Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες 27

Η ποιήτρια Αλεξάνδρα Μπακονίκα


Αλεξάνδρα Μπακονίκα
«Η ερωτική σχολή μίας ποιήτριας»

[Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]

«Για ήττες και προδοσίες που πληθαίνουν/και απανωτά μου δίνουν κτυπήματα,/σε εγρήγορση βρίσκομαι/να εντοπίσω, να πετάξω από τους στίχους μου/μελοδραματισμούς, ασάφειες και μισές αλήθειες.»


Είναι γνωστό στο χώρο των ποιητών-δημιουργών, που συχνά πυκνά σχολιάζουν παρασκηνιακά ή ανοικτά κι ελεύθερα το σινάφι, πως η επίσημη κριτική στον ελληνικό χώρο δεν φημίζεται για τα αντανακλαστικά της. Εξαιρώ, φυσικά, την Κύπρο: είμαι πλέον πεπεισμένος για τις πρακτικές της αναφυλαξίας -μιας ελεεινής κάμπιας- που χρόνια ασκούν ακατονόμαστοι/ακατονόμαστες στο «χαλουμόνησο», για να μην γράψω κάτι άλλο κι έχουμε θέμα με λίβελους από τους γνωστούς/γνωστές παρακατιανούς/παρακατιανές (ζωντανούς/ζωντανές-νεκρούς/νεκρές) που λυμαίνονται το χώρο της όποιας πνευματικής δημιουργίας.
   Άραγε, ποιος κριτικός, λοιπόν, λογοτεχνίας διακυβεύει την «αναίρεση-ανακοπή-έφεση-αναθεώρηση-αναψηλάφηση» (έτσι για να χρησιμοποιήσω και νομικούς όρους, που αφορούν στα ένδικα μέσα) της «Ερωτικής Σχολής της Θεσσαλονίκης» (Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, Ντίνος Χριστιανόπουλος), αποδίδοντας -και σθεναρά κατοχυρώνοντας- την (απαραίτητη η επανάληψη) «Ερωτική Σχολή» της Αλεξάνδρας Μπακονίκας; Κι αυτό το ρωτώ, χωρίς να υποβιβάζω το έργο των προαναφερθέντων ποιητών. Τουναντίον, μάλιστα, εκτιμώ το σημαντικό έργο τους και με τη σειρά που τους αναφέρω. Κι αν ο ομοφυλοφιλικός ερωτισμός που αντιπροσωπεύουν οι τρεις Θεσσαλονικείς ποιητές είναι ο ένας πόλος ενός μαγνήτη, ο άλλος είναι, αδιαπραγμάτευτα για τον γράφοντα, αυτός του ετεροφυλοφιλικού ερωτισμού της κυρίας Μπακονίκας.
   Θυμάμαι, πριν δυο-τρία χρόνια (θέλω να σας «γελάσω»), η κυρία Μπακονίκα, είχε επισκεφτεί το νησί (μαζί με άλλους δημιουργούς της Θεσσαλονίκης) προσκεκλημένη από αυτό το χάλι το μαύρο… που λέγεται Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου. Σαφέστατα η παρουσία της πέρασε στο ντούκου. Κάτι χαζοφωτογραφίες, κάτι επιδερμικά δελτία Τύπου, κάτι, εικάζω, παραδόπιστα τραπεζώματα των κουμπάρων συμπατριωτών μου. Καλά, όσον αφορά στην ποίηση και ιδιαίτερα στην ποίηση της κυρίας Μπακονίκας, ένας Θεός ή διάβολος ξέρει αν έχουν ενσκήψει οι δήθεν επαΐοντες σ’ αυτήν.
   Κι επειδή το πνεύμα των γραμμάτων που χαράζω, μέσα απ’ αυτήν τη στήλη, εύδρομα πλέει για άλλη μια φορά συγκρουσιακά… δεν έχω να κρύψω κάτι: Την κυρία Μπακονίκα την γνωρίζω προσωπικά. Με τιμά χρόνια (ακριβώς δέκα), με την ποίησή της, με την αποστολή βιβλίων της (που έχει αντιληφθεί ότι δεν θα βρεθούν κάποια στιγμή στις προθήκες παλαιοβιβλιοπωλείων), με τις επιστολές της, με τις πολύτιμες αφιερώσεις της. Και πάντα η συνομιλία μας, εάν τύχει και της τηλεφωνήσω ή της στείλω ηλεκτρονικό μήνυμα, πάντα στον πληθυντικό ευγενείας που μόνο μία ατόφια Ελληνίς από «γαλάζιο κοίτασμα» κι από πηγή… αντιλαμβάνεται πως πρέπει να χειριστεί. Μάλιστα, όταν της είπα πόσο με ενόχλησε που δεν μου τηλεφώνησε όταν βρέθηκε στη Λευκωσία, δεν δίστασε να μου πει πως: «Έχετε δίκαιο, κύριε Ρεούση» (ναι, ο Ρεούσης είναι ο Παπαθανασίου και ο Παπαθανασίου ο Ρεούσης).
  Ας είναι, γράμματα ψείρες για τους/τις κοπρανόψυχους/κοπρανόψυχες δημιουργούς της νήσου. Εδώ, μιλάω για και με την Ποίηση της κυρίας Μπακονίκας. Έτσι, «κωπηλατώντας» θα σας εκθέσω κάποια εργοβιογραφικά της στοιχεία και στη συνέχεια θα «αγκυροβολήσω», όσο μου επιτρέπει ο αριθμός των λέξεων που δεσμεύομαι να καλύπτω κάθε Κυριακή, σε κάθε μία από τις ποιητικές της συλλογές-νησίδες. Κι αυτό, πάντα με τον απαράβατο κανόνα (που βάζω τον ορθόδοξο χριστιανικό Σταυρό μου να τηρήσω) του Οδυσσέα Ελύτη: «Το φάσμα ωστόσο του εξοπλισμένου με νυστέρια δοκιμιογράφου, που εξοντώνει το πλάσμα που αγαπά μόνο και μόνο για να του κάνει ανατομία, έφτανε για να με σταματήσει.».
   Φυσικά, η κυρία Μπακονίκα, δεν έχει ανάγκη από τα γραφόμενά μου. Έχουν γράψει, ασχοληθεί και συνεχίζουν να το πράττουν άλλοι/άλλες για την περίπτωσή της. Τη φρυκτωρία μου -που συντηρώ ως κόρη οφθαλμού- ανάβω, κι ένα μήνυμα… ελεύθερο… τής, από ψυχής, στέλνω… από το έσχατο τούτο «ημισεληνιασμένο» ή «ημισέληνο» ελληνικό νησί. Ας θυμηθώ, πριν προχωρήσω, κι αυτό που γράφτηκε -κάπου/κάπως/κάποτε- για τον Λόρκα: «Ο εθνισμός είναι μέσα στη φύση του δημιουργού, όχι μέσα στις προθέσεις του». Είμαι δύσκολος, απλός -όχι όμως συνηθισμένος-, ιδιόρρυθμος κι αχώνευτος άνθρωπος… άνθρωπος επαναλαμβάνω, πλάσμα κι όχι χτηνό… το ξέρω, κι εσείς αγαπητοί/αγαπητές αναγνώστες/αναγνώστριες… τι, ε!, τι;

Curriculum Vitae in brevis
Γεννήθηκε το 1951 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε δύο χρόνια στην Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών. Πρώτη φορά δημοσίευσε ποιήματά της στο περιοδικό «Διαγώνιος» το 1983. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, καθώς και της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
   Ποιήματά της δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά: «Τραμ», «Παρατηρητής», «Εντευκτήριο», «Λέξη», «Ένεκεν», «Παρέμβαση», «Πανδώρα», «Ρεύματα», «δέκατα», «Πάροδος», «Γραφή». Το έργο της παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα το 1994. Επίσης, το 1996 προσκεκλημένη από το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στο Λονδίνο μαζί με άλλους ομότεχνούς της, συμμετείχε στο Συμπόσιο για τη σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία, όπου και παρουσιάστηκε το έργο της. Εκτός από την αγγλική μετάφραση επιλεγμένων ποιημάτων της με τον τίτλο «Lovers and Lairs», που κυκλοφόρησε στο Νέο Δελχί, ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, σουηδικά και αλβανικά.
   Εργογραφία: «Ανοικτή Γραμμή», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη,1984, «Το Γυμνό Ζευγάρι», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1990, «Lovers and Lairs», Τranslated by R. Scorza, New Delhi, Samkaleen Prakashan, India, 1992, «Θείο Κορμί», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1994, «Μαυλιστικά», εκδ. Μπιλιέτο, Παιανία, 1997, «Παρακαταθήκη Ηδυπάθειας», εκδ. Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη, 2000, «Πεδίο πόθου», εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2005, «Ηδονή και Εξουσία», εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2009, «Το τραγικό και το Λημέρι των Αισθήσεων», εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2012.

«Ανοικτή Γραμμή», 1984
Ποιήματα βιωμένα και χαραγμένα την περίοδο 1979-1983. Η ποιητής (για να θυμηθούμε και το «Εγώ, η άνθρωπος» της Ζωής Καρέλλη) παρατηρεί «Τα ποδήλατα» των ερωτευμένων, εισχωρεί κι εκτίθεται αβίαστα στην ερωτική ποίηση που αποφασίζει να -με διαβήτη και μοιρογνωμόνιο- χαράξει στην ίσαλο, «Ανοικτή Γραμμή» της. Πνεύμα καθάριο, λόγος καθαρόαιμα ερωτικός, γράμματα και λέξεις καθημερινές, αποκαλυπτικές αισθήσεις. Αφήνω τον Ρενέ Σαρ να μιλήσει για την πρώτη ποιητική συλλογή της Μπακονίκα: «Εδώ η αρσενική εικόνα ακούραστα κυνηγά τη θηλυκή, και το αντίθετο. Όταν καταφέρουν να συναντηθούν, εκεί είναι ο θάνατος του δημιουργού και η γέννηση του ποιητού.» και «Κατά τη δύση, οι εκχωματώσεις. Όλο και πιο πλατείς αρραβώνες βλεμμάτων.». Σελίδα 29, ποίημα «Κινήσεις μέσα στην ομίχλη», οι δύο πρώτες στροφές: «Η υγρασία γίνεται πιο έντονη το πρωί,/κάτι σαν πάχνη που θολώνει/όταν κοιτάξεις στον καθρέπτη/τις λεπτομέρειες και την ασκήμια που συνήθισες.//Είναι βαριά τα λόγια, και πιο πολύ όταν οι άνθρωποι/γίνονται ανυπόφοροι,/κι είναι μια ζωή μετρημένη/που αλλάζει,/αν κι αυτό πρέπει κάποτε/να το αποδείξεις.». Κι αυτό γιατί: «Δεν σε αφάνισε ο έρωτας,/όταν για το κορμί βαθιά εντός μας/καταιγισμοί λυσσομαχούν.», (σελ. 28, ποίημα, «Η σύγκριση»).

«Το Γυμνό Ζευγάρι», 1990
Ποιήματα της περιόδου 1984-1987. Συνέχεια, συνέπεια, πειθαρχία… κι αχρείαστο το όνομα της δήθεν θεάς του έρωτα «Αφροδίτης» -στο φινάλε ή στην αρχή, Θεά (με κεφαλαίο) για μένα η «Σαπφώ». «Το Γυμνό Ζευγάρι» είναι αυτό, κι αρκούμαι να σας μεταφέρω το ποίημα, «Το μολύβι», σελ. 39: «Ο περίεργος τρόπος που κρατάς/το μολύβι μ’ ερεθίζει./Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,/την αφή σου στην άκρη./Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση/και σχήμα κι είναι μπλεγμένα/γύρω απ’ το μολύβι/σαν τον πόθο που τρέφει/την ψυχή μου./Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.».

«Lovers and Lairs», 1992
Η δυσεύρετη ανθολογία της ποιήτριας στην αγγλική γλώσσα, τυπωμένη στο Νέο Δελχί. Ένα ποίημα στην αγγλική, μια και τα ελληνικά μας, ώρες-ώρες, σαυτόν τον τόπο αγγίζουν ή υπερβαίνουν τα όρια του σολοικισμού: «You want to startle me/You want to win me/So you mingle with your many friends./And from a corner where I can watch/You demonstrate how well you manage/And how well you distinguish yourself/With antics and talk./The heat which possesses your body is/For my pleasure tonight.», page 43.

«Θείο Κορμί», 1994
Ποιήματα της περιόδου 1987-1990. Στρατοκόπος της εποχής της/μας, η Μπακονίκα, στην Ποίηση του Έρωτα, που ’ναι πολιτική, κοινωνική και πράξη. Τι να τα κάνεις τα τοπωνύμια, τα καλολογικά στοιχεία κι άλλα χαζά ανέραστων φιλολογίσκων. Σελίδα 39, ποίημα, «Οι θαμώνες στο στέκι»: «Σκαρφαλωμένο στην αρχή του δάσους/κάτω από ψάθες και πολύχρωμα λαμπιόνια,/ήταν το στέκι που έχει θέα/το βουνό και τη θάλασσα./Με ανοιχτές αγκάλες με υποδέχτηκαν/όταν ανέβηκα· μαζί τους άρχιζε η σύναξη της νύχτας.//Εκεί στο πιο όμορφο μπαλκόνι, ήσουν και ήμουν η σάρκα που γυαλίζει/και υποβάλλει· η σάρκα που εξευγενίζει/χαίρεται, και μαθαίνει να πεθαίνει.». 

«Μαυλιστικά», 1997
Τα περίφημα οκτασέλιδα των εκδόσεων «Μπιλιέτο». Οκτώ, μόλις, τα ποιήματα. Μόνο και μόνο οι τίτλοι των ποιημάτων της σχηματίζουν ένα μακροσκελή στίχο. Τεχνίτης της Ποίησης, η κυρία Μπακονίκα, που έχει ξεπεράσει κι αυτή την όποια τεχνική: «Μαυλιστικά συστέλλεται ημίφως στο επίκεντρο αγκάλιασμα διάπλαση παρένθεση η άλλη όψη.». Κι ο άνδρας… «Παρένθεση»: «Με ρωτάει αν είναι φαντασιώσεις/ή βιώματα όσα ερωτικά καταγράφω/στα ποιήματά μου/κι αυτό σαν μία παρένθεση, καθώς διακριτικά με φλερτάρει. Ευχάριστα έρχεται η συμπεριφορά του, τονώνει τη φιλαρέσκειά μου.», σελ.7.

«Παρακαταθήκη Ηδυπάθειας», 2000
Αρχή νέου αιώνα. Δυναμικά εισέρχεται, κι έτοιμη… ένας «δουλεμένος, ο ‘ταγιαρισμένος’, όπως λένε, αδάμαντας… », (Οδυσσέας Ελύτης). Όχι για να αποστομώσει, όχι για να πικάρει, όχι για να εντυπωσιάσει… μονάχα η αλήθεια της πραγματικότητας και η πραγματικότητα της αλήθειας. Σελίδα 14, ποίημα «Πρόσωπο με πρόσωπο», καταληκτικός στίχος: «Συνειδητά οδηγούμαι στο ίδιο μοτίβο στα ποιήματά μου.». Σελίδα 40, ποίημα «Δεξίωση», που το αφιερώνω στις κάλπισσες ποιήτριες της νήσου: «‘Καυλόφλογα μου προκαλείς/όπως στέκεσαι δίπλα μου,/και σαν μπουρλότο με διαπερνάει./Οι πόρτες μας στο ξενοδοχείο είναι κοντά,/έλα στο δωμάτιό μου το βράδυ/να γίνουμε ζευγάρι’./Της το ψιθύρισε στη λαμπρή δεξίωση/όπου ήταν προσκαλεσμένοι ως τιμώμενα πρόσωπα,/κι έπρεπε να συναντήσουν/σοβαροφανείς διπλωμάτες, τραπεζιτικούς/κι άλλα επιφανή μέλη της κοινότητας.».

«Πεδίο Πόθου», 2005
Η επαφή μου, μ’ αυτό το βιβλίο της κυρίας Μπακονίκας, σηματοδοτεί και την αρχή της βαθιά ποιητικής κι ανθρώπινης επικοινωνίας μας. Είχε την καλοσύνη να μου το ταχυδρομήσει, από τη Θεσσαλονίκη, τον Δεκέμβριο του 2006. Έτσι, σχεδόν δέκα χρόνια από τότε, το μόνο που επιτρέπω στον εαυτό μου είναι να καταγράψει ότι έχω υπογραμμίσει, ορθά γεωμετρημένα και στην ευθεία, με χάρακα ή ρήγλα και μολύβι: σελ.7, «η στύση του κλεισμένη στο παντελόνι του/σκληρή σαν πέτρα.»-σελ. 8, «Εξουσία μου η τόση εύνοιά τους.»-σελ. 12, «Βιβλία για έκδοση»-σελ. 14, «Λογαριασμό, τελικά, δίνει κανείς στον εαυτό του.»-σελ. 15, ποίημα «Ανθρώπινη φύση», το παραθέτω ολόκληρο, μια και μου υπενθυμίζει τον τόπο που ζω: «Αναγκαστικά μέσα στο ίδιο περιβάλλον/τούς έζησα από κοντά:/τη μοχθηρή και ανάλγητη εγωπάθειά τους,/τη μανία τους να καταδυναστεύουν άγρια,/τα μυστικά τους εγκλήματα./Τέτοια καθάρματα.»-σελ.18, «από τις περιστάσεις η σχέση μας εφήμερη/και ήδη στο τέλος της, δύο βράδια πλαγιάσαμε μαζί,/ό,τι έδωσε κι ό,τι πήρε ο καθένας./Από εκεί και πέρα ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις.»-σελ. 21, «Οι δυο μας στη βέσπα»-σελ. 22, «Μανιωδώς σε αποκρυπτογραφώ/η ιδιοσυγκρασία σου και τα μάτια σου ερωτόληπτα.»-σελ. 25, «Απόψε για να γίνει κάτι, και για να με προσέξεις,/πρέπει να σε ικετέψω και να προσπέσω,/να σου εξομολογηθώ την καύλα μου.»-σελ. 41, «Οι άγριες φωνές τους ξέθαβαν βαθιά μου τραύματα/από αδυσώπητη βία και βαναυσότητα/που έχω υποστεί στη ζωή μου.».

«Ηδονή και Εξουσία», 2009
Αρχή η εικόνα του εξώφυλλου, πίνακας του Egon Schiele: «Female nude lying on her stomach». Κι είναι, αν με ρωτάς: «Klimt ή Schiele;»… Schiele! Κάτι σαν το: «Θεοδωράκης ή Χατζιδάκις;»… Χατζιδάκις! Τους τίτλους, μόνο, των τριάντα έξι ποιημάτων παραθέτω από τον πίνακα περιεχομένων, κι αυτό γιατί κι οι τίτλοι, στίχοι είναι… ποίημα, σχηματίζουν: «Σάββατο πρωί», «Έφοδος», «Οι αποχρώσεις», «Μετάνοιες», «Το παιχνίδισμα», «Το γεγονός», «Τα ξεσπάσματα», «Αντιζηλία», «Το χαρτομάντιλο», «Βακχικό παραλήρημα», «Το Μάθημα», «Λίγες ώρες», «Διαπάλη», «Η περίπτωση», «Χαρακτήρας», «Τα δεδομένα», «Εμφάνιση», «Γιορτή», «Πάθος», «Ξεχώριζε», «Καλοκαίρι 1985», «Εκ των πραγμάτων», «Σκηνικό», «Δωμάτιο σε πανσιόν», «Τοπογραφία», «Μυστικά θέματα», «Επιθετικότητα», «Στην πορεία του χρόνου», «Η σχέση με τον χώρο», «Ο κόμπος στο χτένι», «Όσο ποτέ άλλοτε», «Ζευγάρι», «Το υπόστρωμα», «Η Αλβανίδα», «Όσα δεν κρύβονται», «Τα χαμόγελα».

«Το Τραγικό και το Λημέρι των Αισθήσεων», 2012
Στο διαδίκτυο υπάρχει οπτικογραφημένη η παρουσίαση τού, μέχρι στιγμής, τελευταίου -είμαι σίγουρος όχι έσχατου- βιβλίου της κυρίας Μπακονίκας. Αναζητήστε το, ακούστε προσεκτικά τα λόγια της ποιήτριας. «Το τραγικό» αφορά στην κοινωνία «και το λημέρι των αισθήσεων» στο ερωτικό. Έτσι, για να πάψουν να λένε αυτοί που το ’χουν συνήθεια να τοποθετούν ταμπέλες, να κατηγοριοποιούν αβρόχοις ποσίν, να περιχαρακώνουν τους/τις ποιητές… στο «μαντρί» του «ακατοίκητου» νου τους. Οι στίχοι στην πρόταξη του κειμένου αυτού, είναι από το ποίημα, «Τα κτυπήματα», σελ. 26, και δεν, σαφώς, τοποθετήθηκαν εκεί τυχαία. Μάλλον δεν κατάφερα και πολλά, σ’ αυτήν μου την εύδρομη πλεύση, στην ποίηση της κυρίας Μπακονίκα. Τι να καταφέρω, άλλωστε; Πάντως στις συλλογές-νησιά της έριξα/ρίχνω καραβόσκοινο κι έδεσα/δένω στο ντόκο της Ποίησής της, και με την άγκυρά μου «φονικά» ριγμένη στα σπλάχνα μου. Δύο ποιήματά της παραθέτω, που το πρώτο μάς αφορά άμεσα και το δεύτερο -εάν άλλαζα το αρσενικό γένος σε θηλυκό- το αφιερώνω σε μια καρδιά-αγκινάρα, μιας κόρης που μου ’χει στοιχειώσει την ΨΥΧΗ.
   Σελίδα 27, ποίημα, «Τα κεράσια»: «Λόγια μιας μετανάστριας από τη Γεωργία:/ ‘Δούλευα μέρα νύχτα στο σπίτι μιας ηλικιωμένης./Μαρτύρησα εκεί μέσα,/συνεχώς με ταπείνωνε./Όσο κι αν το βγάζω από το μυαλό μου επανέρχεται./Θυμάμαι πήρε κεράσια σ’ ένα πιάτο για να φάει,/άφηνε στην άκρη τα μαραμένα./‘‘Αυτά είναι δικά σου’’, μου είπε, όταν τελείωσε,/δείχνοντας τα μαραμένα,/τα σχεδόν σκάρτα που έμειναν./Ταπείνωση από μέρα σε μέρα’.».
   Σελίδα 45, ποίημα, «Βιτρίνα»: «Πέρασες μπροστά από την ομήγυρη/και άρχισες τα χαμόγελα,/τις χειραψίες με όλους,/μοίραζες φιλοφρονήσεις/-τόσο ευγενικός και εγκάρδιος.//Για μένα αυτά τα χαμόγελα και οι διαχύσεις σου/ψεύτικη βιτρίνα./Μόνο εγώ ήξερα τις κατάπτυστες αθλιότητές σου,/και τι στυγνό μούτρο ήσουν./Να έφευγες αμέσως, να εξαφανιζόσουν.».       


Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016, σσ. 4-5.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Υπερπραγματική Φράξια Λευκω©ίας 55


Ελαιογραφία του Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985), «Τίποτα στη ζωή δεν είναι αίνιγμα», 1969



Η
υπερπραγματικότητα
είναι
η
φύση
του
αενάου
παιγνίου
της
εκάστοτε
πραγματικότητας

!*!


Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία, Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Περιθωριακά 27

Η ποιήτρια Αλεχάντρα Πισαρνίκ (1936-1972)


Alejandra Pizarnik
«Δέντρο της Αρτέμιδος»

[Περιθωριακά-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]

«Εδώ ζούμε με το ένα χέρι στο λαιμό. Ότι τίποτα δεν είναι δυνατό ήδη το γνώριζαν εκείνοι που ανακάλυψαν βροχές και έπλεξαν λέξεις με την οδύνη της απουσίας. Γι’ αυτό στις προσευχές τους υπήρχε ένας ήχος χεριών ερωτευμένων με την ομίχλη.»


Τη μεγάλη αυτήν Ποιήτρια της Αργεντινής, μου την έδειξαν οι μεταφράσεις των κυρίων Βασίλη Λαλιώτη και Στάθη Ιντζέ. Όποιοι στίχοι εγκιβωτιστούν στο κείμενο τούτο, είναι από τις μεταφράσεις του δεύτερου.
    Έντονη η παρουσία της στο διαδίκτυο και στην ελληνική γλώσσα, μεταφρασμένη, εκτός από τους προαναφερθέντες ποιητές-μεταφραστές, κι από άλλους/άλλες Έλληνες/Ελληνίδες… τουλάχιστον με το δεξί χέρι ακουμπισμένο στην καρδιά. Ο γράφων, ντρέπεται, και δεν τον κρύβει, που την ανακάλυψε σχετικά πρόσφατα. Ας είναι, πριν περάσω στα ελάχιστα που έχω να πληκτρολογήσω/αντιγράψω/γράψω, θέλω να ευχαριστήσω δημόσια τον κύριο Στάθη Ιντζέ (μεταφραστή και συνεκδότη των εκδόσεων «θράκα», μαζί με τον κύριο Θάνο Γώγο), που είχε την καλοσύνη τον Απρίλιο του 2016 να μου ταχυδρομήσει τη δεύτερη έκδοση των μεταφράσεών του σε ποιήματα της Πισαρνίκ (εκδόσεις «θράκα», Λάρισα, Μάρτιος 2016).
   Ο κύριος Ιντζές μεταφράζει, στον πολύτιμο αυτόν τόμο, των μόλις 78 σελίδων και σε μικρό σχήμα, τα ποιήματα, «Μόνο μια αγάπη» και «Μακρινή απόσταση» από την ενότητα, «Ένα σημάδι στη σκιά σου» και επιλογές από τις ποιητικές συλλογές, «Η πιο ξένη γη», (1955), «Η τελευταία αθωότητα», (1956), «Οι χαμένες περιπέτειες», (1958), «Το δέντρο της Αρτέμιδος», (1962) -απ’ όπου και οι στίχοι της πρόταξης-, «Τα έργα και οι νύχτες», (1965) όπως επίσης και ποιήματα που δεν περιλαμβάνονται σε βιβλία τής περιόδου, 1956-1960.

«Μια εγκατάλειψη σε εκκρεμότητα»
Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ είναι μυθικό πρόσωπο της ισπανόφωνης ποίησης. Αυτόχειρας στα 36 της. Η ζωή της είναι δύσκολη, περιπετειώδης και συναρπαστική. Ζει στο Παρίσι, ασπάζεται τους υπερρεαλιστές, ακροβατεί πάντοτε ανάμεσα σε μια ορατή γραμμή ζωής και θανάτου. Το 1962, δημοσιεύει το ποιητικό βιβλίο «Árbol de Diana» («Δέντρο της Αρτέμιδος») το οποίο προλογίζει ο Οκτάβιο Παζ, τον καιρό που η ποιήτρια γνωρίζει τον Χούλιο Κορτάσαρ με τον οποίο θα παραμείνει φίλη έως τον θάνατό της.
   Το «Δέντρο της Αρτέμιδος» θεωρείται το καλύτερο βιβλίο της, στο οποίο καταθέτει τις εντονότερες ποιητικές της εικόνες. Ο Οκτάβιο Παζ στην παρουσίαση είναι σύντομος, όπως αρμόζει σε μια ποιητική συλλογή τριάντα οκτώ μικρών και άτιτλων ποιημάτων.
   Το έργο της Πισαρνίκ κινείται γύρω από δύο θέματα που αποτελούν πυλώνες των κειμένων της. Η πιθανότητα της παραφροσύνης και η ιδέα της αυτοκτονίας. Και τα δυο παίρνουνε σάρκα και οστά στο τέλος της ζωής της. Οι σύντομες περίοδοι κατά τις οποίες υπήρξε τρόφιμος ψυχιατρείου και κάποια σημεία της γραφής της, αποτελούν την απόδειξη, σύμφωνα με κάποιος μελετητές του έργου της. Για κάποιους άλλους, αυτό που ουσιαστικά πράττει η Πισαρνίκ είναι ότι δημιουργεί μια ποιητική εικόνα για την τρομερή πραγματικότητα του θανάτου, κάτι που της επιτρέπει να ξεφύγει από τη ζωή και δικαιώνει την πράξη τής εύρεσης ενός μέρους με τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία και αθανασία.
   Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ ήταν κόρη μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη με εβραϊκή καταγωγή. Γεννήθηκε λίγο μετά την άφιξή τους στο Μπουένος Άιρες, στις 29 Απριλίου του 1936. Το πραγματικό της όνομα ήταν Φλόρα. Υπέγραψε το πρώτο της βιβλίο ως Φλόρα Αλεχάντρα Πισαρνίκ. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί συγγενείς της ήταν θύματα του ολοκαυτώματος, ενώ οι υπόλοιποι φυγαδεύτηκαν από την Ευρώπη. Ήταν κάτι που θα έπαιζε ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της ποιήτριας, ενώ ωρίμαζε.
   Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και ζωγραφική πλάι στον Χουάν Πλάνας. Έζησε στο Παρίσι μεταξύ 1960-1964 όπου εργάστηκε για το περιοδικό «Τετράδια». Μετέφρασε Αρτό, Μισό και Μπονφουά και δημοσίευσε ποιήματα και δοκίμια. Κατά την επιστροφή της στο Μπουένος Άιρες δημοσιεύει τέσσερις ποιητικές συλλογές.
   Το 1969 λαμβάνει την υποτροφία «Guggenheim» και το 1971 την υποτροφία «Fulbright». Μήπως, σύντομα, αντιλήφθηκε το… «δεσμευτικό» (sic)… ρόλο που διαδραματίζουν -όχι πάντα φωτεινό-, τα προαναφερθέντα ιδρύματα στο παγκόσμιο στερέωμα; Πάντως, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1972, ενώ περνούσε ένα σαββατοκύριακο μακριά από την ψυχιατρική κλινική της οποίας ήταν τρόφιμος, η Πισαρνίκ έβαλε τέλος στη ζωή της με υπερβολική δόση Σεκονάλ.
   Κλείνω αυτήν τη σύντομη αναφορά στην κορυφαία ποιήτρια, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, με το ποίημα, «Περιμένοντας το σκοτάδι», από τη συλλογή της, «Η τελευταία αθωότητα», στη μετάφραση, όπως αναφέρθηκε, του κυρίου Στάθη Ιντζέ.

«Περιμένοντας το σκοτάδι»

Εκείνη η στιγμή που δεν ξεχνιέται,
Τόσο κενή παρατημένη απ’ τις σκιές,
Τόσο κενή απαρνημένη απ’ τα ρολόγια,
Εκείνη η θλιβερή στιγμή που υιοθετήθηκε από τη στοργή μου,
Ξεγυμνωμένη ξεγυμνωμένη από αίματα φτερών,
Δίχως μάτια να θυμούνται τις αγωνίες του παρελθόντος,
Δίχως χείλη να συλλέγουν το χυμό των θηριωδιών
Χαμένων στο τραγούδι των παγωμένων καμπαναριών.

Φύλαξέ την τυφλή κόρη της ψυχής,
Ρίξε της τα σγουρά από τη φωτιά μαλλιά σου,
Αγκάλιασέ τη μικρό άγαλμα του τρόμου.
Φανέρωσέ τη στον κόσμο που σφαδάζεται στα πόδια σου,
Στα πόδια σου όπου πεθαίνουν τα χελιδόνια
Που τρέμουν απ’ το φόβο στη σκέψη του μέλλοντος.
Πες της ότι οι ψίθυροι της θάλασσας
Ραίνουν τις μοναδικές λέξεις
Για τις οποίες αξίζει να ζεις.

Αλλά εκείνη η ιδρωμένη απ’ το τίποτα στιγμή,
Ζαρωμένη στη σπηλιά του πεπρωμένου
Δίχως χέρια να πει ποτέ,
Δίχως χέρια να χαρίσει πεταλούδες
Στα νεκρά παιδιά.



Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016, σ. 6.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Car je est un autre: Octavio Paz 2


Octavio Paz (1914-1998)


Juventud


El salto de la ola
                            Más blanca
Cada hora
                  Más verde
Cada día
               Más joven
La muerte

Από τη συλλογή, «Ladera este» (1962-1968)


Νεότητα


Το άλμα του κύματος
                                    Λευκότερο
Κάθε ώρα
                 Πιο πράσινη
Κάθε μέρα
                  Νεότερη
Ο θάνατος

Μετάφραση: Κώστας Ρεούσης



Octavio Paz, «Selected Poems», δίγλωσση ανθολογία (ισπανικά-αγγλικά), edited by Charles Tomlinson, Penguin Books, 1979, 10th printing, page 116.