Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 5


Οι ποιητές Γιάννης Ζελιαναίος (αριστερά) & Κώστας Ρεούσης (δεξιά) πίνουν στην μπάρα του «Plato’s bar & restaurant», στην οδό Πλάτωνος 8-10, στην παλιά Λευκωσία, τον Νοέμβριο του 2013, 22:15… ακριβώς & ακριβοί, φωτογραφία Γιώτα Παναγιώτου

Γιάννης Ζελιαναίος: «Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος»

[Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]

Με τη χαμερπή αξιοπρέπεια ενός διαμερίσματος «κάπου στην Κυψέλη», που αποφάσισε να τινάξει τα εωθινά αλκοολικά του σεντόνια απ’ ένα λευκωσιάτικο μπαλκόνι

Στο πρώτο τεύχος του «Ηδύφωνου», η στήλη είχε φιλοξενήσει μία συνέντευξη των Γιάννη Ζελιαναίου και Γιώτας Παναγιώτου -εκδοτών του περιοδικού «Straw Dogs»-, όπου ανάμεσα σε άλλα μας είχαν μιλήσει και για το πρώτο βιβλίο των ομότιτλων εκδόσεων. Εδώ και λίγο καιρό, λοιπόν, κυκλοφορεί «κάπου εκεί έξω», η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Ζελιαναίου με τον εξομολογητικό τίτλο «Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος», εγκαινιάζοντας τη σειρά «Ποίηση» του εκδοτικού οίκου.
   Άρρηκτα συνδεδεμένος με το περιεχόμενο των στίχων του, ο Γιάννης Ζελιαναίος, αχθοφέρνει τη στόφα ανθρώπου μιας εποχής που δεν θα περάσει ποτέ. Ενός ποιητή, που γνωρίζει πως να μετουσιώνει σε γραφή, και μάλιστα ποιητική, την καθημερινότητα του βίου του. Απ’ την πνιγηρή ατμόσφαιρα της Αθήνας των τελευταίων «μνημονιακών» ή όχι χρόνων έως τη Λευκωσία και την παλιά της Πόλη, ποίημα το ποίημα-στίχο το στίχο, ένας άντρας ξαμολά τα σκυλιά-συντρόφους σε μια διαδρομή ρουτίνας. Προσέξτε, όμως: όχι σε μια διαδρομή ρουτίνας που οικτίρει την επαναληπτικότητά της και παραμυθιάζεται προσδοκώντας την ημέρα που θα αντικαταστήσει τα μονότονα χρώματά της. Συμπάσχοντας με ό,τι στην πορεία ο αμφιβληστροειδής καταγράφει, ξαποσταίνει σε καφενεία και μπάρες, σε περίπτερα και μπακάλικα κι εκεί χαράσσει -μ’ όλα τα υγρά του σώματός του σε εγρήγορση- την εμπειρία.
   Μέτοχος κι αυτός στο τσίρκο της ύπαρξης αποστρέφεται ναυαγοσωστικά και διευκολύνσεις. Ως «διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο» ούτε χώνεται εκεί που δεν τον σπέρνουν ούτε κουλουριάζεται στ’ αχαμνά του, κι αυτό γιατί είναι απ’ τους λίγους που γνωρίζουν πως έτσι και πιάσεις το μολύβι κι αρχίσεις τ’ αλισβερίσι με το χαρτί… «μαύρο φίδι που σ’ έφαγε». Ιδιοσυγκρασιακός και χειρονομιακός, ταυτόχρονα, αποφεύγει την ωραιοποίηση ή τα ψιμύθια της πραγματικότητας. Δεν είναι ο λόγος του σκληρός ή οι λέξεις του αντιποιητικές (εάν, τελικά, υπάρχουν τέτοιες λέξεις και ειδικότερα στην ελληνική γλώσσα που δικαίως επαίρεται για τις δυνατότητες που της πρόσφεραν οι ιαμβογράφοι, αρχής γενομένης από τον Αρχίλοχο και φτάνοντας στο σήμερα), μάλλον εκείνο που προϋπάρχει της γραφής ορίζει το ποίημα, και καταυγάζει τις λέξεις που χειρίζεται ο ποιητής για ν’ απεικάσει τον οδοιπορικό ορίζοντα του βλέμματός του.

«Μια μπουγάδα για το νέο χρόνο»

Η ώρα είναι έξι το απόγευμα.
Μια μύγα παλεύει να βγει έξω απ’ το δωμάτιο
και το τηλέφωνο χτυπάει για κανένα σκοπό.
Μια ακρίδα πεθαίνει απ’ το κρύο σ’ ένα άγουρο χωράφι
ένα κορίτσι καπνίζει το πρώτο του τσιγάρο με μανία
ένας γέρος καταπίνει μια χούφτα χάπια
ένας οικοδόμος πετάει τα ζάρια
μια μεσήλιξ απλώνει τα ρούχα
ένα παιδί τραβάει μαλακία
ένας ποιητής γράφει μια λέξη
μια πουτάνα κάνει μπάνιο
μια μάνα παίζει με το παιδί της
μια κόρη παίρνει τηλέφωνο τη φίλη της
κάποιος αποφασίζει να χέσει
κι ένας άλλος λέει να ποτίσει τη γλάστρα του.
Ένα σκυλί γλείφει τη μουσούδα του
μια σερβιτόρα φυσάει τη μύτη της
ένας ταμίας πιάνει τ’ αχαμνά του
ένα αυτοκίνητο θέλει βενζίνη
κι ένας μπόμπιρας ανάβει τα λαμπάκια στο δέντρο.
Μια μπριζόλα σιγοκαίει στο τηγάνι
ένα μωρό αφήνει την πορδή του μέσα στις πάνες
μια τηλεόραση κρατάει ακόμα τα γκέμια μιας οικογένειας
μια σόμπα ζεσταίνει ακόμα τον κώλο μιας γριάς
ένας κουτσός με άπλυτα ρούχα εδώ και μέρες
τρίβει το δεξί του αυτί.
Σ’ ένα μαγειρειό κάποια καθαρίζει πατάτες
και σ’ ένα λεωφορείο ο οδηγός μιλάει με την γκόμενα
που δεν έχει εισιτήριο στο πρώτο κάθισμα
ένας ηθοποιός πιάνει στο δεξί το οδοντικό του νήμα
ένας μουσικός μυρίζει τα δάχτυλά του
μια τραβεστί γελάει στον καθρέφτη
ένας gay αγκαλιάζει το σύντροφό του
ένας straight ρεύεται όταν σηκώνεται απ’ το τραπέζι
ένας αλβανός πίνει μια κρύα μπύρα
ένας πακιστανός φοράει τα καλά του
ένας ρώσος πίνει άλλη μια βότκα
ένας αλλοδαπός φιλάει το παιδί του
ένας παιδεραστής κοιτάει την ανιψιά του
ένας πολιτικός κοιτάει την ατζέντα του
ένας βενζινάς κλοτσάει το σκυλί του
μια λεσβία βγάζει την τρίχα απ’ το πηγούνι της
ένας αλκοολικός αποφασίζει να πιει κι άλλο
ένας πρεζάκιας αποφασίζει να πιει κι άλλο
ένας εφοριακός αποφασίζει να γλείψει το μουνί της γυναίκας του
και η γυναίκα του αποφασίζει πως θέλει να γαμήσει το γιο της
φίλης της
ένας παπάς μετράει λεφτά
και μια χοντρή διαβάζει τα ζώδια.
Ένα κορίτσι μικρό
έχει περίοδο,
ένα αγόρι και πάλι μικρό
έχει στύση
το φεγγάρι
χωρίς σφαίρα στ’ άντερα
φτύνει τον κόρφο του
η νύχτα
χωρίς σάκο στο σβέρκο
μοιράζει καινούργια τύχη.
Ένα κουρέλι
υψωμένο στην μπουγάδα της διπλανής
στέκει παντιέρα στην πρώτη μέρα του χρόνου.
Η ώρα είναι εφτά και δεκαεφτά
ο χρόνος
δεκατέσσερα χρόνια μετά τη δεύτερη χιλιετία.
Λέω να κάνω ό,τι έκανα και χθες.
Ας το να πάει κι αυτό.

(Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος, εκδ. Straw Dogs, Λευκωσία, 2015, σσ. 15-17)


Συμβουλή προς υποψήφιους αναγνώστες
Η ποιητική συλλογή του Γιάννη Ζελιαναίου, «Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος», δεν ενδείκνυται για οστεοπορωμένους φιλολόγους που διασκεδάζουν την πλήξη τους εφαρμόζοντας ό,τι η λογική (και τα εργαλεία της επιστήμης τους) προστάζει. 


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015, σελ. 4.

Ποιήματα 16

Ο Κώστας Ρεούσης στο βιβλιοπωλείο, «Τα Οχτωβριανά», στο κέντρο της Λευκωσίας, Ιανουάριος 2012, φωτογραφία Λεύκιος Ζαφειρίου


ένας υπερπραγματιστής στο νησί της εταίρας

!*!

φυσάει γεράκια στον κόλπο της Αυδήμου εμφανίζοντας νερολέοντες στ’ άσπιλο μάτι ξημερώνει ο φλοίσβος ηχοκράτορας η σελήνη δύεται θαλάσσια έναν κρυφό της έρωτα ένας ψαράς κι οι γλάροι του τοποθετούνται στην όραση η μάνα μ’ όλα της τα μποφόρ χαϊδεύει τα ματοτσίνορα σύνορα τα φρύδια της τεθλασμένες βεβαιότητες καταγράφουν στην κόρη βογκητά χαλαμάντουρων σέρνουν άβγαλτες ψυχές στο τσίρκο του σύμπαντος ό,τι ορίζει ο άνθρωπος τρέφεται τοκογλυφικά από τους πράκτορες του Άδη η ουράνια επικοινωνία δε χολοσκάζει με δήθεν χαφιέδες δορυφόρους καγχάζει γλιστρώντας αυστηρά στον ύπνο ποιητών που άνεργοι ζητιάνοι γυρίζουν τις τσαρλατάνικες μαντείες τα βερίκοκα σκαλοπάτια τσιμεντώνουν τον καρπό μιας πυρωμένης κατασκευής ασιατικές προφορές χωνεύουν παράφωνα ακατάληπτες προσευχές κατεβασμένες σιδεριές εγκυμονούν μολύβι μία ξυσμένη στρατιά αφαιρεί το ουρλιαχτό του ωκεανού ταφικά υλικά λαξεύουν την άνοδο της αναπόφευκτης πτώσης αχερούσιες πλεύσεις φανερώνουν απρόσμενα μια μέγκενη κλειτορίδα όπως η συκιά αγκαλιάζει το φοίνικα κι οι γάτες χαριεντίζονται στα γόνατά του η θηλυκή κίνηση των δαχτύλων επιτρέπει στον άνεμο να σαυρώνει την πλάτη αποφεύγοντας καλοτοπιές ή αντωνυμίες


Από την ποιητική συλλογή του Κώστα Ρεούση, «Ο Κρατήρας του Γέλιου μου», σειρά Λοξή Γραφή 4, εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα, Οκτώβριος 2009, σσ. 24-25.

Περιθωριακά 5


Ο ποιητής Κώστας Ριτσώνης (Αθήνα, 24.06.1946-Αθήνα, 14.07.2015), με το τρίχορδο μπουζούκι του και πλάτη μία χαρακτηριστική του… «ζουγραφιά», όπως ίσως να έλεγε

Κώστας Ριτσώνης: «Ένας ωραίος ποιητής... μάγκας & ρεμπέτης»

[Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]


Έφυγε, στις 14 του Ιούλη που μας πέρασε, κι εγώ που μια χρονιά ακόμη πετάχτηκα απ’ τον ύπνο την επόμενη πριν με προλάβουν οι σειρήνες, δέχτηκα το μήνυμα της αποδημίας του και πέτρωσε το νερό στο μάτι μου


Συστημένη επιστολή μέσω ουράνιου ταχυδρομείου
Πώς είναι δυνατόν, να έχεις περίπου ένα μήνα πριν, στις 24 του Ιούνη, ανταλλάξει ηλεκτρονικά μηνύματα κι ευχηθεί για τα 69α γενέθλιά του. Πώς είναι δυνατόν, να ανανεώνεις την επαφή με την ευχή της συνάντησης, εδώ κάτω στο νησί. Πώς είναι δυνατόν, να έχεις μιλήσει στο τηλέφωνο μαζί του πριν ένα χρόνο, και να συζητάτε την κάθοδό του στη Λευκωσία σχεδιάζοντας την εμφάνισή του στο «Καφενείο 11», του Πασχάλη, στην παλιά πόλη, με το τρίχορδο μπουζούκι του και τα «Τραγούδια στα μακάμια».
   Στόφα ανθρώπου άλλη, πάστα εκλεκτή, γόης κι ο πόνος ο επάρατος καλά κρυμμένος να τόνε σιγοτρώει. Έτσι είναι, όταν την έχεις ψυλλιαστεί πως τελειώνει το λάδι στο καντήλι σου, δεν θέλεις να στενοχωρήσεις κανέναν. Θέλεις, ίσως, να ζήσεις ακόμη πιο έντονα, να ερωτευτείς ξανά τις ίδιες γυναίκες κι ακόμη περισσότερες, να αγαπήσεις με περισσό πάθος, να πιεις κι άλλο κρασάκι-διαμαντάκι, να τραγουδήσεις, να γράψεις… να αγκαλιαστείς όμορφος, αν και με πίκρα, με τον Θάνατο και να συνεχίσεις σ’ άλλη κατάσταση και διάσταση τα περπατήματα της Ψυχής σου.
  Δεν θα αργήσω να έρθω να σου σφίξω το χέρι, να σ’ αγκαλιάσω όπως εσύ με την «Αγκαλιά» σου, σ’ εκείνη την αφιέρωση που εγείρει επανάσταση και με την επιστολή σου με τα ονόματα των κοριτσιών (ξέρεις εσύ, στ’ ακαριαίο κι ανεπαίσθητο κλείσιμο του ματιού). Δεν θα αποχωριστώ ποτέ τις «Τσίλιες» σου, με τον γραφικό σου χαρακτήρα και το εξαίσιο σχέδιο με την αναγνωρισιμότητα του δικού σου χρωστήρα. Δεν θα δανείσω ποτέ και σε κανέναν/καμία πάσα ένα/μία έστω και για ένα βλεφάριασμα τα «151 ποιήματα» -με τον γραφικό σου χαρακτήρα και πάλι (τώρα που τον ξανακοιτώ) να έχει αλλάξει κι η αφιέρωση σου για πρώτη φορά σύντομη (έφευγες, καλέ μου Κώστα)- για να πάψει αυτό το ανελέητο μαγάρισμα που υφίσταμαι κοντά δυο δεκαετίες στον τόπο καταγωγής του πατέρα μου όπου, φευ, επαναπατρίστηκα. Δεν θα το μετανιώσω ποτέ που δάνεισα τα «Τραγούδια στα μακάμια» -μαζί με το δίσκο ακτίνας με τη φωνούλα σου να τραγουδά τους δικούς σου στίχους, τις δικές σου συνθέσεις, τα δικά σου μακάμια- στους φίλους, καφετζήδες, ρεμπέτες και μουσικούς και πάνω απ’ όλα ανθρώπους της αχάριστης αυτής πρωτεύουσας, πολίχνης, γειτονιάς μου, Γιώργο Φούντο και Πασχάλη. Δεν θα παραλείπω ποτέ να σε φέρνω πάντα στην κουβέντα με την εκλεκτή μας φίλη ποιήτρια, κυρία Αλεξάνδρα Μπακονίκα, έστω και τηλεφωνικά, έστω και διαδικτυακά, έστω και ταχυδρομικά.
   Άμποτε ν’ ανέβω στη Σαλονίκη, κι εκεί στην Τούμπα, να αναζητήσω κανένα κουτουκάκι να τα κουτσοπιώ στην ολοζώντανη μνήμη και παρουσία σου. Τα λέμε σύντομα, όμως έως τότε επίτρεψέ μου να σου ψιθυρίσω ένα στίχο, στο πρωτότυπο, του μεγάλου Ισπανού, κι απόλυτου δημιουργού, κι αγαπημένου όλων μας, δολοφονημένου ποιητή Federico García Lorca: «Las estrellas de la noche se volvieron siemprevivas».

Το μπουζούκι
Εκείνο το βράδυ ξενύχτησα σε μια ταβέρνα της Σύρας. Στην καθολική γειτονιά, στην Άνω Σύρα, τιμούν πάντα τη μνήμη του. Έχουν το μεγάλο πορτραίτο του Βαμβακάρη κρεμασμένο στον τοίχο της ταβέρνας. Στο πράσινο φόντο της ζωγραφιάς, που κυριαρχεί ο γέρος παίζοντας μπουζούκι, φαίνεται θαμπά μια πανέμορφη γυναίκα. Η Φραγκοσυριανή.
   Η λαϊκή ορχήστρα δεν κόλλησε στα παραδοσιακά, κι ας βρισκόταν στη γειτονιά του Μάρκου. Έπαιξε και ταγκό και καζαντζόκ. Για να χορέψει ο κόσμος και να ρίξει χαρτούρα. Το θλιμμένο μπουζούκι (η ψυχή της ορχήστρας) μεγαλούργησε στα συρτοτσιφτετέλια. Στο «Μελαχρινάκι». Στο «Παντρεμένοι κι οι δυο».
   Κι οι θαμώνες, εργάτες απ’ τα ναυπηγεία ή αγρότες σε πετρώδη χωράφια, ξόδευαν λογικά όσο το επέτρεπε η τσέπη τους (μικρή πια η ευμάρεια του νησιού).
   Σ’ αυτή την ξεπεσμένη εργατούπολη η μελαγχολία του μπουζουκιού μου θύμισε την ανεργία μου (αντί να ψάχνω για δουλειά, τριγυρίζω στα νησιά μελετώντας τα προβλήματά τους).
   «Το μπουζούκι είναι δικό μου όργανο», σκέφτηκα. «Μιλά βαθιά μες στην ψυχή μου»… «Κι ο Βαμβακάρης είναι φίλος μου. Άνεργος και ξεπεσμένος γύριζε και ζητιάνευε στα ταβερνάκια».
   Τότε μεγεθύνθηκε το πορτραίτο του γέρου μπρος στα μάτια μου. Ο γέρος φάνταζε μες στην ταβέρνα σαν καθολικός Άγιος κι ας έπαιζε μπουζούκι. Προστάτης και των ορθόδοξων ανέργων.

Τσίλιες [Μικρά πεζά 1970-2000], εκδ. Ποιήματα των Φίλων, β΄ έκδοση, Αθήνα, 2001, σσ. 38-39.

Αναδημοσίευση από το «Ποιείν» (www.poiein.gr)
Ο Κώστας Ριτσώνης γεννήθηκε το 1946 στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή στη Θεσσαλονίκη. Άρχισε να γράφει από το 1969 και ήταν αποκλειστικός συνεργάτης του περιοδικού «Διαγώνιος» του Ντίνου Χριστιανόπουλου μέχρι το 1984. Από το 1987 εκδίδει το χειρόγραφο περιοδικό «Ποιήματα των Φίλων» και από το 1996 επιμελήθηκε τις ομώνυμες έντυπες εκδόσεις.
   Υπήρξε συνδημιουργός και υπεύθυνος ύλης του λογοτεχνικού περιοδικού «Πανδώρα» από το 1997 μέχρι το 2001 και το 2006 μαζί με τον πεζογράφο Γιάννη Μπασκόζο εξέδωσαν το περιοδικό «Οι Φίλοι». Άλλες μεγάλες του αγάπες ήταν η ζωγραφική, το ρεμπέτικο τραγούδι και οι μεταφράσεις, κυρίως Γάλλων ποιητών. Πολλές από αυτές τις παρουσίασε στη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν».
  Συνεργάστηκε με τα έντυπα περιοδικά: «Διαγώνιος», «Τράμ», «Πλανόδιον», «Λέξη», «Ανακύκληση», «Πανδώρα», «Οι Φίλοι», «Πάροδος», «Γραφή», «Δην», «Φαρφουλάς», «Λογοτεχνική Πολυμορφία», «Αλμανάκ Ποιείν», «Intellectum». Επίσης συνεργάστηκε στο διαδίκτυο με τα ηλεκτρονικά περιοδικά: «24 γράμματα», «Ποιείν», «Βακχικόν», «Ποιητές Δυτικής Ακτής», «Βibliotheque», «Μέγα Λαϊκό», «Στάχτη», «Βαρελάκι», «Θράκα», «Διάστιχο» και πολλά ποιήματά του βρίσκονται σε ιστολόγια φίλων του και στις ετήσιες ανθολογίες του Τάσου Κόρφη «Φωνές» και του Γιάννη Κορίδη «Ποιητικό Ημερολόγιο». Έχει μεταφραστεί στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα και στα πολωνικά από τον Janusz Strasburger.
   Ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο Σταύρος Κουγιουμτζής, αλλά και ο ίδιος έχει εκδώσει βιβλίο με ρεμπέτικους στίχους για τα τραγούδια του παιγμένα στα μακάμ της λαϊκής μας μουσικής. Βιβλία του είναι τα: «Αγκαλιά», 1974, «Ο ανάπηρος λαχειοπώλης και άλλα ποιήματα», 1982, «Φωτισμένο εργοστάσιο», 1996, «Τσίλιες-μικρά πεζά 1970-2000», 2001, «Πουλιά και ψίχουλα», 2001, «Βραχνή φωνή», 2003, «151 ποιήματα», 2011, «Τραγούδια στα μακάμια», 2013.

Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015, σελ. 5.

Car je est un autre: Federico García Lorca


Ο Federico García Lorca (1898-1936), το 1935, ένα χρόνο πριν τη δολοφονία του


El silencio

Oye, hijo mío, el silencio.
Es un silencio ondulado,
un silencio,
donde resbalan valles y ecos
y que inclina las frentes
hacia el suelo.

*

Η σιωπή

Άκου, παιδί δικό μου, τη σιωπή.
Είναι σιωπή κυματιστή,
μια σιωπή,
οπ’ ολισθαίνουν κοιλάδες κι αντηχήσεις
και που τα γέρνει μέτωπα
εκεί κατά το χώμα.

Μετάφραση: Κώστας Ρεούσης


Η μετάφραση είναι αφιερωμένη στο συνθέτη Τάσο Στυλιανού (Μόρφου, 1969). Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή, «Poema del Cante Jondo» (1921), και είναι από την ενότητα, «Poema de la Seguiriya Gitana».