάπτυστους Άγγλους ελευθερωθήκαμε (βλέπε το «κοτσάνι» των Βρετανικών Βάσεων στην υποτιθέμενη κυρίαρχη ανεξάρτητη δημοκρατία μας), ούτε το «δίκαιο του αγώνα» ευοδώθηκε με την επίτευξη της Ενώσεως με την Ελλάδα. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις -«δια καταλλήλων ενεργειών» (Μπολιβάρ-ένα ελληνικό ποίημα, Νίκος Εγγονόπουλος)- όλοι όσοι σπιούνοι… θρονιαστήκανε… τα «πόστα» και ξεκινήσανε έκτοτε, κι απ’ ακόμη και πιο πίσω, το πλιάτσικο του ξεπουλήματος, του τελευταίου τούτου ελληνικού νησιού της αιμοσταγούς Μεσογείου Θαλάσσης!
   Ο Γιώργος Τριλλίδης τόλμησε να θίξει όλα τα παραπάνω. Τόλμησε, πολιτικώ τω τρόπω, να βυθιστεί στην ιδιάζουσα περίπτωση της αγωνίστριας/αντάρτισσας, Νίτσας Χατζηγεωργίου, και να ξετυλίξει/αποκαλύψει, θεατρικώ τω τρόπω, με τους συνεργάτες του, την ιστορία της.

Η παράσταση
Παρακολούθησα το έργο, την Παρασκευή 8 Απριλίου του 2016, μαζί μ’ ένα κοινό που: «Είν’ η ‘αξίωση’/το μόνο που κρατάει στη ζωή τέτοιους ανθρώπους/που ’χει η πάστα τους ξαναγινεί από το χρήμα.//Παρμένες όλες τους οι άλλες ιδιότητες» (Θεόδωρος Ντόρρος, Κρεάτινα φαινόμενα σπουδαιότητας, «Στου γλυτωμού το χάζι»).
   Προηγουμένως είχα φροντίσει να διαβάσω το κείμενο, που μου είχε χαριστεί από τον συγγραφέα, και όδευα προς το θέατρο «Σπούτνικ» -εκεί στο δρόμο προς το κάποτε ελληνικό χωριό Τύμβου και τώρα αεροδρόμιο των Τούρκων κι άλλων δικών μας αναίσθητων τουριστών/ταξιδευτών- κι αναρωτιόμουν πώς θα καταφέρουν οι δυο κοπέλες ηθοποιοί να αποδώσουν τον καλπάζοντα μονόλογο της «Νίτσας».
   Η ευφυέστατη σύλληψη του σκηνοθέτη, Πάρι Ερωτοκρίτου, να σπάσει το δράμα σε δυο περσόνες (η «Νίτσα» τότε, Νίκη Δραγούμη, η «Νίτσα» τώρα, Παναγιώτα Παπαγεωργίου) απογείωσε το πνεύμα του γραπτού λόγου.
   Γράφει ο Τριλλίδης, στο πρόγραμμα της παράστασης: «Αν φιλοδοξεί να προσφέρει κάτι το μονόπρακτο αυτό -με εφαλτήριο και αφορμή τη ζωή της Νίτσας Χατζηγεωργίου- είναι η αποτύπωση του εσωτερικού τοπίου ενός ανθρώπου τη στιγμή που αναλογίζεται τα του βίου του -λίγο πριν το τέλος της ζωής του- και με πίκρα, αλλά και ελαφράδα, μετράει μόνο ήττες. Δυσεξήγητες, συντριπτικές, ολωσδιόλου περιττές ενδεχομένως, αλλά αβάσταχτες οδυνηρές ήττες.».
   Η διάρκεια της παράστασης ήταν 70 λεπτά, περίπου. 70 καταιγιστικά λεπτά, όπου η «Νίτσα» δεν επίτρεψε σε κανέναν θεατή να αμφισβητήσει το αδυσώπητο της τραγωδίας της. Το τι, συγγνώμη, μπούρδες άκουσα μετά το τέλος του έργου… δεν παραλείπω να το κυκλοφορώ στην πόλη και μάλιστα ονοματίζοντας εκείνους/εκείνες που νομίζουν ότι έχουν κι άποψη… όπως όλοι έχουμε… καταλαβαίνετε!
   Καθόλα άψογη θεατρική παράσταση. Το σκηνικό του Γιώργου Ιωάννου λειτουργικότατο, τα κοστούμια της Ρέας Ολυμπίου γαλήνευαν το μάτι στα χρώματά τους ισορροπώντας τη σκληρότητα του λόγου, ο σχεδιασμός ήχου του Γιάννη Χριστοφίδη καταλυτικός συμπληρώνοντας με κρότο την «αόρατη εικόνα»… του φόνου, της σύλληψης, του βασανισμού ακόμη κι αυτού που μας αποκαλύπτεται, απ’ την αρχή του έργου, μέσω της αφήγησης της «Νίτσας»: « […] Κάποιοι  είπαν πως πέθανα από φυσικά αίτια. Κάποιοι πως αυτοκτόνησα. Ο ιατροδικαστής, πάντως, επιμένει μέχρι σήμερα πως με στραγγάλισαν.». 

Η «Νίτσα»
Υπαρκτό πρόσωπο, γνήσια κι άδολη αγωνίστρια/αντάρτισσα του ’55-’59. Όμορφη γυναίκα, εκπάγλου καλλονής, που λέμε, με βοστρύχους που έλαμπαν στη/στο δόξα/άνθος της νιότης της. Μυημένη στον αγώνα, τη χαρακτήρισαν πόρνη, την πρόδωσαν, την άφησαν έκθετη, ουσιαστικά την «πρόσφεραν» βορά στο μένος του Άγγλου αποικιοκράτη/βασανιστή.
   Σαγήνευε τους αξιωματικούς του εχθρού… «βάσει το σχέδιο, συνεννοούμεθα, ναι;», παρασέρνοντάς τους για τους σκοπούς της οργάνωσης. Κουβαλούσε εκρηκτικές ύλες με κίνδυνο της ζωής της, κι ας κώφευαν ή περί άλλα τυρβάζοντας οι «πατριώτες» συναγωνιστές της. Φυλακίστηκε, βασανίστηκε, βιάστηκε, σμπαραλιάστηκε, διαπομπεύτηκε, ξεχάστηκε, περιθωριοποιήθηκε… χαλάστηκε απ’ αυτούς που ενοχλήθηκαν μετά το τέλος του… «Αγώνος»!
   Ο Γιώργος Τριλλίδης, μαζί με όλους τους συντελεστές της παραστάσεως, κατάφερε να «χαστουκίσει» την υποκριτική ραστώνη της, υπό μανδραγόρα, «τοκογλυφικής» κοινωνίας μας. Μας έδωσε/έδωσαν ένα έργο-σταθμό στη σύγχρονη δραματουργία της Νήσου. Το ιστορικό-πολιτικό-επαναστατικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η ηρωίδα, «Faraway, so close» για να θυμηθούμε και τον Wim Wenders, εντάσσεται αριστοτεχνικά στη σύγχρονη εποχή που διανύουμε. Η ατομική-συλλογική μνήμη αφυπνίζεται, επανέρχεται, κονιορτοποιεί τη συστηματική διαστρέβλωση ενός γεγονότος.
   Η αγένεια πολιτών και κυβερνώντων, η κακοήθης εμπλοκή μιας καταστάσεως, η θορυβώδης πρακτική του φόβου και η κακεντρεχής συμπεριφορά μιας πάγιας υπερβολής απαντώνται στην τραγωδία της «Νίτσας», εκμαιεύοντας την προδοτική, παρασιτική και παραδόπιστη «κακία» που, φευ, βασιλεύει στον τόπο μας.
   Ας την ακούσουμε: «Αλλά μίλησα; Ε; Έσπασα; Ε; Είπα ποιοι σκοτώσανε τον Εγγλέζο; Ε; Είπα; Ερώτηση: Ήξερα ή δεν ήξερα ποιοι σκοτώσανε τον Εγγλέζο; Ερώτηση: Είπα στους Εγγλέζους ποιοι σκοτώσανε τον Εγγλέζο; Ερώτηση: Είπα σε κανέναν άλλο ποιοι σκοτώσανε τον Εγγλέζο; Ε, είπα; Ε; Άνοιξα το στόμα μου; Γι’ αυτά ή για τίποτε άλλο; Ε; Γι’ αυτά ή για τίποτε άλλο; Οπόταν; Οπόταν; Οπόταν; […] Μια χαρά δεν βολεύτηκαν μετά τον Αγώνα; Με τις θέσεις τους, τα σπίτια τους, τα σαλόνια τους. Τις δόξες και τις τιμές τους. Τους παράδες τους και τις κυράδες τους, τα σόγια τους, τις κλίκες τους. Τι τους έφταιξε η Νίτσα; Πού τους έφταιξε; Κατάλαβες, Κύριε; Κατάλαβες; Κατάλαβες; Να δεις που στο τέλος θα ζητάμε και συγγνώμη που ζήσαμε.».

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 24 Απριλίου 2016, σελ. 4.

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Περιθωριακά 6

Το «σπηλαιώδες» γέλιο του Γιώργου Β. Μακρή, Άνοιξη 1965

Γιώργος Β. Μακρής: «Μην ανησυχείτε θα κατέβω αμέσως!»

[Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]

Στα σαράντα πέντε χρόνια, που αποφάσισε να ζήσει, ο Γιώργος Μακρής (1923-1968), σημάδεψε εάν όχι σηματοδότησε τη μεταπολεμική πρωτοπορία των ελληνικών γραμμάτων με την προφορικότητα της ποίησης, της διαλεκτικότητας, της ζωής, της στάσης και συμπεριφοράς και της οικειοθελούς «εξόδου»… με τη γεύση του μαύρου χιούμορ στα χείλη της πτώσης.

Είναι μυθικός και μακάβρια παροιμιώδης ο διάλογος του Γιώργου Μακρή με το θυρωρό της πολυκατοικίας όπου διέμενε, πριν τη μοιραία πτώση του ποιητή: Κατά μία φήμη, λίγο πριν είχε ζητήσει από το θυρωρό το κλειδί της ταράτσας. «Θα αργήσετε κύριε Γιώργο;», τον είχε ρωτήσει εκείνος. «Μην ανησυχείς, παιδί μου, κατεβαίνω αμέσως», του απάντησε ο Μακρής. Ανέβηκε και κατέβηκε αμέσως, όπως είχε πει. Άραγε, πώς μπορεί να χαρακτηριστεί καταλληλότερα ο Γιώργος Β. Μακρής: Ο μεγάλος άγνωστος της ποίησης; Ιδιοφυής προσωπικότητα; Διανοούμενος; Μπιτ; Ροκ; Θρύλος; Μποέμ παράσιτο της κοινωνίας; Στο τι πραγματικά υπήρξε δε συμφωνούν ούτε οι οικείοι του. Οι μεν τον θεωρούν ανερμάτιστο ον, προβληματική προσωπικότητα που κατασπατάλησε την οικογενειακή περιουσία και δεν τελείωσε ποτέ τη Νομική. Οι δε τον θεωρούν έναν χαρισματικό άνθρωπο και ανεξάρτητο πνεύμα που επηρέασε σημαντικά τις συναναστροφές του, και μετέπειτα σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης, της συγγραφής, της διανόησης κ.τ.λ.

Τα «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή»
Χρειάστηκε να περάσουν 18 χρόνια, από την αυτοκτονία του, για να εμφανιστεί βιβλίο του Γιώργου Μακρή στις προθήκες και τους πάγκους των βιβλιοπωλείων. Με εισαγωγικό κείμενο, σημειώσεις και επιμέλεια του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, το 1986, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις της Εστίας ο τόμος με τα ευρεθέντα γραπτά του Μακρή, με τον αυτό τίτλο: «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή». Το έδαφος για την έκδοση, θα έλεγε κανείς, προετοίμασε, κατά έναν τρόπο, το μικρό αφιέρωμα που είχε γίνει στον Μακρή, το 1982, στο τεύχος 19 του περιοδικού «η λέξη». Τα «Γραπτά» του Μακρή δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το αποτέλεσμα της ατομικής του φιλοσοφίας για τη σχέση χρόνου, τέχνης και υστεροφημίας. Ό,τι συμπτωματικά (δια)σώθηκε και συμπτωματικά βρέθηκε μετά τον θάνατό του το 1968, είναι μερικά ποιήματα, αφηγήματα, σκέψεις, σελίδες ημερολογίων, η εκπληκτική «Προκήρυξη» και το εξαιρετικό προοίμιο του περιοδικού «Πάλι», επιστολές, μεταφράσεις, συμπληρωμένα με κάποιες γραφικές μαρτυρίες από άλλους για τον ίδιο. Πρόκειται για το αποτύπωμα ενός ανθρώπου, σε διάσταση όχι με τη ζωή αλλά σε διάσταση με ό,τι οι περισσότεροι αποκαλούν ζωή: Το άσκοπο και μάταιο κυνηγητό του χρόνου που επενδύεται με διαρκείς αναμονές μέχρι να αυτοαναλωθεί κάποια στιγμή στην ίδια του την προσμονή. Κι όλα αυτά, με τη μελαγχολία του γνήσιου πνευματικού ανθρώπου που οσφραίνεται τη μικρότητα που αποπνέει η καθημερινότητα και απομακρύνεται από αυτή, άλλοτε σώματι, άλλοτε πνεύματι, αλλά πάντα ενεργητικά. 

Η «Προκήρυξη»  & Το περιοδικό «Πάλι»
Μέσα στην πολεμική ατμόσφαιρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο 20χρονος Μακρής, υπογράφει την περίφημη «Προκήρυξη», το 1944. Σύμφωνα με τη Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «η προκήρυξη αυτή δεν έχει τον χαρακτήρα μανιφέστου, αλλά θα μπορούσε ωστόσο να συσχετιστεί με ανάλογα κείμενα των καλλιτεχνικών πρωτοποριών της Ευρώπης του μεσοπολέμου, και ειδικότερα με το πρώτο φουτουριστικό μανιφέστο του 1909. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να τη θεωρήσει ως εκδήλωση με στόχο το πάντρεμα τέχνης-δράσης, αλλά σε μια μάλλον τραγική της σύλληψη: Η προκήρυξη αυτή προτείνει την καταστροφή των αρχαίων μνημείων της Ακρόπολης των Αθηνών. Και όχι τυχαία. Με τον αγκυλωτό σταυρό επάνω της, υπογραμμιζόταν επώδυνα, όχι μόνο η κατάρρευση ολόκληρου του συστήματος αξιών του δυτικού πολιτισμού, αλλά και η πλαστότητά τους». Το ίδιο πρωτοποριακός εμφανίζεται ο Μακρής και είκοσι χρόνια μετά, το 1964, όταν έγραφε το «Προοίμιο» στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Πάλι». Σκοπός του περιοδικού δεν ήταν να παίξει ένα συμπαντικό ρόλο, αλλά να προβάλει ορισμένες θέσεις και πρόσωπα που η ομάδα του περιοδικού θεωρούσε ότι είχαν παραμεριστεί άδικα τις προηγούμενες δεκαετίες. Σε αυτό το κείμενο, που ουσιαστικά δήλωνε την ταυτότητα του νέου περιοδικού, ο Μακρής εμφάνιζε και πάλι την ιδιοσυγκρασία του: «Το Πάλι δεν είναι μία επιθεώρηση κλειστών και εκ των προτέρων καθορισμένων κατευθύνσεων... Το τετράδιο είναι ξένο προς κάθε πνεύμα συντήρησης... το τετράδιο παραμένει έξω από κάθε πνευματική ή πολιτική στράτευση, αλλά σεισμογραφικά ευαίσθητο σε κάθε απελευθερωτικό μήνυμα, προερχόμενο τόσο από το ιστορικό όσο και από το πνευματικό πεδίο... το τετράδιο δεν αποτελεί όργανο ενός πνευματικού ή καλλιτεχνικού κινήματος... αλλά πεδίο ελεύθερων αναζητήσεων και προσεγγίσεων όσων κινημάτων (ατομικών ή συλλογικών) έφεραν σε γονιμότερη πυκνότητα παρουσίας την ανθρώπινη σκέψη και ύπαρξη, τη διαύγεια και την ελπίδα... όσο για τον διάλογο, παραμένει ανοιχτός... Η τέχνη και η σκέψη ήταν, είναι, και θα είναι ριψοκίνδυνη υπόθεση».

Ένας προάγγελος του χάους
Ο Γιώργος Μακρής δεν ήταν παιδί της εποχής του, δεν ήταν η εποχή του, απλώς δαπανήθηκε μέσα της. Χωρίς επαγγελματικό τίτλο, χωρίς ακαδημαϊκές διακρίσεις, χωρίς εργασία, χωρίς τόπο μόνιμης κατοικίας, χωρίς καθημερινό πρόγραμμα, χωρίς ωράριο και έλεγχο, χωρίς καμία φροντίδα για να αφήσει γραπτό έργο, ο Μακρής ζούσε ανεξάρτητα απ’ τον καιρό του, κάπου αλλού μες στο μυαλό του, μες στη σκέψη του, αναφέρει ο Νάνος Βαλαωρίτης. Προτιμούσε τις ατελείωτες συζητήσεις, μεταπηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο με τη μέγιστη φυσικότητα και άνεση, και όχι την καταγραφή, την αποτύπωση, την εν δυνάμει δημιουργία μιας πνευματικής διαθήκης. Αυτό που σήμερα δεν υπάρχει δηλαδή: Μπροστά στον πληθωρισμό των τυπωμένων λέξεων, απωλέσαμε την υλική παρουσία τού πνευματικού ανθρώπου, το ζωντανό λόγο του στην ομήγυρη. Ο πιο προχωρημένος, ο πιο πρωτοποριακός διανοούμενος που είχε η Ελλάδα, έχοντας ζήσει μια ζωή ποιητική, που δε λογάριαζε τα κοινά μέτρα του μέσου ανθρώπου, αυτοκτόνησε τον Ιανουάριο του ’68. Ένας αρνητής, αποδεσμευμένος από την αρρώστια της υστεροφημίας, μέγας ανατροπέας των μικροαστικών συμβάσεων, μία ζωντανή βαλβίδα αποσυμπίεσης της καθημερινής αυταπάτης.

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 19 Απριλίου 2015, σελ. 5.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Ποιήματα 19


Ο Κώστας Ρεούσης, Κύθνος, Ιούλιος 1992, φωτογραφία Καρίνα

3 ποιήματα


Το χαμαί του λέοντα κι η ατυχής παρένθεση ενός άκλιτου

Σκόρπισε παίρνοντας χρώμα
το αίμα η τέφρα της μπήκε
εντός κι άρχισε ποτίζοντας
ουρλιαχτό ζώου να φτύνει θάνατο
καθώς τα νύχια του ’βγαζε κυνηγός
για περιδέραιο εταίρας
κάτι το πορτοκαλί στην
ανοχή ήταν ξανά εκεί στην
παντομίμα κι έδειχνε κι έλεγε
κι έμεινε μ’ αυτά τα
λείψανα (που) είναι πάντα οργασμικά.

Καρίνα, από την ενότητα Χαμαιλέων, σ. 26

Τσογλάνι

Κοιμήσου και δώσε μου ένα λουράκι
απ’ αυτά που
χρόνια καλοκαίρια σφίγγουν
τα δαχτυλάκια σου
μες στην πυρά
ο ανασκολοπισμός γλυκιά
μου είναι μέρος
της παράστασης θα
σε ξυπνήσω μαχαιρώνοντας
τα πίσω το
κορμί σου μη
φοβηθείς προβάρω και
το χειλάκι σου
ιδρωμένο καυλώνω να το βλέπω.

Καρίνα, από την ενότητα Το κατούρημα , σ. 40

Θύμα καλοκαιρίας

Σε σελίδες γυρνώ να βλέπω
την τύχη ενός πτερούντος
με σπαράγματα π’ ένιωσαν το σώμα
μυρίζω το εκτόπλασμα να φέρνει
το πέταγμα στ’ ανοιχτό παράθυρο
δεν ήξερα τι απωθητικό
το ποίημα είναι.

Καρίνα, από την ενότητα Αντιθάλαμος, σ. 74


Κώστας Ρεούσης, «Καρίνα», [ποιήματα 1993-1997], εκδόσεις Φαρφουλάς, σειρά Λοξή Γραφή 10, Αθήνα, 2012.