Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 24


Ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης με το πιστό σκυλί του


Το ’80 της Ελληνικής Ποιήσεως
«Γιώργος Κακουλίδης, Το χρώμα της ορχήστρας»

[Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]

Οι «Πολιτισμικοί Μετεωρίτες», για τρίτη συνεχόμενη Κυριακή, αναφέρονται στους ποιητές της γενιάς του ογδόντα, με το σημερινό κείμενο να «στοχεύει» στον «αντί πατέρα» του συνεργάτη μου Κ.Ρ.


Μιλώντας με όρους γενιάς -αυτούς των κατηγοριοποιήσεων άνευρων φιλολόγων-, ένας από τους σημαίνοντες και σημαινόμενους ποιητές του ’80 συναντήθηκε μ’ αυτόν που αποτελεί, τουλάχιστον, το «Δρομέα» της ελληνικής, σαφέστατα και της κυπριακής, ποίησης της δεκαετίας του ’90 και εντεύθεν. Της τελευταίας, λοιπόν, δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα, και καταγεγραμμένης όπως-όπως και βιαστικά από αριβίστες του λογοτεχνικού χώρου, οι οποίοι το μόνο που καταφέρνουν είναι να μαντρώνουν ότι ελεύθερο ίπταται.
   Ο Κώστας Ρεούσης μου έχει εκμυστηρευτεί όλα όσα συνέβησαν στη βραχύβια, αλλά πέραν κι αυτής της σημαντικότητας, σχέση/επαφή του με τον Γιώργο Κακουλίδη. Συναντήθηκαν στην Πάτμο, το Πάσχα του 1993, μια κι ο Κ.Ρ. τόλμησε να απευθυνθεί στον ποιητή Γιώργο Κακουλίδη, μετά τη λειτουργία της Αναστάσεως. Η συνέχεια στην Αθήνα υπήρξε από παιδευτική, καταλυτική και επιζήμια έως φονική, θανατερή και αναγεννώμενη.

Ο Γιώργος Κακουλίδης
Γεννημένος στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου του 1956, εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με την ποιητική συλλογή «Λίμπερτυ», το 1979, από τις εκδόσεις Κείμενα, του Φίλιππου Βλάχου, απόρροια των εμπειριών του στα καράβια, όπου είχε μπαρκάρει στα νιάτα του. Ταραγμένος και φουρτουνιασμένος ποιητής. Προδοτικός και προδομένος, ακολουθεί πορείες ανίερα συμμαχικές: «Μουσουλμάνος δρόμος», Άγρα, 1983 και «Η αίρεση της τίγρης», Άγρα, 1984. Λοξοδρομεί σε αλχημιστικά μονοπάτια «σκοτώνοντας» τον πατέρα του, ζωγράφο Δημήτρη Κακουλίδη, στο «Η προσευχή του Τζορντάνο Μπρούνο», Καστανιώτης, 1986, αφιερώνοντάς το στη μνήμη του («Πατέρας είναι το πιο τρελό σφαγείο», σ. 10). Επανέρχεται στον επαναστατικό ιουδαϊσμό/χριστιανισμό με το «Οι σημειώσεις ενός ζηλωτή», Καστανιώτης, 1988 («Τα μάτια τα ιεροσόλυμα/τρέμουν στο φως/τρέμουν και στο σκοτάδι», σ. 21) και μας προσφέρει, σχεδόν προφητικά, «Το χρώμα της ορχήστρας», Καστανιώτης, 1989 –βιβλίο που θα αναφερθούμε παρακάτω.
   Το 1991 κυκλοφορεί το αφήγημα «Το σύνδρομο του Παρθένη», με σημείο αναφοράς την παρουσία του ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη και το 1992 το «Η μαύρη κούρσα του κυρίου Καρούζου», μαρτυρία του νεότερου ποιητή για τον παλαιότερο (και τα δύο βιβλία από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Το 1992 «εμφανίζει», από τις εκδόσεις Δελφίνι, «Το παλιό ποίημα του Ευαγγελισμού», αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας του Μαρκέλλας («Από τότε ξέρω/πως κάθε μητέρα/γεννάει κάποιον/που το σώμα του/είναι φτιαγμένο από πουλιά/κι όπου λαλούν/γίνεται κόσμος/από μπλε γυαλί.», σ. 15). Στη συνέχεια κυκλοφορεί το αφήγημα «Φαλαμπέλα», Καστανιώτης, 1995 και το 1996 το «Μονσινιόρ», τελευταίο βιβλίο του που τυπώνεται από τις εκδόσεις του Θανάση Καστανιώτη (Τα χέρια του μάγου: «Τρέμει μπροστά μου ο παράδεισος/σε χέρια μάγου μ’ έχουνε πετάξει/φύσηξε μέσα μου την πέμπτη εποχή/μ’ έκανε άλογο και με δαμάζει. Κι είναι η ζωή μου άσκηση ακριβείας/σαν τον εξάντα που το άστρο κατεβάζει/έρχεται κάθε βράδυ, λύνει αινίγματα/με πλένει, με χτενίζει πριν από τη μάχη.» σ. 27). Το 1998, από τις εκδόσεις Πατάκη, κυκλοφορεί το πρώτο του θεατρικό έργο «Τα Μάτια του Βασιλιά» και το 1999 εντάσσεται στις εκδόσεις Εξάντας, τυπώνοντας το συγκεντρωτικό τόμο «Η αλήθεια που δεν υπάρχει», με νέα συλλογή τον τίτλο που αναφέρθηκε και χρονιά καταγραφής το 1998, ενώ την έκδοση συνοδεύει πρόλογος του Θάνου Μικρούτσικου, ο οποίος και τον έχει, ανάμεσα σε άλλους, μελοποιήσει. Ακολουθούν, «Ο πειρασμός της μάχης», Εξάντας, 2000, με εξώφυλλο τον Γιασουνόρι Αόκι, το σημαιοφόρο του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού/Αεροπορίας/Στρατού που σώθηκε από το θάνατο (αναφέρεται ως καμικάζι, αλλά αυτό είναι βρισιά, τους Γιους του Ανέμου τους ονόμαζαν Σιν-Που)· το 2001, Εξάντας, το ποίημα-πλακέτα «Ωδή σ’ ένα τριανταοχτάρι»· το 2002, προσωπική μαρτυρία, «Η σειρήνα της Ομόνοιας», Εξάντας, με μότο την ερώτηση «Κώστα Καρυωτάκη, πού είσαι;»· το 2003, το μακροσκελές ποίημα, «Το τραγούδι του Φαύνου», αφιερωμένο στη σύζυγό του Λητώ Τσεκούρα, Εξάντας· το 2004, κυκλοφορεί τις «Ιστορίες που βγήκαν αληθινές», διηγήματα, από τις εκδόσεις Futura και την ίδια χρονιά από τον Εξάντα, τις «Καθωσπρέπει σκέψεις», αφορισμοί που απευθύνονται… «Στον Κωστή Μοσκώφ, που αποφάσισε να συνεχίσει μόνος του». Έως εδώ η στενή παρακολούθηση από τον υπογράφοντα και από τον Κ.Ρ.. Έχει γράψει κι άλλα, έχει κάνει κι άλλα, έχει βραβευτεί κ.τ.λ..




Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης


Το χρώμα της ορχήστρας 
Ορόσημο στην πορεία του ποιητή, με πρόλογο του Βάσια Τσοκόπουλου, όπου και παραθέτω ευθύς: «Να μεγαλώνεις, λοιπόν, την κόλαση όπου τη βρίσκεις. Να πυρπολείς την ησυχασμένη συνείδηση, να κάνεις το σώμα σου δάδα, να φουντώνεις παντού πυρκαγιές, να βάζεις στο μύλο τις λέξεις ‘άλογο’, ‘κεφάλι’, ‘τάφος’, ‘ψυχή’, το ρήμα ‘λάμπω’, τη λέξη ‘σφαίρα’… Αλλά να μεγαλώνεις και τις έννοιες του υγρού και του άπειρου, βάζοντας τα πόδια πάνω στο κύμα, βουτώντας την ψυχή μέσα στην άλμη της θάλασσας και στο απέραντο κράτος του ορίζοντα… Να οξύνουμε, Γιώργο, τις αντίθετες συνθήκες, την απόλυτη ζέστη και το απόλυτο ψύχος. Όπως μετά τη μεγάλη βροχή μυρίζει η γη σαν μήτρα που μας περιμένει ξανά, όπως μετά τη μεγάλη φωτιά μένει το όνειρο σαν μήτρα που θα γεννήσει τον καινούργιο κόσμο. Εδώ τίποτα δεν χάνεται. Πάνω στο δέρμα του κοχυλιού και πάνω στο δέρμα του γαλαξία μπορούμε να διαβάσουμε την ίδια σιωπή. Ακόμα και μέσα στο φρέαρ της αβύσσου μπορούμε να βρούμε τα ίχνη των ξεχασμένων, των αγαπημένων Στρατών… » (σ. 9).

Η αφιέρωση του ποιητή Γιώργου Κακουλίδη στον ασχημάτιστο, τότε, ποιητή Κώστα Ρεούση



Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015, σ. 4.



Η μοναδική επιστολή που εδέησε να στείλει ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης στον σχηματισμένο, πλέον, ποιητή Κώστα Ρεούση

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Car je est un autre: Γιώργος Κακουλίδης

Το Εξώφυλλο Της Πλακέτας


Ωδή σ’ ένα τριανταοχτάρι


Μη με βάζεις στα αίματα
μη με παρασύρεις στον ουρανό.
Ω κτήνος, εσύ που προφέρεις την αλήθεια
πες μου, κάθε αυγή τι περιμένουμε;
τον παραμυθά των παραμυθάδων
ένα χειροποίητο τριανταοχτάρι
έναν στολισμένο κανίβαλο
ή ένα τέλειο άστρο σε απόγνωση;
Όσο περνάνε οι ώρες το νιώθω
όλα είναι όπως θα έπρεπε:
το παρόν πετάει γιατί φοβάται τους κόσμους
και το γέλιο πριν γίνει κρύσταλλο.
Επάνω του τέσσερις κόκκινες ψυχές
κρέμονται από ένα τριαντάφυλλο
μπροστά του ο τάφος μου η παρθένα
περιμένει να την κάνω πουτάνα
πίσω του οι υδάτινοι γιοι μου
δεν αναγνωρίζουν κανένα
και θα σας σκεπάσουν.


Το ποίημα του Γιώργου Κακουλίδη, «Ωδή σ’ ένα τριανταοχτάρι», εκδόθηκε από τον «Εξάντα», τον Μάρτιο του 2001, στην Αθήνα, Ελλάς.

Υπερπραγματική Φράξια Λευκω©ίας 52

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος Έγραψε Κι Ο Πράκτορας Διένειμε  

Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

Κριτικές 10

Ο ποιητής στη Λέσχη Φίλων Μουσικής: «Γιουσουρούμ», του φίλου του Πραξιτέλη Δασκαλάκη, στην παλιά πόλη της Χώρας Νήσου Κύπρου, στην οδό Άρεως … βαθιά μέσα στη νύχτα … πίνοντας μπίρες με τους ποιητές-μεταφραστές Μιχάλη Παπαντωνόπουλο και Γιάννη Ζελιαναίο (δεν διακρίνονται εδώ), στις 3 Σεπτεμβρίου 2015, φωτογραφία Γιώτα Παναγιώτου


Θωμάς Δ. Τυπάλδος

«Κώστας Ρεούσης: Υπερρεαλισμός ή ρεουσισμός!»

   Η γνωστή υπερρεαλιστική ρήση «πρέπει ν’ αλλάξει το παιχνίδι, όχι οι κανόνες του παιχνιδιού»,  αν  βρίσκει  εκφραστή στο μοντέρνο ελληνόφωνο υπερρεαλισμό, τότε  τον  βρίσκει  με  τον  καλύτερο  τρόπο  στο  πρόσωπο  του Κώστα Ρεούση. Ο ποιητής των κατακλυσμιαίων εικόνων, των κοφτερών λέξεων και των φράσεων  που  ματώνουν πρώτα τον αμφιβληστροειδή του ματιού κι εν συνεχεία, τ’ αυλάκια του μυαλού. Ο Ρεούσης,  είναι  από εκείνους τους ποιητές που γνωρίζουν στο μέγιστο βαθμό τους κανόνες τόσο της ποίησης όσο και  της  γλώσσας, μα έχουν συνάμα ως πρό(σ)ταγμα, την ανατροπή -όχι την καταστροφή- του παιχνιδιού.
   Η ποίηση του Ρεούση δεν γνωρίζει τι θα πει κομφορμισμός, τι θα πει στερεότυπα  και  εφησυχασμός. Τρέχουν οι λέξεις ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας τσεκούρια. Κεφάλια παίρνουν ανέμελων και  απαίδευτων αναγνωστών οι οποίοι θεωρούν πως η ποίηση είναι ματσάκια από  μαδημένες  μαργαρίτες  και  ερωτοχτυπημένες  πεταλουδίτσες. Οι στιχοπλοκίες του Ρεούση είναι ένας πόλεμος, όχι αναίτιος και δίχως στόχο. Αιτία έχει  το  απόλυτο  μηδέν που κοκορεύεται αυνανιζόμενο, κι αυτοπερνιέται για ένα, και στόχος του είναι σαπισμένα -από μια  αδόκιμη ανήθικη ηθική που όλους μάς περιβάλει- μυαλά.
   Όπως προείπα, ο Ρεούσης, γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες και το παιχνίδι στο οποίο λαμβάνει μέρος.  Όσον αφορά στο «παιχνίδι» του υπερρεαλισμού, σ’ ένα και μόνο στίχο του κατάφερε ν’ αποδείξει πως το  ξέρει  με τον πιο περίτρανο και αδιαμφισβήτητο τρόπο: «ο υπερπραγματικός στιχοπλόκος πλοηγεί την  τρέλα  στην  ανάσα!». Η τρέλα είναι η ελευθερία, η επανάσταση του καταπιεσμένου υπερεγώ απέναντι  σε  μια  ρομποτοποίηση του ατομικοσυνειδησιακού παράγοντα, ενώ η ανάσα, δεν είναι παρά  η  αντιστεκόμενη στην  «αλήθεια»,  αλήθεια  του. Είναι αυτή η στιγμή της μεθυσμένης νηφαλιότητας που σε ξεσηκώνει την πιο περίεργη  ώρα,  γνωρίζοντας πως ίσως αύριο δεν θα ζεις (τουλάχιστον, όχι όπως ζούσες πριν). Αυτή η στιγμή είναι που έχεις αφεθεί να σε κατακλύσει η υπερπραγματικότητα, να σε ρουφήξει η δίνη της κι αν δεν έχεις το φόβο του άγνωστου  μες στη καρδιά σου, οφείλεις ν’ αφεθείς, να μετουσιωθείς ο ίδιος σε υπερπραγματικότητα κι αν κι  εφόσον  δεν  νιώθεις και τόσο καλός πλοηγός, μπορείς ν’ αφεθείς στα έμπειρα χέρια του Ρεούση που αυτός δεν  φοβάται τις φουρτούνες, γιατί πολύ απλά, -κι αυτό να το θυμάσαι-, είναι ο ίδιος μια φουρτούνα.

Και το παιχνίδι ασταμάτητα συνεχίζεται…

   Ο Ρεούσης δεν μένει στάσιμος σ’ ένα σημείο, ελίσσεται. Τον φαντάζομαι τη  στιγμή που γράφει να είναι εκεί ενώ δεν είναι. Είμαι σίγουρος πως έχει ανακαλύψει μυστικές θύρες, οι οποίες τον οδηγούν σε προσωπικές, πολυεπίπεδες  διαστάσεις. Εκεί, η  ιδιαίτερη, ολοδική  του,  πρακτική  χρήση της ελληνικής γλώσσας… γίνεται  μία ΤΑΦΡΟΣ! Δεν χρησιμοποιώ καθόλου μα καθόλου τυχαία αυτή τη λέξη. Σε μια από τις πολλές μας αλληλογραφίες μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και λίγο πριν με τιμήσει με το να είμαι ο πρώτος αναγνώστης  του  ποιήματός του «ΤΑΦΡΟΣ», μου επισήμανε με τον  δικό  του απαράμιλλο  κι  εύστοχο  πάντα  τρόπο,  ό,τι  η  ελληνική γλώσσα, προϋπήρχε κατά πολύ του υπερρεαλισμού. Απόδειξη για τα λεγόμενα πως  έφερε τη λέξη τάφρος, λέγοντάς μου ότι εντός της εμπεριέχει άλλες δύο λέξεις, τη λέξη φάρος και τη λέξη τάφος.
   Η τάφρος, ως γνωστόν, είναι μια παγίδα η οποία φέρει εντός της νερό, άρα ροή, άρα ζωή.  Αν  βρεθείς  κάποτε παγιδευμένος -εγκλωβισμένος, μέσα σε μια τάφρο, να θυμάσαι πως έχεις τη  δυνατότητα  τού να μη  σε  σκοτώσει αρκεί να είσαι έτοιμος να γίνεις ένα με το νερό -με τη ροή- με τη ζωή… βρες την εσώτερη δύναμή  σου,  έτσι που να μετουσιωθείς σε αναπόσπαστο μέλος της ζωντανής αυτής ροής. Θα χτυπήσεις απεγνωσμένα τα χέρια σου πάνω στο υδάτινο στρώμα που στη καρδιά του μέσα θα βρεθείς; Θα φοβηθείς; Θα ζητήσεις βοήθεια από  απόντες σωτήρες; Η τάφρος, εύκολα μετατρέπεται στον υγρό σου τάφο και το ίδιο εύκολα μετατρέπεται  σε  ολόφωτο φάρο. Η ροή να θυμάσαι, είναι -αν το θες- δίπλα σου, σύντροφός σου. Θα είναι πιο φίλος από τους φίλους σου και περισσότερο συγγενής από τους συγγενείς σου. Αν δεν είσαι ένα πληγωμένο και παγιδευμένο αγρίμι, αν σπρώξεις το ασυνείδητο εγώ σου προς την κατεύθυνση της ροής, αν γίνεις μες στο γλυκό νερό, ένας  διψασμένος για αίμα καρχαρίας, θα έχεις βρει το νόημα και την κρυμμένη αλήθεια στης τάφρου το βυθό. Αυτή η τάφρος είναι η ποίηση του Ρεούση και όχι μόνο: είναι και εκρηκτικές εκφάνσεις βομβών νετρονίου κι όχι  πυροτεχνήματα σε πανηγύρι της εσχάτης υποστάθμης.
   Στο τέλος όμως μια απορία γεννάται: είναι ο ποιητής ή το ποίημα; Ο Ρεούσης είναι και τα δύο μαζί. Ο Ρεούσης γνωρίζει-αγαπά-σέβεται. Αντίθετα, δεν κολακεύει-δεν προσκυνά-δεν δέχεται ν’ ασπαστεί κανένα σύμβολο απ’ όπου κι αν αυτό προέρχεται. Μα την αλήθεια! Μου μοιάζει λες  κι  είχε αυτόν κατά νου ο Ρενέ Κρεβέλ, όταν σε μια στιγμή αυτόματης ειλικρίνειας, έγραφε: «Ο ποιητής δεν κολακεύει μήτε  και  καταφεύγει  σε  τεχνάσματα. Δεν αποκοιμίζει τα θηρία του για να παραστήσει το θηριοδαμαστή, αλλά, με όλα τα κλουβιά ορθάνοιχτα, με  τα κλειδιά πεταμένα στον άνεμο, φεύγει, ταξειδιώτης που δεν σκέπτεται τον εαυτό του αλλά το ταξείδι, τις  αμμουδιές των ονείρων, τα δάση των χεριών, τα ζώα της ψυχής, όλη την αδιαμφισβήτητη υπερπραγματικότητα», (μτφρ.: Νίκος Σταμπάκης). Το ότι ο Ρεούσης αγαπά τον υπερρεαλισμό, δεν χωρά αμφιβολία, μα χωρίς η αγάπη του αυτή, να παίρνει ποτέ κάποιες θρησκευτικές διαστάσεις. Στα ποιήματα -και τα πεζά- του Ρεούση, θα βρεις όλα αυτά τα οποία εμπεριέχει ο υπερρεαλισμός, -ασύδοτοι συνειρμοί, μαύρο χιούμορ, το  θαυμαστό  κ.ο.κ.-,  και  παρότι  θα βρεις αυτά τα στοιχεία, δεν θα τα βρεις ως μια ακόμα  κοινοτυπία ή  ως  το  όποιο  στερεότυπο  υπερρεαλιστικού  χαρακτήρα. Θα τα βρεις με την ιδιότυπη χρήση της γλώσσας από τον δημιουργό, σε  ιδιάζοντα  φρενήρη  ρυθμό, που στην κυριολεξία, σου κόβει την ανάσα, με ηχοχρώματα τόσο πρωτόγνωρα. Εκεί που οι συλλαβές επαναδιαγράφουν την πορεία μιας αιωνιότητας καθώς χωρά σε μια σελίδα. Όπως προείπα, ο Ρεούσης δεν μένει ποτέ στάσιμος. Ο Ρεούσης είναι τάφρος, δεν είναι βάλτος.
   Κλείνοντας, θα αναφερθώ στον Ν.Γ. Λυκομήτρο, ο οποίος με τον πλέον εύστοχο τρόπο, ονόμασε σε σχόλιό του σε ανάρτηση στον ιστότοπο «ΠΟΙΕΙΝ», την τεχνοτροπία του Ρεούση «ρεουσ(ε)ισμό». Και γιατί όχι;  Όταν  μπορεί να είναι μόνος του μια υπερρεαλιστική ομάδα, (βλπ. Υπερπραγματική Φράξια Λευκωσίας), ποιός  τον εμποδίζει  να ’ναι μόνος του ένα κίνημα;

Πάτρα, Αύγουστος 2016


Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό, «Στάχτες» (www.staxtes.com), Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016.